Προσφατες Αναρτησεις

Καλλιτέχνες, διανοούμενοι και πολιτικοί «εφ' όπλου λόγχη»... #7

Σύμφωνα με μαρτυρίες των ίδιων (ή τρίτων), στα «Δεκεμβριανά» πήραν μέρος – με τον έναν ή άλλον τρόπο – αρκετοί «επώνυμοι» (από τότε ή αργότερα) άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών.

 Ανάμεσά τους οι:

Από τις τάξεις του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ

Οι μουσικοσυνθέτες Μίκης Θεοδωράκης(*), Μάνος Χατζιδάκις, Ιάννης Ξενάκης (και αρχιτέκτονας). Οι ποιητές Μιχάλης Κατσαρός (και ζωγράφος), Αλέξης Πάρνης (και θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος), Τίτος Πατρίκιος. Οι διανοούμενοι και πανεπιστημιακοί Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος (φιλόσοφος, καθηγητής πανεπιστημίου και ακαδημαϊκός), Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ (ιστορικός/βυζαντινολόγος, καθηγήτρια πανεπιστημίου και ακαδημαϊκός), Κώστας Αξελός (φιλόσοφος, καθηγητής πανεπιστημίου). Οι ηθοποιοί Αιμίλιος Βεάκης, Μίμης Φωτόπουλος, Δήμος Σταρένιος. Οι Θανάσης Χατζής (συγγραφέας), Μέμος Μακρής (γλύπτης), Μάνος Ζαχαρίας (σκηνοθέτης) κ.ά.

ΕΛΑΣίτης ήταν στα «Δεκεμβριανά» και ο ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού Νίκος Γόδας, ο οποίος στις 13 Ιούλη 1945 καταδικάστηκε από το «κράτος των εθνικοφρόνων» σε θάνατο και έμεινε στη φυλακή της Κέρκυρας μέχρι το ξημέρωμα της 19ης Νοέμβρη 1948, όταν και εκτελέστηκε ως αμετανόητος κομμουνιστής, με τελευταία του επιθυμία να φοράει τη φανέλα του Ολυμπιακού!


Στον κυβερνητικό στρατό

Τα πιο γνωστά ονόματα που αναφέρονται είναι οι πολιτικοί Γεώργιος Ράλλης (πρωθυπουργός το 1980-81), Αναστάσιος Πεπονής (υπουργός σε πολλές κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ), Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης (πανεπιστημιακός και πολιτικός, διετέλεσε υπουργός στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή και εν συνεχεία υπουργός σε κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου). Επίσης ο ταξίαρχος τεθωρακισμένων Στυλιανός Παττακός (το γνωστό πρωτοπαλίκαρο της απριλιανής χούντας του 1967), ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Ζάχος Χατζηφωτίου, κ.ά.
O 19χρονος τότε Μίκης Θεοδωράκης εικονίζεται και σε φωτογραφία κρατώντας μια σημαία, κατά τη διάρκεια του ματωμένου συλλαλητηρίου του ΕΑΜ στην Πλατεία Συντάγματος (Κυριακή 3 Δεκέμβρη 1944). Τον Μάρτιο του 2015 ο Μίκης είχε δηλώσει ότι επιθυμεί ο τάφος του να γράφει «Πολέμησε στον Δεκέμβρη»! Ο Μίκης ήταν από το 1943 μέλος του εφεδρικού ΕΛΑΣ, ενώ κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου (1946 – 1949) συνελήφθη και εξορίστηκε στην Ικαρία και στη Μακρόνησο

«Δεκέμβρης '44» και ο Εμφύλιος στον κινηματογράφο

Μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού είναι οι κινηματογραφικές αναφορές στα «Δεκεμβριανά». Εκτός από την κορυφαία ταινία «Ο Θίασος» (1975) του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ελάχιστες είναι οι ταινίες μεγάλου μήκους με φόντο τον «Δεκέμβρη '44» και τον Εμφύλιο που ακολούθησε.

* «Η αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδας» (1948) - Των Μάνου Ζαχαρία και Γιώργου Σεβαστίκογλου. Πρόκειται για (γυρισμένο στον Γράμμο) ντοκιμαντέρ, που παρήχθη για τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ).



* «Η κάθοδος των εννέα» (1984) - Του Χρήστου Σιοπαχά.



* «Καλή Πατρίδα Σύντροφε» (1986) - Του Λευτέρη Ξανθόπουλου.


* «Ο Ηνίοχος» (1995) - Του Αλέξη Δαμιανού (σσ. κατά τον ίδιο αντανακλούσε και βιώματά του ως καπετάνιου του ΕΛΑΣ στη Ρούμελη, αλλά από άλλους αμφισβητείται ότι είχε τέτοιο πόστο και δράση στην Εθνική Αντίσταση).



* «Ψυχή βαθιά» (2009) - Του Παντελή Βούλγαρη.


Πηγή: Ζήσης Ι. Καραβάς, δημοσιογράφος - "Κουτί της Πανδώρας"

{[['']]}

Ο Σκόμπι και το πουλί (του)... #6

Ποιος ήταν ο βρετανός στρατηγός-πιστός εκτελεστής των εντολών και του σχεδίου του Τσώρτσιλ στα «Δεκεμβριανά»

Αναμφίβολα, κεντρικό/πρωταγωνστικό ρόλο στα «Δεκεμβριανά» διαδραμάτισε ο Άγγλος στρατηγός Ρόναλντ Μακένζι Σκόμπι (1893-1969). Ο Σκόμπι πολέμησε κατά τον A' Παγκόσμιο Πόλεμο, το τέλος του οποίου τον βρήκε με τον βαθμό του λοχαγού. Τα χρόνια του Μεσοπολέμου υπηρέτησε στο βρετανικό Γενικό Επιτελείο και έγινε σημαντικό στέλεχός του. Κατά τον B' Παγκόσμιο Πόλεμο, με τον βαθμό του υποστρατήγου, διετέλεσε διοικητής μεραρχίας στη Βόρεια Αφρική και στο Τομπρούκ το καλοκαίρι του 1941, όταν τα γερμανικά στρατεύματα υπό τον στρατηγό Ρόμελ πολιόρκησαν την πόλη. Το 1942 ο Σκόμπι τοποθετήθηκε διοικητής της νήσου Μάλτας.

Στον ελληνικό Εμφύλιο ενεπλάκη με τη Συμφωνία της Καζέρτας (27 Σεπτέμβρη 1944), η οποία προέβλεπε ότι ο στρατηγός Ρόναλντ Σκόμπι, διοικητής των αγγλικών στρατευμάτων που επρόκειτο να αποβιβαστούν στην Ελλάδα, ανελάμβανε και την ανωτάτη διοίκηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, τουτέστιν και των ανταρτικών δυνάμεων που δρούσαν στη χώρα. «Αι ανταρτικαί δυνάμεις τίθενται υπό τας διαταγάς της Ελληνικής Κυβερνήσεως, η οποία τας θέτει υπό τας διαταγάς του Στρατηγού Σκόμπι», ήταν η ακριβής διατύπωση στο κείμενο της εν λόγω Συμφωνίας.

O Άγγλος στρατηγός Ρόναλντ Μακένζι Σκόμπι (αριστερά) με τον Άγγλο στρατάρχη Χάρολντ Αλεξάντερ στο Μέγαρο Σλήμαν επιθεωρούν τα βρετανικά στρατεύματα (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)

Έτσι, κατά τις μάχες της Αθήνας τον Δεκέμβρη '44, ουσιαστικά ήταν το απόλυτο (στρατιωτικό) αφεντικό της αντιΕΑΜικής παράταξης. Άλλωστε, όντας μπιστικός του Γουίνστον Τσώρτσιλ ήταν και ο κυριότερος εκτελεστής των σχεδίων του βρετανού πρωθυπουργού για την υπαγωγή της Ελλάδας στην αγγλική σφαίρα επιρροής. Είναι χαρακτηριστικό και εξόχως αποκαλυπτικό το περιεχόμενο του μηνύματος (με εντολές για τα «Δεκεμβριανά») που έστειλε στον Σκόμπι ο Τσώρτσιλ: «Είσθε υπεύθυνος διά την τήρησιν της τάξεως εις Αθήνας και διά την καταστροφήν όλων των ομάδων EAM-ΕΛΑΣ αι οποίαι πλησιάζουν εις την πόλιν. Δύνασθε να λάβετε όλα τα μέτρα που θα θεωρήσετε σκόπιμα διά τον έλεγχον των οδών και την παγίδευσιν των ταραξιών... μη διστάσετε να πυροβολήσετε εναντίον παντός ενόπλου... Μη διστάσετε να ενεργήσετε ως να ευρίσκεσθε εις μόλις καταληφθείσαν πόλιν όπου έχει εκραγεί επαναστατικόν κίνημα». Παράλληλα, με άλλο τηλεγράφημά του στον άγγλο πρεσβευτή στην Αθήνα Ρέτζιναλντ Λίπερ, τον ειδοποιούσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Έλληνας πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου όφειλαν να υποτάσσονται στις εντολές του Σκόμπι!

Την 1η Δεκέμβρη 1944, ο Σκόμπι κοινοποίησε στον ΕΛΑΣ διαταγή του και κυκλοφόρησε προκήρυξη (σκορπίστηκε από βρετανικά αεροπλάνα σ' όλη τη χώρα) με την οποία καθόριζε ημερομηνία αποστράτευσης των ανταρτικών δυνάμεων τη 10η Δεκέμβρη και απειλούσε τον λαό ότι αν δεν εφαρμοστεί η διαταγή του «θα κλονιστεί η σταθερότητα του εθνικού νομίσματος» και «θα πεινάσει»!.. Ταυτόχρονα με το ιταμό τελεσίγραφο του Σκόμπι, που απαιτούσε τον μονόπλευρο αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου συγκαλούσε την κυβέρνηση, χωρίς τη συμμετοχή των υπουργών του ΕΑΜ, και αποφάσιζε την άμεση διάλυση της Εθνικής Πολιτοφυλακής σε πολλές περιφέρειες της χώρας. Οχι όμως – όπως ζητούσε το ΕΑΜ – και την πλήρη αποστράτευση όλων των ενόπλων δυνάμεων (τουτέστιν και των ΕΔΕΣ- Ορεινής Ταξιαρχίας- Ιερού Λόχου και των σχηματισμών Μέσης Ανατολής), την εκκαθάριση των σωμάτων ασφαλείας και των κρατικών υπηρεσιών, καθώς και την τιμωρία των προδοτών.

Ο στρατηγός Σκόμπι ανέλαβε την ανώτατη διοίκηση των ελληνικών δυνάμεων που δρούσαν στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 1944 με τη συμφωνία της Καζέρτας (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)

Ηταν, λοιπόν, επακόλουθο η λαϊκή κατακραυγή και η κήρυξη/οργάνωση από το ΕΑΜ γενικής απεργίας και συλλαλητηρίου διαμαρτυρίας στην Πλατεία Συντάγματος την Κυριακή 3 Δεκέμβρη, όπου τα «όργανα της τάξεως και ασφαλείας» των Σκόμπι - Γ. Παπανδρέου άνοιξαν (πολύνεκρο) πυρ εναντίον των άοπλων διαδηλωτών, με αποτέλεσμα να γενικευτούν οι συγκρούσεις των «Δεκεμβριανών» σε όλη την Αθήνα, επί 33 μέρες (μέχρι και τις 5-6 Γενάρη 1945).

Ο Σκόμπι εκτέλεσε τις εντολές του Τσώρτσιλ όχι μόνο με παραδειγματική πειθαρχία αλλά και με περισσό ζήλο, όπως καταδεικνύει και το γεγονός ότι στις 4.12.1944 κήρυξε τον στρατιωτικό νόμο χωρίς καν να ενημερώσει γι' αυτό την ελληνική κυβέρνηση! Ωστόσο, δεν έχαιρε καθολικής εκτίμησης στους βρετανούς επιτελείς. Για παράδειγμα, ο άγγλος υπουργός εκπρόσωπος στο Συμμαχικό Στρατηγείο (και αργότερα πρωθυπουργός της Βρετανίας) Χάρολντ Μακμίλαν, είχε χαρακτηρίσει τον Σκόμπι «βλάκα (stupid), χωρίς διόλου μυαλό». Αλλά και ο Άγγλος στρατάρχης Χάρολντ Αλεξάντερ δεν εκτιμούσε τις στρατιωτικές ικανότητες του Σκόμπι. Μάλιστα, λόγω των αρχικών επιτυχιών του ΕΛΑΣ στη «Μάχη της Αθήνας», εξαιτίας των οποίων οι Βρετανοί είχαν εγκλωβιστεί μεταξύ Ομόνοιας και Συντάγματος, ο Σκόμπι θεωρήθηκε από τον Αλεξάντερ ως υπαίτιος για την υποτίμηση της στρατιωτικής ισχύος και της ικανότητας του ΕΛΑΣ.

Βρετανικά άρματα μάχης έχουν στρέψει τα κανόνια τους στα γραφεία του ΕΑΜ στην Κοραή

Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι ο Αλεξάντερ διέταξε την άμεση έλευση από την Ιταλία στην Αθήνα του υποστράτηγου Τζων Χώκσγουερθ και του ταξιάρχου Χιου Μάνεριγκ, οι οποίοι πλαισιώθηκαν από το εμπειροπόλεμο επιτελείο του 10ου Σώματος Στρατού και συστάθηκε η Στρατιωτική Διοίκηση Αθηνών, η οποία διεξήγαγε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ως το τέλος της μάχης, άλλα έμεινε στην αφάνεια για να μην πληγεί το κύρος του στρατηγού Σκόμπι.

Μετά τη λήξη των «Δεκεμβριανών», ο Σκόμπι παρέμεινε στην Ελλάδα για ακόμη έναν χρόνο, ως τις εκλογές του 1946. Το 1947 αποστρατεύθηκε με πολλές τιμές και παράσημα. Ανακηρύχθηκε ιππότης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, ενώ το 1951 τιμήθηκε με τον τίτλο του διοικητή του Πύργου του Λονδίνου, τον οποίο έφερε ως το 1954.

«Τιμή και δόξα», άλλου τύπου βέβαια, επεφύλαξε στον μισητό εχθρό Σκόμπι και το ΕΑΜικό κίνημα. Το σκωπτικό τραγουδάκι «Το πουλί του Σκόμπι», που είχαν σκαρώσει οι αριστεροί, ήταν πολύ του συρμού στις κλειστές μαζώξεις τους. Γιατί μετά τα «Δεκεμβριανά» ήταν πολύ επικίνδυνο ή και ποινικό αδίκημα να τραγουδάς τέτοιου είδους άσματα. Παρεμπιπτόντως, υπήρχε και παραλλαγή με το «βρακί»:

«Το βρακί του Σκόμπι

Είναι όλο κόμποι

Όταν λυθούν οι κόμποι

Θα φανεί του Σκόμπι

Η μεγάααληηη του τσουτσού...»

Ολόκληρο «Το πουλί του Σκόμπι», όπως ακούγεται στην κορυφαία ελληνική ταινία, τον «Θίασο» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, είναι το ακόλουθο:

«Το πουλί του Σκόμπι

είναι κόμποι κόμποι

κι έβγαλε φιρμάνι

για να ξεθυμάνει

μες στο Κολωνάκι

ψάχνει γι' αγοράκι

το πουλί του Σκόμπι

είναι κόμποι κόμποι

κι αν λυθούν οι κόμποι

τι θα γίνει, Σκόμπι

με την αγγλική πολιτική.

Στρατηγέ μου Σκόμπι

θα 'ρθουν κι άλλοι κόμποι

Κάνε χίλια κόλπα

Μάζεψες τα όπλα

Βασιλιά να φέρεις

δεν θα καταφέρεις

Ο λαός δεν τρώει φασισμό

από σόι

Θα σηκώσει πάλι

πάνω το κεφάλι

απ' την αγγλική πολιτική».

Ελασίτες παίρνουν θέσεις στους δρόμους της Αθήνας κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών του 1944

Η εκπληκτική σκηνή στον «Θίασο» του Θ. Αγγελόπουλου

Η μουσική επιμέλεια στον «Θίασο» (1975) του Θόδωρου Αγγελόπουλου ανήκει στον εξαίρετο Λουκιανό Κηλαηδόνη. Σε ολόκληρη την ταινία ακούγονται τραγούδια, από ρεμπέτικα και αντάρτικα μέχρι swing και εμβατήρια, άλλα διασκευασμένα και άλλα αυθεντικά εποχής. Ανάμεσά τους και τα πιο χαρακτηριστικά «πολιτικά στιχουργήματα» των δύο βασικών αντίπαλων παρατάξεων, με τα οποία έχει στηθεί μια εκπληκτική (τεχνικά και αισθητικά) σκηνή στην ταβέρνα, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1946. Στη μία μεριά κάθονται οι δεξιοί-βασιλικοί και στην άλλη οι αριστεροί-δημοκρατικοί, γνωρίζοντας ασφαλώς κάθε παρέα πού ανήκει ιδεολογικά/πολιτικά η άλλη. Και η «μάχη» εν προκειμένω δίνεται με όπλα στίχους και τραγούδια (και χορό, οι αριστεροί με τις κοπέλες τους, αλλά οι βασιλικοί αντρικά ζευγάρια ως μπακούρια...). Ιδού τα εκατέρωθεν τραγουδιστικά πυρά:

ΒΑΣΙΛΙΚΟΙ: Των Άγγλων τα κανόνια/ κι η νέα διαταγή/ εκάναν τους αντάρτες/ να τρέχουν σαν λαγοί/ την κόκκινη αρκούδα/ να πάρει τα βουνά/ ω, γενναίε βασιλιά.

ΑΡΙΣΤΕΡΟΙ: Δεν μας τρομάζουν/ των Αγγλων τα κανόνια/ ούτε του Σκόμπι/ η νέα διαταγή./ Το 'χουμε γράψει/ στο Σύνταγμα με αίμα/ ελευθερία και όχι κατοχή.

ΒΑΣ.: Έτσι θέλουμε/ και θα τον φέρουμε/ τον βασιλιά, τον βασιλιά/ που θα μας φέρει λευτεριά.

ΑΡ.: Γιούπι για-για-, γιούπι-γιούπι για/ δεν τον θέλουμε τον βασιλιά/ θέλουμε λαοκρατία/ λαϊκή κυριαρχία/ γιούπι για-για, γιούπι-γιούπι για.

ΒΑΣ.: Γιούπι για-για, γιούπι-γιούπι για/ των Ταγμάτων Ασφαλείας τα παιδιά/ με τους Άγγλους χέρι-χέρι/ και με τα παιδιά της «Χ»/ ως τη Μόσχα θε να κάνουν κατοχή.

ΑΡ.: Το πουλί του Σκόμπι/ είναι κόμποι κόμποι/ κι έβγαλε φιρμάνι/ για να ξεθυμάνει/ πάει στο Κολωνάκι/ για να βρει αγοράκι/ το πουλί του Σκόμπι/ είναι κόμποι κόμποι/ κι αν λυθούν οι κόμποι/ τι θα γίνει, Σκόμπι/ με την αγγλική πολιτική, κλπ.

ΒΑΣ.: Γύρνα ξανά/ στην παλιά σου φωλιά/ βασιλιά./ Ο λαός σου εσένα ζητά/ γύρνα ξανά./ Κι όταν θα 'ρθεις/κουκουέδες εδώ δεν θα βρεις/ εθνοφύλακες θα 'ναι φρουροί/ γύρνα ξανά.

 ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

Τα αποκαλυπτικά τηλεγραφήματα του Τσώρτσιλ #5

Τα πρόσωπα που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο (ΙΙ)

 Στις 5 Δεκεμβρίου 1944, ο Βρετανός πρωθυπουργός Γουίνστον Τσώρτσιλ με τηλεγράφημά του προς τον Άγγλο πρεσβευτή στην Αθήνα Ρέτζιναλντ Λίπερ, τον ειδοποιούσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Έλληνας πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου όφειλαν να υποτάσσονται στις εντολές του Βρετανού στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι! Διευκρινίζεται ότι με τη Συμφωνία της Καζέρτας (Σεπτέμβριος του 1944), ο Σκόμπι ορίσθηκε αρχιστράτηγος των αγγλικών και ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στην Ελλάδα, καθώς μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα, ακολούθησε η αποβίβαση των βρετανικών δυνάμεων που όμως ενεπλάκησαν στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο.

Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Τσώρτσιλ (τ. 6, βιβλίο 1ο, σ. 256) στο τηλεγράφημα προς τον Λίπερ έγραφε: «Πρέπει να παρακινήσετε τον Παπανδρέου να πράξει το καθήκον του και να τον διαβεβαιώσετε, ότι εις την περίπτωσιν αυτήν θα τον υποστηρίξωμεν μ’ όλας τας δυνάμεις. Παρήλθεν πλέον η εποχή καθ’ ην μια οιαδήποτε ομάς Ελλήνων πολιτών ηδύνατο να ματαιώνει την εξέγερσιν του όχλου. Η μόνη ελπίς του είναι να εργασθεί μεθ’ ημών διά την αποσόβησιν ενδεχομένης συμφοράς (…)

Ανέθεσα το όλον ζήτημα της αμύνης των Αθηνών και τη διατήρηση της εννόμου τάξεως εις τον στρατηγόν Σκόμπι και τον διαβεβαίωσα ότι θα τον ενισχύσωμεν με όσας δυνάμεις χρειάζεται προς τούτο. Τόσον εσείς, όσο και ο Παπανδρέου, πρέπει να συμμορφωθείτε προς τας οδηγίας του, εις ό,τι αφορά τη δημόσιαν τάξιν και την ασφάλειαν. Πρέπει να συνδράμετε τον στρατηγόν Σκόμπι με πάντα δυνατόν τρόπον και να εισηγηθείτε εις αυτόν τη λήψιν παντός μέτρου, το οποίον, κατά τη γνώμην σας, ήθελε καταστήσει το έργον του περισσότερον ευχερές και αποτελεσματικόν».

Όπως όμως αποκαλύφθηκε 30 χρόνια αργότερα (1974), όταν το Φόρεϊν Όφις, κατά την πάγια τακτική, δημοσίευσε τον αντίστοιχο τόμο με τα σχετικά έγγραφα, ο Τσώρτσιλ απέκρυψε από τα απομνημονεύματά του το ακόλουθο εδάφιο που υπήρχε στο εν λόγω τηλεγράφημα προς τον Λίπερ: «Πρέπει να υποχρεώσετε τον Παπανδρέου. Αν παραιτηθεί, φυλακίστε τον έως ότου συνέλθει, όταν πια θα έχουν τελειώσει οι μάχες. Θα μπορούσε το ίδιο καλά, να αρρωστήσει και να μην μπορεί να τον πλησιάσει κανείς (…)»!!!

Στον ίδιο τον Σκόμπι ο Τσώρτσιλ απέστειλε το εξής μήνυμα: «Είσθε υπεύθυνος διά την τήρησιν της τάξεως εις Αθήνας και διά την καταστροφήν όλων των ομάδων EAM-ΕΛΑΣ αι οποίαι πλησιάζουν εις την πόλιν. Δύνασθε να λάβετε όλα τα μέτρα που θα θεωρήσετε σκόπιμα διά τον έλεγχον των οδών και την παγίδευσιν των ταραξιών... μη διστάσετε να πυροβολήσετε εναντίον παντός ενόπλου... Μη διστάσετε να ενεργήσετε ως να ευρίσκεσθε εις μόλις καταληφθείσαν πόλιν όπου έχει εκραγεί επαναστατικόν κίνημα».

Επιπλέον, για το ποιοι ήθελαν και από καιρό σχεδίαζαν τα Δεκεμβριανά, αποκαλυπτική και πολύ εύγλωττη είναι και η ακόλουθη αναφορά στο βιβλίο του Βάσου Μαθιόπουλου «Δεκέμβρης του 1944». Όπως γράφει, ο ίδιος ο Τσώρτσιλ σε μήνυμα που έστειλε στις 7 Νοέμβρη 1944 στον Υπουργό του επί των Εξωτερικών Άντονι Ήντεν ομολογεί το προσχεδιασμένο του εγκλήματος: «Κατά τη γνώμη μου, αφού πληρώσαμε τόσα (με τη «συμφωνία των ποσοστών», παραχωρήσεις στον Στάλιν), περιμένω οπωσδήποτε μια σύγκρουση με το ΕΑΜ και δεν θα πρέπει να την αποφύγουμε, υπό τον όρο να διαλέξουμε καλά το έδαφός μας (χώρο - χρόνο - σχεδιασμό)». Είχε καταστρωθεί λοιπόν το σχέδιο σύγκρουσης, ανεξάρτητα από το αν οι κομμουνιστές θα αποφάσιζαν να καταλάβουν βίαια την εξουσία ή θα δέχονταν ειρηνικό συμβιβασμό...

Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός με τον Βρετανό Πρωθυπουργό Γουίνστον Τσώρτσιλ στην Αθήνα τα Χριστούγεννα του 1944

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Ένας ιεράρχης σε ρόλο πολιτικού γεφυροποιού

Εκείνη την ταραγμένη περίοδο των Δεκεμβριανών (και εν συνεχεία του Εμφυλίου), διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο και ο τότε Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός (κατά κόσμον Δημήτριος Παπανδρέου), στο πρόσωπο του οποίου συμπυκνώνεται η διαπλοκή της εκκλησιαστικής και της πολιτειακής εξουσίας, καθώς ο εν λόγω ιεράρχης διατέλεσε Αντιβασιλέας (31.12.1944 – 27.9.1946) και (για μερικές ημέρες/17.10.1945 – 1.11.1945) Πρωθυπουργός.

Άνθρωπος με εξαιρετική μόρφωση και διοικητικές ικανότητες, ο Δαμασκηνός (γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1891 στη Δορβιτσά της ορεινής Ναυπακτίας) ανέπτυξε πλούσια δράση και πριν από την ανάληψη της αντιβασιλείας. Η συμβολή του στην ανοικοδόμηση της σεισμόπληκτης Κορίνθου (1928) προς εκπλήρωση της οποίας μετέβη στην Αμερική, η ίδρυση στα κατοχικά χρόνια του Εθνικού Οργανισμού Χριστιανικής Αλληλεγγύης (ΕΟΧΑ) με παραρτήματα σε πολλές περιοχές και κύρια αποστολή την προώθηση τροφίμων, και η σύνταξη του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος του 1943, είχαν τη σφραγίδα του Δαμασκηνού.

Βρετανοί στρατιώτες χρησιμοποιούν τον βράχο της Ακρόπολης, απ' όπου μπορούν να στοχεύσουν – ο ΕΛΑΣ απέφυγε να τραυματίσει τις αρχαιότητες (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)

Μεγάλο αγώνα έδωσε ο Δαμασκηνός για τη διάσωση των Ιουδαίων στο θρήσκευμα Ελλήνων πολιτών και των τσιγγάνων, που από το 1943 άρχισαν μαζικά να οδηγούνται σε ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης. Κατ’ εντολήν του, ως Αρχιεπισκόπου, εκδίδονταν πιστοποιητικά βαπτίσεως για τους Εβραίους ώστε να εμφανίζονται ως Χριστιανοί και να αποφεύγεται η σύλληψη και απέλασή τους!

Επίσης, στήριξε σθεναρά τη μαζική απεργία της 7ης Σεπτεμβρίου 1942, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να μην αποσταλεί κανένας Έλληνας επίστρατος στο ρωσικό μέτωπο κατά τη στρατιωτική «επιχείρηση Μπαρμπαρόσα». Αντιτάχθηκε στην απόφαση της ναζιστικής Γερμανίας να κάνει πολιτική επιστράτευση Ελλήνων με σκοπό να εργαστούν στη Γερμανία (Φεβρουάριος – Μάρτιος 1943). Μάλιστα επισκέφθηκε τον Γερμανό πληρεξούσιο από τον οποίο ζήτησε να ανακληθεί η απόφαση λέγοντας: «Εγώ ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, θα πω να σημάνουν τα σήμαντρα της πανελληνίου εξεγέρσεως και μαζί με τις γενικές απεργίες, θα φέρω με όλους τους πολιτικώς στρατευσίμους ένοπλα τα βήματά μου προς τα ελεύθερα ελληνικά βουνά»! Οι διαπραγματεύσεις κράτησαν μια ολόκληρη ημέρα. Οι Γερμανοί και οι Ιταλοί ζητούσαν ανταλλάγματα, μεταξύ των οποίων ήταν η αποκήρυξη της αντίστασης ή του κομμουνισμού. Ο Δαμασκηνός αρνήθηκε λέγοντας «αυτούς που θέλουν την ελευθερία του τόπου τους δεν τους ξεχωρίζω σε καλούς και κακούς. Προσεύχομαι για όλους»!

Ο Δαμασκηνός διετέλεσε αντιβασιλέας από 31.12.1944 μέχρι 27.9.1946, έπειτα από έντονες διεργασίες και διαπραγματεύσεις και την αρχική άρνηση του βασιλιά Γεωργίου Β'. Συγκεκριμένα, ο Βρετανός Πρωθυπουργός Γουίνστον Τσώρτσιλ μετέβη στην Ελλάδα στις 25.12.1944 για να συσκεφτεί με τους αρχηγούς των κομμάτων στο υπουργείο Εξωτερικών και να συναντηθεί με τον Δαμασκηνό. Κατά την επιστροφή του στην Αγγλία φαίνεται πως έπεισε τον Γεώργιο για την ανάγκη ορισμού αντιβασιλέως, όπως καταδεικνύεται από το τηλεγράφημα που έστειλε στον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου στις 30.12.1944, μία μέρα πριν από τον διορισμό του Δαμασκηνού στην επίμαχη θέση και τη συνεπακόλουθη προεδρία της ιεραρχίας υπό του Ιωαννίνων Σπυρίδωνος Βλάχου.
Βρετανοί στους δρόμους της πρωτεύουσας, με τη «Μάχη της Αθήνας» να έχει ανάψει (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)

Η λήξη της αντιβασιλείας Δαμασκηνού επήλθε στις 27 Σεπτέμβρη 1946, έπειτα από την επάνοδο του Γεωργίου (με το δημοψήφισμα της 1.9.1946). Ενδιαμέσως και συγκεκριμένα από τις 17.10.1945 μέχρι 1.11.1945 που παρέδωσε την πρωθυπουργία στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ο Αντιβασιλεύς Δαμασκηνός ανέλαβε και Πρωθυπουργός, όταν προκλήθηκε κυβερνητική κρίση (για το θέμα της πρόταξης των εκλογών χωρίς διενέργεια δημοψηφίσματος για το πολιτειακό/βασιλεία).

Ο Δαμασκηνός απεβίωσε στις 20.5.1949, όταν πλέον είχε αφοσιωθεί στα αρχιεπισκοπικά του καθήκοντα. Ασφαλώς, είναι δύσκολο εγχείρημα η αποτίμηση του έργου ενός ανθρώπου που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα πολιτικά (και εκκλησιαστικά) δρώμενα σε μια περίοδο μη ομαλή, όπως αυτή του εμφυλίου. Πάντως, εκ του αποτελέσματος (με τα όσα συνέβησαν μετά τα Δεκεμβριανά, σε βάρος της ηττημένης ΕΑΜικής παράταξης, με την καταστρατήγηση των όρων της Συμφωνίας της Βάρκιζας), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πέτυχε στον ρόλο του πολιτικού «γεφυροποιού», για τον οποίον τοποθετήθηκε Αντιβασιλεύς, ως προσωπικότητα πανελληνίου κύρους (λόγω και της αντιστασιακής του δράσης στην Κατοχή) που θα μπορούσε ν' αναλάβει πρωτοβουλίες για την εθνική συμφιλίωση.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

Η διαφωνία και η απουσία του (πρωτο)καπετάνιου του ΕΛΑΣ #4

Τα πρόσωπα που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο (Ι)

Τη στιγμή της Απελευθέρωσης της Ελλάδας, και δη της Αθήνας, από τους ναζί (12 Οκτώβρη 1944), οι αντιστασιακές δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, πιθανότατα θα μπορούσαν να θέσουν όλη τη χώρα υπό τη διακυβέρνηση της υπαρκτής Κυβέρνησης του Βουνού, της ΠΕΕΑ, υπό τον Αλέξανδρο Σβώλο, καταλαμβάνοντας έτσι ομαλά τη μετακατοχική εξουσία και δημιουργώντας τετελεσμένα, τα οποία δεν θα μπορούσαν να αγνοήσουν εύκολα οι Βρετανοί και ο ελεγχόμενος απ’ αυτούς Γεώργιος Παπανδρέου. Ωστόσο, η κύρια γραμμή στο ΚΚΕ εκείνη την κρίσιμη εποχή υπήρξε η πολιτική επιλογή της συνεννόησης και της συνδιαλλαγής με τις προπολεμικές δυνάμεις, με τις οποίες είχε έρθει σε συμφωνία στον Λίβανο και στην Καζέρτα, προτάσσοντας τη δημοκρατική μετεξέλιξη της Ελλάδας και την οριστική απαλλαγή από τη μοναρχία.

Τη θέση της ρήξης και της στρατιωτικής σύγκρουσης εξέφραζε κυρίως ο Άρης Βελουχιώτης (κατά κόσμον Θανάσης Κλάρας), ο οποίος κατά τη συγκρότηση (2 Μάη 1943) του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ είχε οριστεί καπετάνιος, με τον Στέφανο Σαράφη στρατιωτικό αρχηγό, ενώ την τριανδρία συμπλήρωνε ο αντιπρόσωπος του ΕΑΜ Ανδρέας Τζήμας (με το ψευδώνυμο Βασίλης Σαμαρινιώτης).

Στις 29 Οκτωβρίου 1944 και με αφορμή την επέτειο του «ΟΧΙ», συγκαλείται στην πλατεία Ελευθερίας της Λαμίας πανηγυρική συγκέντρωση του ΕΑΜ με παμφθιωτική λαϊκή παρουσία. Ο Άρης Βελουχιώτης εκφωνεί από το μπαλκόνι του Δημαρχείου τον ιστορικό μακροσκελή πανηγυρικό λόγο.

Λίγες μέρες αργότερα (Νοέμβριος 1944), και έχοντας διαφωνήσει ριζικά με την επιλογή της ηγεσίας του ΚΚΕ για τη συμμετοχή του ΕΑΜ στην κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας» του Γ. Παπανδρέου (είχε συγκροτηθεί 20 Οκτώβρη 1944), σε «Σύσκεψη των Καπεταναίων» στη Λαμία ο Άρης πρότεινε να ετοιμαστεί ο ΕΛΑΣ ν' αντιμετωπίσει αναμενόμενη σύγκρουση με τους Άγγλους, λέγοντας: «Αν ζήσει κανένας σας, να θυμάται τα λόγια αυτά. Οι Εγγλέζοι θα σας σφάξουν όλους σαν αρνιά. Εγώ στα χέρια τους δεν θα πέσω, γιατί τα βουνά με ξέρουν. Με την πέτρα προσκέφαλο, την ψείρα συντροφιά, την κάπα σκέπασμα, δεν θα με ιδούνε ζωντανό στα χέρια τους. Αυτό θέλω να το θυμάστε, αν κανένας σας ζήσει..».

Μάλιστα λίγο πριν από τον τραγικό Δεκέμβρη του '44, ο Άρης έστειλε στην ηγεσία του ΚΚΕ σχέδιο προτείνοντας τη χρησιμοποίηση όλου του δυναμικού των ενόπλων ανταρτών του ΕΛΑΣ από τη Στερεά και την Πελοπόννησο για την κατάληψη της Αθήνας και κατ' επέκταση της εξουσίας, κατά την αποχώρηση των Γερμανών. Εξάλλου, και ο στρατηγός Σαράφης στα απομνημονεύματά του μιλάει για πρόταση του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ να χτυπηθούν οι Εγγλέζοι σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, που απορρίφτηκε από το ΚΚΕ. Και όχι μόνο οι εν λόγω προτάσεις δεν λήφθηκαν υπόψη, αλλά ο Βελουχιώτης κρατήθηκε σε απόσταση από την Αθήνα και έτσι δεν πήρε μέρος στα Δεκεμβριανά, καθώς είχε σταλεί μαζί με τον στρατηγό Σαράφη στην Ήπειρο για να διαλύσουν τις υπό τον Ναπολέοντα Ζέρβα δυνάμεις του ΕΔΕΣ.

Ο κομβικός ρόλος του Γεωργίου Παπανδρέου

Καταλυτικός για τη σύγκρουση των Δεκεμβριανών, αλλά και γενικότερα για τον Εμφύλιο, υπήρξε ο ρόλος του Γεωργίου Παπανδρέου. Ο μετέπειτα «Γέρος της Δημοκρατίας», όχι μόνο γνώριζε την απόφαση και τα σχέδια του βρετανού πρωθυπουργού Γουίνστον Τσώρτσιλ για «συντριβή του ΕΑΜ», σε χρόνο που θα ευνοούσε τους Άγγλους, αλλά ως Πρωθυπουργός της Ελλάδας συμμετείχε ενεργά στην υλοποίηση αυτής της πολιτικής.

Συγκεκριμένα, ο Γ. Παπανδρέου έφτασε από το Κάϊρο στην Αθήνα στις 18 Οκτώβρη 1944 και δύο μέρες αργότερα σχημάτισε την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας με τη συμμετοχή και έξι ΕΑΜικών Υπουργών. Τότε που μιλώντας σε λαοθάλασσα, υπό την πίεση των συνθημάτων του ΕΑΜικού πλήθους, εκστόμισε το ιστορικό «και εις την λαοκρατίαν πιστεύομεν»!

Ένα από τα πρώτα ζητήματα που έπρεπε να επιλύσει η νέα κυβέρνηση ήταν η αποστράτευση των αντιστασιακών οργανώσεων και η δημιουργία εθνικού στρατού. Στις 5 Νοεμβρίου 1944 ο Γ. Παπανδρέου ανακοίνωσε ότι ύστερα από συνεργασία που είχε με τον στρατηγό Ρόναλντ Μακένζι Σκόμπι (διοικητής των Βρετανικών Δυνάμεων στην Ελλάδα), ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ θα αποστρατεύονταν ως τις 10 Δεκεμβρίου 1944. Όμως ο Σκόμπι, που κατ' εντολήν του Τσώρτσιλ είχε το γενικό πρόσταγμα, την 1η Δεκέμβρη κοινοποίησε στον ΕΛΑΣ διαταγή-τελεσίγραφο για την άμεση αποστράτευση των ΕΑΜικών ανταρτικών δυνάμεων.

Συνεπώς, γίνεται φανερό ότι το κρίσιμο ζήτημα της αποστράτευσης/αφοπλισμού του ΕΛΑΣ, ο Γ. Παπανδρέου το χειρίστηκε με τέτοιον («ανένδοτο» και μονόπλευρο) τρόπο, επιδιώκοντας να παρασύρει το ΚΚΕ σε «Στάσιν» και να συντρίψει το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ακόμη, λοιπόν, και αν αποδώσει κανείς ευθύνες και στο ΚΚΕ – κυρίως για την εξέλιξη των «Δεκεμβριανών» –, συνάγεται αβίαστα ότι ο «αρχιτέκτονας της σύγκρουσης» σε αυτή τη φάση του Εμφυλίου ήταν ο Γ. Παπανδρέου! Αυτό προκύπτει, άλλωστε, από επιστολή του ιδίου στην «Καθημερινή» (δημοσιεύτηκε στις 2 Μαρτίου 1948).

Ιδού χαρακτηριστικά όσο και αποκαλυπτικά (βλέπε ενδιάμεσο σχολιασμό) αποσπάσματα:

«Η προσαρμογή του ΚΚΕ εις την Εθνικήν Ένωσιν (σσ. δηλ. η συμμετοχή στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας) έχει συντελεσθεί υπό την σιωπηράν προϋπόθεσιν της παρουσίας εν Ελλάδι σημαντικών βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων (...)

[σχόλιο: Ο όρος «σιωπηρά προϋπόθεσις» σε ποια πλευρά αναφέρεται; στον ίδιο Γ. Παπανδρέου ως Πρωθυπουργό (που γνώριζε ή προσκαλούσε τη βρετανική παρουσία) ή στο ΚΚΕ (που υποτίθεται ότι είχε «μυστικά» ενημερωθεί και σιωπούσε); Στην πρώτη περίπτωση ήταν δόλος, στη δεύτερη ήταν πρόσθετη ένδειξη υποχωρητικότητας του ΚΚΕ, άρα και ένδειξη ότι δεν απέβλεπε σε βίαιη κατάληψη της εξουσίας].

(...) «Διά να ευρεθούν εδώ οι Βρετανοί, οι οποίοι ήταν απαραίτητοι διά την Νίκην (σσ. κατά του ΕΛΑΣ – ΚΚΕ), έπρεπε προηγουμένως να είχεν υπογραφή το Σύμφωνον της Καζέρτας (27 Σεπτεμβρίου 1944)... Καθώς μόνον το Σύμφωνον της Καζέρτας, όπου ο ΕΛΑΣ διά του αρχηγού του (Στέφανου Σαράφη) είχε υπογράψει την υπαγωγήν του εις το Βρετανικόν Στρατηγείον και προσεκάλεσε τους Βρετανούς εις την Ελλάδα, καθίστα συμμαχικώς εύκολον την παρουσίαν των Βρετανών» (...) Αλλά υπάρχει και το δεύτερον στάδιον, ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ. Διότι εφ’ όσον το ΚΚΕ παρέμεινε πάνοπλον, η Ελληνική Κυβέρνησις, καθώς ελέγαμεν τότε, ήτο απλώς “η περικεφαλαία του ΕΑΜικού Κράτους” (...).

[σχόλιο: Άρα, η Συμφωνία ήταν δόλος από τη μία πλευρά, αλλά και ένδειξη υποχωρητικότητας του ΕΛΑΣ (ΚΚΕ) από την άλλη, παρά την εμμονή στον (μονόπλευρο) αφοπλισμό του ΕΛΑΣ; Ποιος λοιπόν ήθελε τα Δεκεμβριανά, που ο Γ. Παπανδρέου τα αξιολογεί στην επιστολή του ως «δώρον του Υψίστου»;]

(...) «Αλλά διά να έλθη ο Δεκέμβριος (του 1944) έπρεπε προηγουμένως να είχομεν έλθει εις την Ελλάδα. Και τούτο ήτο δυνατόν μόνο με την συμμετοχήν του ΕΛΑΣ εις την Κυβέρνησιν, δηλαδή με τον Λίβανον» (όπου αποφασίστηκε η συγκρότηση Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας)...

[σχόλιο: Δηλαδή και η πρόσκληση στον Λίβανο ήταν δόλος; Ή μήπως οι υποχωρήσεις του ΕΛΑΣ-ΚΚΕ υποδηλώνουν από την πλευρά τους πρόθεση για πολιτική προς ομαλοποίηση δημοκρατικού πολιτεύματος με ισότιμη συμμετοχή όλων στην πολιτική ζωή;].

(...) «Το συμπέρασμα είναι ότι ο Δεκέμβριος (1994) ημπορεί να θεωρηθή “δώρον του Υψίστου”» (...)

[σχόλιο: Πέραν του φρικιαστικού να θεωρείται ως «δώρον Υψίστου» μια πολυαίμακτη αλληλοσφαγή ανθρώπων. Μήπως ο Γ. Π. αποκαλύπτει έτσι ότι επεδίωκε την αιματοχυσία του Δεκέμβρη '44 και στην πρόσκληση γι’ αυτόν τον σκοπό του «μεγάλου ηγέτη» Τσώρτσιλ, ο οποίος επιδίωκε από πριν την «επικείμενη» σύγκρουση;]

(...) «Και διά να γίνη η Στάσις – το “δώρον του Υψίστου” – έπρεπε προηγουμένως να επιμείνω εις την άμεσον αποστράτευσιν του ΕΛΑΣ και να θέσω το ΚΚΕ ενώπιον του διλήμματος ή να αποδεχθή ειρηνικώς τον αφοπλισμόν του ή να επιχειρήση την Στάσιν υπό συνθήκας όμως πλέον, αι οποίαι ωδήγουν εις την συντριβήν του. Αυτή είναι η ιστορική Αλήθεια».

Μάλιστα. Σαφέστερη ομολογία του προσχεδιασμένου εγκλήματος δεν μπορούσε να υπάρξει...


Ο Άρης Βελουχιώτης σε «Σύσκεψη των Καπεταναίων» στη Λαμία, όπου πρότεινε να ετοιμαστεί ο ΕΛΑΣ να αντιμετωπίσει αναμενόμενη σύγκρουση με τους Άγγλους. Η πρόταση του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ απορρίφθηκε ενώ ο Βελουχιώτης κρατήθηκε σε απόσταση από την Αθήνα



Πηγή: Ζήσης Ι. Καραβάς, δημοσιογράφος  - "Κουτί της Πανδώρας"
{[['']]}

Ποιοι άνοιξαν πυρ στην Πλατεία Συντάγματος; #3

 Η «Ματωμένη Κυριακή» της 3ης Δεκέμβρη 1944

 Σε μια εκδήλωση διαμαρτυρίας (ίσως και επίδειξης ισχύος) από το ΕΑΜ για τον αφοπλισμό που ουσιαστικά επρόκειτο για μονόπλευρη διάλυση του ΕΛΑΣ, διοργανώθηκε την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 1944 μεγάλο παναθηναϊκό συλλαλητήριο στην Πλατεία Συντάγματος, παρά την κυβερνητική απαγόρευση.

Για τον επιδιωκόμενο μονόπλευρο αφοπλισμό του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ υπάρχει και επίσημη ομολογία του Γεωργίου Παπανδρέου, όπως προκύπτει από την επιστολή του στην «Καθημερινή» (2.3.1948) όπου αναφέρει: «Την 21ην Αυγούστου 1944 συνηντήθην εις την Ρώμην με τον Βρετανόν Πρωθυπουργόν. Και όταν μου έθεσε το ερώτημα, ποια είναι η πολιτική μου, απήντησα: “Εξοπλισμός του Κράτους - Αφοπλισμός του ΕΑΜ”...»! Και σε άλλο σημείο της ίδιας επιστολής: «Και εις την Ελλάδα το ΚΚΕ είχε καταστή παντοδύναμον και είχε συγκροτήσει και την Κυβέρνησιν των Βουνών - την ΠΕΕΑ. Και η αγωνία, από την οποία αδιαλείπτως κατειχόμην ήτο: Πώς θα κατελύετο; Δύο ήσαν τα στάδια διά να φθάσωμεν εις την Νίκην: Πρώτον, η έλευσις εις τας Αθήνας! Και δεύτερον, ο αφοπλισμός του ΚΚΕ»!

Παρεμπιπτόντως, όπως γράφει ο ιστορικός Γ.Α. Λεονταρίτης, φαίνεται ότι η απαγόρευση προκάλεσε πιο μαζική συμμετοχή του εαμικού κόσμου στο συλλαλητήριο, και σχολιάζει: «Δεν πρέπει να αποκλειστεί και η άποψη ότι απαγορεύτηκε η συγκέντρωση με τη βεβαιότητα ότι δεν θα πειθαρχήσει το ΕΑΜ και έτσι θα μπορούσε να καταγγελθεί ότι άρχισε την εξέγερση και ότι η Κυβέρνηση υποχρεώθηκε να αμυνθεί ένοπλα…».

3 Δεκεμβρίου 1944: Νεκροί διαδηλωτές του ΕΑΜ στην πλατεία Συντάγματος (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)

Υπολογίζεται ότι πήραν μέρος πάνω από 100.000 άνθρωποι, ενώ κάποιοι ιστορικοί τους ανεβάζουν και στις 500.000. Το συλλαλητήριο βάφτηκε στο αίμα, καθώς οι διαδηλωτές δέχθηκαν καταιγισμό πυρών από την πλευρά των δυνάμεων ασφαλείας, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 24 άτομα/κατ' άλλες πηγές 28 ή 33 και να τραυματισθούν περίπου 150 (σ' αυτούς τους αριθμούς συγκλίνουν οι περισσότερες πηγές). Άγγλοι δημοσιογράφοι, που σοκαρισμένοι παρακολουθούσαν και κατέγραφαν από το ξενοδοχείο «Μ. Βρετανία» το μακελειό, ανέφεραν ότι πάνω από μία ώρα οι αστυνομικοί πυροβολούσαν στο ψαχνό τους διαδηλωτές – παρά τις διαμαρτυρίες κάποιων παριστάμενων βρετανών αξιωματικών – και ο τόπος γέμισε νεκρούς και τραυματίες, ανάμεσά τους και γυναικόπαιδα (ανταπόκριση των «Times» του Λονδίνου στις 4/12).

Την επομένη (4 Δεκέμβρη), το ΕΑΜ εκτός από τη γενική απεργία – άγγιξε το 100%, καθώς κανένα εργοστάσιο δεν κινήθηκε, κανένα μαγαζί δεν άνοιξε – οργάνωσε νέα διαδήλωση. Η συμμετοχή του λαού της Αθήνας και του Πειραιά ήταν τεράστια – το πλήθος ξεπέρασε τις 600.000 –, σε μια συγκλονιστική ατμόσφαιρα πένθους και μαχητικότητας, συνοδεύοντας τους νεκρούς της προηγούμενης μέρας στο Α' νεκροταφείο όπου έγινε η κηδεία τους.

Όταν ο όγκος της πένθιμης πομπής έφτασε στο Σύνταγμα, οι διαδηλωτές γονάτισαν, ορκίστηκαν στη μνήμη των νεκρών και έψαλαν το «Πένθιμο Εμβατήριο». («Επέσατε θύματα, αδέλφια εσείς, σε άνιση πάλη κι αγώνα...»). Από εκείνο το μεγαλειώδες δεύτερο συλλαλητήριο έχει μείνει στην Ιστορία – αποτυπωμένο και σε φωτογραφία – το σύνθημα του πανό που κρατούσαν οι μαυροφορεμένες κοπέλες: «Όταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας, διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα – ΕΑΜ».

Αστυνομικοί πυροβολούν στο πλήθος των διαδηλωτών στις 3 Δεκεμβρίου 1944 (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)

Στην επιστροφή από το νεκροταφείο, όμως, πραγματοποιήθηκε νέα δολοφονική επίθεση κατά του πλήθους από το ξενοδοχείο «Μητρόπολις» (κέντρο του ΕΔΕΣ), τη Γενική Ασφάλεια, καθώς κι από μέλη της Οργάνωσης Χ και πρώην ταγματασφαλίτες που διέμεναν σε ξενοδοχεία της Ομόνοιας, με τραγικό απολογισμό άλλους 34 νεκρούς και 70 τραυματίες! Την ίδια μέρα ο ΕΛΑΣ εξουδετέρωνε τη σφηκοφωλιά των Χιτών στο Θησείο (παρά την επέμβαση με άρματα μάχης των Βρετανών, οι οποίοι ωστόσο μπόρεσαν και μετέφεραν τον αρχηγό της Οργάνωσης Χ, Γεώργιο Γρίβα, στο αγγλοκρατούμενο κέντρο της Αθήνας), ενώ ως το απόγευμα ο ΕΛΑΣ είχε καταφέρει να αφοπλίσει το 60% των αστυνομικών τμημάτων της πρωτεύουσας και σχεδόν όλων στον Πειραιά.

Στις 5 Δεκέμβρη και αφού οι διαδηλωτές χτυπιούνται για τρίτη συνεχή μέρα, δυνάμεις του ΕΛΑΣ χτυπούν ξανά κι αυτές και οι συγκρούσεις γενικεύονται. Ταυτόχρονα, μπαίνουν για τα καλά στη μάχη οι Εγγλέζοι χρησιμοποιώντας τανκς και εν συνεχεία βομβαρδιστικά αεροπλάνα!

Για το ποιοι άνοιξαν πυρ τη ματωμένη Κυριακή της 3ης Δεκέμβρη, κατά καιρούς διατυπώθηκαν διάφορες εκδοχές. Οι κυριότερες: α) ότι πυροβόλησε απρόκλητα η αστυνομία β) ότι τα πυρά ήταν βρετανικά για τη δημιουργία προβοκάτσιας γ) ότι πυροβόλησαν κάποιοι από το πλήθος, με αποτέλεσμα να απαντήσουν οι αστυνομικές δυνάμεις.

Ποια είναι η αλήθεια; Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, ο (τότε) αρχηγός της Αστυνομίας Αθηνών Άγγελος Έβερτ (σσ. πατέρας του μετέπειτα προέδρου της ΝΔ Μιλτιάδη Έβερτ), παραδέχτηκε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Ακρόπολις» (5.12.1958) ότι ο ίδιος έδωσε τη διαταγή: «Βάσει των υπευθύνων διαταγών, τας οποίας είχα, διέταξα υπευθύνως την βιαίαν διάλυσίν των»! Υπηρεσιακά, λοιπόν, την εντολή την έδωσε ο Έβερτ, αλλά το θέμα είναι ποιος έδωσε την πολιτική εντολή στον Έβερτ. Επ' αυτού, οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι το (δι)έπραξε ο Γ. Παπανδρέου, αλλά υπάρχει και η εκδοχή ότι ήταν δάχτυλος κύκλων της μοναρχικής Δεξιάς που είχαν πρόσβαση στα Σώματα Ασφαλείας και τον στρατό.

Οι πρώτοι νεκροί της 3ης του Δεκέμβρη 1944 στην πλατεία Συντάγματος (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, εκείνο το αιματοβαμμένο βράδυ της 3ης Δεκεμβρίου '44 δήλωνε από τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών: «Σήμερα η συνείδησή μας είναι καθαρή. Όλη η ευθύνη ενώπιον της Ιστορίας και του Έθνους, ανήκει στους ηγέτες της άκρας αριστεράς», ισχυριζόμενος ότι «οι ομάδες των διαδηλωτών ήταν εξοπλισμένοι, πυροβόλησαν τα όργανα της τάξεως και αυτά αμυνόμενα αντιπυροβόλησαν και σημειώθηκαν θύματα»!..

Πώς όμως εξηγείται το γεγονός ότι μόνο οι διαδηλωτές είχαν θύματα, ενώ στα «αμυνόμενα όργανα της τάξεως που πυροβολήθηκαν» δεν υπήρξαν όχι νεκροί αλλά ούτε τραυματίες; Επί πλέον, αυτόπτες μάρτυρες υπεράνω πάσης υποψίας τον διέψευδαν! Όπως αναφέρει ο Γ. Λεονταρίτης στο βιβλίο του «Ποιοι ήθελαν τα Δεκεμβριανά», ο Άγγλος αξιωματικός Μπίφορντ Τζόουνς είχε δηλώσει: «Όσοι από τους θεατές βρισκόμασταν στη γραμμή του πυρός, περιμέναμε από στιγμή σε στιγμή το ΕΑΜ να απαντήσει με όπλα. Πάνω στη σκεπή των κεντρικών γραφείων του ΚΚΕ, που βρίσκονταν στην πλατεία, υπήρχαν πολυβόλα, τα οποία μπορούσαν να γαζώσουν ολόκληρη τη γειτονιά με καταιγιστικό πυρ. Το ΕΑΜ όμως περιορίστηκε σε βρισιές και απειλές. Δεν νομίζω πως υπήρχαν οπλισμένοι διαδηλωτές. Η οργή του πλήθους ήταν τέτοια, ώστε, εάν ήσαν οπλισμένοι, θα είχε ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος εκείνη τη στιγμή»…

Ανάλογες δηλώσεις με την παραπάνω του Τζόουνς είχαν κάνει ο Αμερικανός πρεσβευτής Μακ Βη και ο βοηθός στρατιωτικός ακόλουθος της αμερικανικής πρεσβείας, λοχαγός Μακ Νηλ.

Αλλά και ο Heinz Richter στο βιβλίο του «Η Εθνική Αντίσταση και οι συνέπειές της» έχει γράψει: «Η απρόσκοπτη επιστροφή της ελληνικής εξόριστης Κυβέρνησης τον Οκτώβρη του 1944 επιβεβαίωσε για μια ακόμη φορά ότι το ΕΑΜ και το ΚΚΕ δεν επιδίωκαν σε καμιά περίπτωση ανάληψη της εξουσίας (...) Οι Βρετανοί και η Κυβέρνηση, αντίθετα, επιδίωκαν την αντιπαράθεση, η οποία και πραγματοποιήθηκε στις 3 του Δεκέμβρη 1944, όταν η ελληνική Αστυνομία άνοιξε πυρ ενάντια σε μια αποδεδειγμένα άοπλη διαδήλωση της Αριστεράς». Να σημειωθεί ότι τα αιτήματα του συλλαλητηρίου ήταν «ομαλότητα, κατοχύρωση των λαϊκών ελευθεριών μέσω άμεσης διεξαγωγής δημοψηφίσματος και η προετοιμασία διενέργειας ελεύθερων εκλογών».

Βρετανοί στρατιώτες μεταφέρουν σε φορείο τραυματίες και νεκρούς (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)

Επίσης, στο βιβλίο «Αυτός ήταν ο Δεκέμβρης» των Μενέλαου Λουντέμη και Μέλπως Αξιώτη, αναφέρεται ότι στις 2 Δεκέμβρη ο Υπουργός Εφοδιασμού Θεμιστοκλής Τσάτσος είπε στον βρετανό πρεσβευτή Λίπερ: «Το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε να δώσει στην Αστυνομία εντολή να σταματήσει τη διαδήλωση ακόμη και με τα όπλα».

Ακόμη αξίζει να σημειωθεί ότι στο βιβλίο «Ο Δεκέμβριος 1944» του Βάσου Μαθιόπουλου, αναφέρεται ότι ο στρατηγός Λεωνίδας Σπαής, Υφυπουργός στρατιωτικών στην Κυβέρνηση Παπανδρέου τον Δεκέμβριο του 1944, έχει γράψει: «…αποφασίστηκε να χρησιμοποιηθούν κατά του ΕΑΜ τα Τάγματα Ασφαλείας. Η εισήγηση ήταν των Άγγλων, η απόφαση δική μου… Χρησιμοποιήσαμε 12.000» (σσ. από τις 27.000 ταγματασφαλίτες).

Αποκαλυπτική είναι και η ακόλουθη δήλωση του Γ. Παπανδρέου στις 30 Δεκέμβρη 1944: «Το ΕΑΜ μέχρι ηλιθιότητος, επιμένει στην πολιτική της εθνικής ενότητος» (Γρ. Φαράκου «Μαρτυρίες και Στοχασμοί»). Κατόπιν όλων των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι: «Τα “Δεκεμβριανά” τα προκάλεσαν και τα ξεκίνησαν οι Άγγλοι, με την κυβέρνηση Παπανδρέου και τις αντιΕΑΜικές δυνάμεις. Όχι “εν βρασμώ” ή από λάθος υπολογισμούς, αλλά μεθοδευμένα από καιρό».


 ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

Μπορούσε ν' αποφευχθεί ο τραγικός Δεκέμβρης του '44; #2

Οι απόψεις τριών ιστορικών ηγετών της Αριστεράς (Χ. Φλωράκης, Λ. Κύρκος, Γρ. Φαράκος) μέσα από βιβλία τους και μαρτυρίες τους

Έρευνα - κείμενα: Ζήσης Ι. Καραβάς

Πριν από 73 χρόνια, τον μήνα Δεκέμβριο και συγκεκριμένα στις 3.12.1944, έγινε στην Αθήνα το αιματοκύλισμα των άοπλων διαδηλωτών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, που εξελίχτηκε στον τραγικό Δεκέμβρη του 1944. Οι συγκρούσεις κράτησαν 33 μέρες (τερματίστηκαν στις 5-6 Γενάρη 1945) και στις 11 Γενάρη υπογράφτηκε ανακωχή/συνθηκολόγηση του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ με τον βρετανό στρατηγό Σκόμπι, η οποία οδήγησε στην πολυσυζητημένη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φλεβάρη 1945).

Τι ήταν τελικά εκείνος ο «Ματωμένος Δεκέμβρης» του '44; Οι ιστορικοί ονόμασαν τα γεγονότα απλά «Δεκέμβρης '44», «Δεκεμβριανά του '44» ή «Μάχη του Δεκέμβρη», «Μάχη της Αθήνας». Από την πλευρά των νικητών, ο «πιστεύομεν και εις την λαοκρατίαν» τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου, είδε τον «Δεκέμβρη '44» ως «Δώρον του Υψίστου» (φυσικά προς την εθνικόφρονα παράταξή του και τους Άγγλους πάτρονές της).

Από την πλευρά της Αριστεράς, παρότι ηττημένη, ακόμη και σήμερα οι περισσότεροι λένε και γράφουν «Ο Κόκκινος Δεκέμβρης» ή «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης». Όμως το μεγάλο ερώτημα που τίθεται χρόνια τώρα και βασικά συζητιέται με έντονες διχογνωμίες στους κόλπους της Αριστεράς – που ήταν και η χαμένη της μεγάλης όσο και άνισης σύγκρουσης – αφορά το αν μπορούσε να αποφευχθεί ο τραγικός Δεκέμβρης του '44. Να αποφευχθεί δηλαδή από την πλευρά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ/ΚΚΕ. Γιατί από την αντίπαλη πλευρά (τη λεγόμενη «εθνική παράταξη» και τον Τσώρτσιλ που ήθελε πάση θυσία να κρατήσει την Ελλάδα στη βρετανική σφαίρα επιρροής), η σύγκρουση ήταν προαποφασισμένη και προσχεδιασμένη με στόχο τη «συντριβή του ΕΑΜ/ΚΚΕ»!

Έπρεπε, λοιπόν, το καθοδηγούμενο από το ΚΚΕ ΕΑΜικό κίνημα να απαντήσει ενόπλως (μέσω του ΕΛΑΣ) μετά το αιματοκύλισμα της 3ης Δεκέμβρη στην Πλατεία Συντάγματος, και να γενικευτούν έτσι οι συγκρούσεις των «Δεκεμβριανών» που αποτέλεσαν και την Α' (μεγάλη) Πράξη του Ελληνικού Εμφυλίου (1946-49); Άλλο βέβαια το «έπρεπε» και άλλο το (αν) «μπορούσε» να αποφευχθεί ο «Δεκέμβρης του '44» και κατ' επέκταση ο Εμφύλιος – από την πλευρά του ΚΚΕ και της Αριστεράς πάντα...

Χωρίς ημέτερα σχόλια, παρατίθενται μέσα από βιβλία τους, άρθρα και μαρτυρίες τους οι σχετικές απόψεις τριών ιστορικών ηγετών της Αριστεράς και του ΚΚΕ, οι οποίοι πολέμησαν (από τις τάξεις του ΕΛΑΣ) στα «Δεκεμβριανά» του 1944 στην Αθήνα:

Του Χαρίλαου Φλωράκη (Γενικός Γραμματέας ΚΚΕ από Δεκέμβρη 1972 μέχρι Ιούλη 1989 και Πρόεδρος του Συνασπισμού της Αριστεράς από τον Απρίλη 1989 μέχρι τον Μάρτη 1991).

Του Λεωνίδα Κύρκου (στην ηγεσία του ΚΚΕ Εσ. από το 1968 ως το 1987, εν συνεχεία Πρόεδρος της ΕΑΡ και Γραμματέας στον Συνασπισμό με Πρόεδρο τον Φλωράκη).

Του Γρηγόρη Φαράκου (Γεν. Γραμματέας ΚΚΕ από Ιούλη 1989 μέχρι Φλεβάρη 1991 και μετά στον Συνασπισμό).

«Ήταν Αντίσταση στα σχέδια των ιμπεριαλιστών»

Ο Χ. Φλωράκης (20.7.1924 - 22.5.2005) έγινε μέλος του ΚΚΕ το 1941 σε ηλικία 27 ετών. Στα Δεκεμβριανά ήταν 30 ετών και πήρε μέρος, μέσα από τις τάξεις της ΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, στις μάχες που έγιναν από 5.12.1944 μέχρι 6.1.1945 σε περιοχές όπως Γουδή, Καισαριανή, Αμπελόκηποι, Ψυχικό, Κηφισιά.

Αποτιμώντας αργότερα, τόσο τον Δεκέμβρη '44 όσο και τη Συμφωνία της Βάρκιζας, θεωρούσε ότι η σύγκρουση στα «Δεκεμβριανά» ήταν υποχρεωτική για ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και μπορούσε να κερδηθεί, ενώ η Συμφωνία της Βάρκιζας δεν θα έπρεπε να υπογραφεί.

Να τι αναφέρεται σχετικά στο βιβλίο του Χρήστου Θεοχαράτου με τίτλο «Χαρίλαος Φλωράκης και λαϊκό κίνημα» (Αθήνα 2001), που είναι αυτοβιογραφία του «καπετάν Γιώτη» κατά την αφήγηση του ίδιου: «Όσοι ισχυρίζονται – ανάμεσά τους και κάποιοι δήθεν αριστεροί – ότι ο Δεκέμβρης υπήρξε από τα κορυφαία λάθη του ΕΑΜ (και άρα του ΚΚΕ), ή είναι πλαστογράφοι ή αναπαράγουν την πλαστογράφηση της Ιστορίας. Γιατί τον Δεκέμβρη δεν τον εξαπέλυσε το ΕΑΜ. Το ΕΑΜ τον υπέστη. Και, φυσικά, αντιστάθηκε...

Το θέμα που μπαίνει είναι αν το ΕΑΜ είχε άλλη λύση, πέρα από την Αντίσταση, αφού οι Άγγλοι του επέβαλαν τον Δεκέμβρη και αν είχε τη δύναμη να τον ματαιώσει. Εκεί που είχαν φτάσει τα πράγματα, όμως, η μοναδική λύση για να σταματήσουν οι εισβολείς την ένοπλη επίθεση, ήταν να σηκώσουν τα χέρια το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ και να αφήσουν τους νέους κατακτητές να συνεργαστούν απερίσπαστοι με τα όργανα των χιτλερικών – δηλαδή τους ταγματασφαλίτες, τους χίτες, τους δωσίλογους και τους κάθε λογής προδότες, κατακάθια και ποινικούς – ώστε να περάσουν αλυσίδες στον ελληνικό λαό. Αυτό όμως ήταν για το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ αδιανόητο. Και αποφάσισαν ν’ αντισταθούν.

Δεν ήταν, βέβαια, κάποια επανάσταση. Ήταν Αντίσταση στα σχέδια των ιμπεριαλιστών. Αυτό, άλλωστε, φαίνεται και από τα αιτήματα της διαδήλωσης που οργάνωσε το ΕΑΜ στις 3/12/1944. Να αφεθεί ο ελληνικός Λαός ελεύθερος να συνεχίσει την ομαλή δημοκρατική πορεία του...

Ασφαλώς άλλη θα 'ταν η εξέλιξη της Μάχης του Δεκέμβρη, αν είχαν παρθεί έγκαιρα ορισμένα μέτρα – αν π.χ. ο ΕΛΑΣ είχε στείλει τις μεγάλες και εμπειροπόλεμες μονάδες του στην Αθήνα. Ίσως τότε οι Εγγλέζοι να μην τολμούσαν να επιτεθούν... Ο συσχετισμός δυνάμεων, αν είχαν μετακινηθεί οι μεγάλες μονάδες στην Αθήνα, ήταν υπέρ του ΕΛΑΣ...

Κατά τα Δεκεμβριανά το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ έχασαν μια σοβαρή μάχη. Δεν έχασαν τον πόλεμο. Έχασαν την Αθήνα. Δεν έχασαν την Ελλάδα. Άρα, η Βάρκιζα δεν ήταν υποχρεωτική. Δεν ήταν αναπόφευκτη».


Διαδήλωση στους δρόμους της Αθήνας

«Ως πολιτική επιλογή ήταν θανάσιμο λάθος»

Ο Λ. Κύρκος (12.10.1924 - 28.8. 2001) έγινε μέλος του ΚΚΕ το 1943 σε ηλικία 19 ετών. Στα «Δεκεμβριανά» ήταν 20 ετών και πήρε μέρος ως ΕΠΟΝίτης και για ένα μικρό διάστημα ΕΛΑΣίτης στο Τάγμα των Εξαρχείων, περιοχή όπου ήταν και το σπίτι του.

Ιδού η θέση του για τα «Δεκεμβριανά», όπως γράφει ο ίδιος στο βιβλίο του «Ανατρεπτικά» (σελ. 119): «Ο Δεκέμβρης ως πολιτική επιλογή ήταν θανάσιμο λάθος… Η ηγεσία του ΚΚΕ έπρεπε να μείνει χωρίς καμιά ταλάντευση, στην πάση θυσία εξασφάλιση της προσφυγής στις κάλπες για την ανάδειξη του πρώτου μεταπολεμικού κοινοβουλίου και στη διεξαγωγή αδιάβλητου δημοψηφίσματος για την οριστική κατάργηση της μοναρχίας».

Επίσης, επικρίνει την τότε ηγεσία του ΚΚΕ, γιατί δεν έδειξε την απαιτούμενη ελαστικότητα και θεώρησε κεντρικό ζήτημα για ρήξη την απαίτηση των Εγγλέζων και των ντόπιων εκφραστών τους να διαλυθεί ο ΕΛΑΣ. «Θεώρησε – γράφει για την τότε ηγεσία του ΚΚΕ – πως κεντρικό σημείο, ακόμα και για μια ρήξη με τις άλλες δυνάμεις και με τους Εγγλέζους, ήταν η λύση του στρατιωτικού προβλήματος μετά την απελευθέρωση. Και μολονότι στην Καζέρτα είχε δεχτεί την ανάθεση της αρχηγίας των ενόπλων δυνάμεων – τακτικού στρατού και ΕΛΑΣ – στον Βρετανό στρατηγό Σκόμπι, στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην κρίση του Δεκέμβρη του ’44 δεν έδειξε την απαιτούμενη ελαστικότητα, ώστε η λύση του πράγματι σοβαρότατου προβλήματος να μην εμποδίσει την πορεία προς την ομαλή διεξαγωγή των εκλογών, που έπρεπε να είναι ο σαφέστατος και αμετακίνητος στόχος». («Ανατρεπτικά» σελ. 128).

Ωστόσο, στην ίδια σελίδα (128) των «Ανατρεπτικών», ο Λ. Κύρκος παραδέχεται πως κι αν ακόμη δεν γινόταν ο Δεκέμβρης «οι Εγγλέζοι πάλι θα έκαναν το παν, για να εμποδίσουν την ομαλή πορεία προς τις εκλογές».

«Αφελείς οι υπολογισμοί της ηγεσίας»

Χαρακτηριστική είναι και η τοποθέτηση του Λ. Κύρκου, όπως αυτή καταγράφεται στο βιβλίο του Στέλιου Κούλογλου «Μαρτυρίες για τον εμφύλιο και την ελληνική αριστερά». Εκεί, υποστηρίζει ο Κύρκος: «Ο Δεκέμβρης ήταν η μεγάλη παγίδα στην οποία μπήκαμε με ενθουσιασμό και για χρόνια ολόκληρα έμεινε ως ο Μεγάλος Δεκέμβρης. Ήταν η πρώτη μεγάλη ήττα που υπέστη το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ, η Αριστερά γενικότερα. Δεν είχαμε συνειδητοποιήσει το τι ήταν ακριβώς. Ήταν η πρώτη μιας σειράς από τραγικά λάθη που γίνανε, χωρίς συνειδητοποίηση ούτε του συσχετισμού των δυνάμεων ούτε της πολιτικής της άλλης πλευράς, ούτε των δικών μας επιδιώξεων.

Τι ακριβώς θέλαμε; Να πετάξουμε τους Άγγλους στη θάλασσα; Αυτό ήταν μια ευχή αλλά από κει κι ύστερα τι θα γινόταν; Μπαίναμε στη σύγκρουση με τους Εγγλέζους χωρίς να σκεφτόμαστε τους όρους με τους οποίους θα διεξάγονταν αυτή η σύγκρουση. Ο πόλεμος στην Ευρώπη δεν είχε τελειώσει, οι Γερμανοί είχαν καθηλώσει τους Συμμάχους σε κάποιες περιοχές όπου γίνονταν ακόμη φονικότατες μάχες.

Φαίνεται ότι τα κλιμάκια της ηγεσίας του ΕΑΜ υπολόγιζαν ότι οι Εγγλέζοι, παρά τις απειλές, δεν θα έρχονταν, δεν θα μπλέκονταν, δεν θα έφταναν στο σημείο να τουφεκίσουν τους χτεσινούς Συμμάχους ύστερα από τους ύμνους του Τσώρτσιλ και των υπολοίπων. Ήταν αφελείς αυτοί οι υπολογισμοί της ηγεσίας που δεν έβλεπε ότι σε τέτοιες ώρες εκείνο που κυριαρχεί είναι η αίσθηση των συμφερόντων μιας μεγάλης δύναμης όπως ήταν τότε η Αγγλία, η οποία είχε καίρια συμφέροντα στην Ελλάδα.


Αστυνομικοί απέναντι σε διαδηλωτές στο Σύνταγμα στις 3 Δεκεμβρίου 1944 (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)

«Οι Σοβιετικοί δεν έκαναν τίποτε, παρά τις εκκλήσεις»

Και βέβαια δεν είχε γίνει γνωστή, τουλάχιστον στον κόσμο, στους απλούς μαχητές, η περιλάλητη συμφωνία της Μόσχας. Ακόμα έχω ένα μεγάλο ερωτηματικό σχετικά με το αν η ηγεσία του ΚΚΕ, δηλαδή το Πολιτικό Γραφείο, ήξερε ότι είχε υπάρξει μια τέτοια συμφωνία. Μπορούσε να το συναγάγει κανείς και από τα γεγονότα. Ο Τολμπούχιν, ο μέγας στρατάρχης του Κόκκινου Στρατού, “έγλειψε” τότε τα σύνορα της Ελλάδας αλλά ούτε ένας Σοβιετικός στρατιώτης δεν πάτησε σε ελληνικό έδαφος. Οι Σοβιετικοί δεν έκαναν τίποτε, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των τμημάτων του ΕΛΑΣ που τους έλεγαν: “Ελάτε, μπείτε μέσα, βοηθήστε μας, εδώ εμείς συνεχίζουμε τον αγώνα, απέναντί μας όμως έχουμε τους καταχτητές και τους κουίσλινγκ”...

Ήταν μια ένδειξη τού ότι οι Σοβιετικοί δεν έκαναν τίποτε. Μια ένδειξη όμως που δεν την υπολόγιζε κανείς, μπροστά στο κύμα της ελπίδας, ότι οι Σοβιετικοί κατέβηκαν στα σύνορά μας, δεν είναι δυνατόν οι Εγγλέζοι να αποβιβαστούν και να χτυπήσουν. Κι όμως οι Εγγλέζοι αποβιβάστηκαν και χτύπησαν και μάλιστα με τις ευλογίες του Στάλιν. Πέρασε ο Δεκέμβρης του 1944 και η “Πράβδα” δεν έγραψε ούτε λέξη, δεν το ανέφερε καν ως γεγονός. Καμιά αντίδραση δεν υπήρξε από την πλευρά των Σοβιετικών, ήταν τελείως προδιαγραμμένη η τύχη της Ελλάδας».

«Έπρεπε να αποφευχθεί… μπορούσε να αποφευχθεί»

Ο Γρ. Φαράκος (11.1.1923 - 23.3. 2007) έγινε μέλος του ΚΚΕ το 1941 σε ηλικία 18 ετών. Στα «Δεκεμβριανά» ήταν 21 ετών και πήρε μέρος ως καπετάνιος του ΕΛΑΣίτικου λόχου Σπουδαστών «Λόρδος Μπάιρον», προβάλλοντας αντίσταση στο Πολυτεχνείο, όταν τα αγγλικά τανκς γκρέμισαν την πύλη του ιδρύματος. Στα τέλη Δεκέμβρη τραυματίστηκε σοβαρά κατά τη διάρκεια μαχών στα Εξάρχεια.

Στο βιβλίο του «Μαρτυρίες και στοχασμοί» (σελ. 61) – το οποίο εκδόθηκε το 1993 – ο Φαράκος υπογραμμίζει: «Η χωρίς αντίσταση παράδοση θα αμαύρωνε το έπος της εθνικής αντίστασης… Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν έπρεπε να υπερασπιστούμε την τιμή και την αξιοπρέπειά μας με τα όπλα. Έπρεπε, δεν γινόταν αλλιώς».

Ωστόσο, μερικά χρόνια αργότερα, σε μια επιστημονική συνάντηση για τα «Δεκεμβριανά», όπου τέθηκε το ερώτημα «Ήταν αναπόφευκτη η σύγκρουση;», ο Φαράκος απάντησε: «Κατ’ αρχήν έπρεπε να αποφευχθεί… μπορούσε να αποφευχθεί. Φυσικά, θα είχαμε υποχωρήσεις, παραχωρήσεις. Μήπως λιγότερες υποχωρήσεις έγιναν αργότερα στη Βάρκιζα και κατοπινά; Και ποιος ο λόγος να υπάρχουν όλες αυτές οι θυσίες;… Αν κρίνεις πολιτικά το θέμα, ως τρόπο λειτουργίας της δημοκρατίας, δημιουργίας μιας δημοκρατικής εξουσίας, όπως απαιτούσε η μεταπολεμική Ελλάδα, τότε κατηγορηματικά θα απαντήσεις: Έπρεπε να αποφευχθεί ο Δεκέμβρης και ήταν δυνατόν να αποφευχθεί». («Δεκέμβρης του ’44» - Επιμέλεια Γρ. Φαράκος, Εκδόσεις Φιλίστωρ - 1996)

Επίσης ο Γρ. Φαράκος είχε αναρωτηθεί ποιος ήταν ο λόγος που είχαμε τόσες θυσίες. Συγκρίνει μάλιστα αυτές τις θυσίες με τις θυσίες των Βαλκανικών Πολέμων, του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και της Μικρασιατικής Καταστροφής και καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι θυσίες της Κατοχής και του Εμφυλίου ήταν περισσότερες («Δεκέμβρης του ’44», σελ. 13). Έτσι στα παραπάνω επιχειρήματά του ενάντια στην επιλογή του ΚΚΕ και του ΕΑΜ να πάρουν τα όπλα στα Δεκεμβριανά και στον Εμφύλιο, προσθέτει ένα ακόμη: το βαρύ κόστος σε ανθρώπινες ζωές!

«Στόχος η κονιορτοποίηση-εξαφάνιση της Αριστεράς»

Ενδιαφέρον έχει και η αναφορά (στο «Μαρτυρίες και Στοχασμοί») ότι στις 33 μέρες των μαχών στα «Δεκεμβριανά», ούτε μια φορά δεν συνήλθε η ΚΕ ούτε καν το ΠΓ του ΚΚΕ. Ωστόσο, ο ίδιος ο Γ. Φ. σε άρθρο του στα ΙΣΤΟΡΙΚΑ της «Ελευθεροτυπίας» (2.12.1999) αναφέρει ότι προς το τέλος των συγκρούσεων, «στις 29 Δεκεμβρίου1944 (κατ' άλλους στις 2 Ιανουαρίου1945) συνήλθε, σε διευρυμένη συνεδρίασή του, το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, για να πάρει σύντομα μέτρα ενίσχυσης των μαχόμενων στην Αθήνα τμημάτων».

Από το ίδιο αυτό άρθρο του Γρ. Φαράκου στα ΙΣΤΟΡΙΚΑ της «Ε» (τεύχος 7, 2.12.1999), παρατίθεται ακολούθως ένα μεγαλύτερο απόσπασμα με τις απόψεις-ερμηνείες του για τα «Δεκεμβριανά» και όσα ακολούθησαν:

«Για τους “νικητές” της Δεκεμβριανής σύγκρουσης, που πέτυχαν να καταλάβουν την εξουσία και να τη διατηρήσουν επί πολλές δεκαετίες, υπάρχει η πραγματικότητα που έζησε ο τόπος. Αυτή αποδεικνύει ότι ο κύριος σκοπός τους ήταν η ανεξέλεγκτη μονοπώληση της εξουσίας και βασικό τους μέλημα είχαν την κονιορτοποίηση-εξαφάνιση της Αριστεράς από την πολιτική ζωή». (...)

(...) Μάλιστα «τον Ιούνιο 1945 δημοσιεύεται υπόμνημα των Σοφούλη, Καφαντάρη, Πλαστήρα, Τσουδερού, Μυλωνά προς τον τότε πρωθυπουργό Βούλγαρη, με οποίο αναγνωρίζουν το διωγμό και εκφράζουν την ανησυχία τους. Μιλούν για “χιτλερικές συμμορίες οι οποίες λυμαίνονται τη χώρα με διαπραττόμενα εγκλήματα κατά των ελεύθερων πολιτών, κακοποιήσεις, συλλήψεις, φυλακίσεις, βιασμούς γυναικών, φόνους κ.λπ. εγκλήματα κηλιδώνοντα τον πολιτισμόν μας”. Σε παράρτημα, παραθέτουν ένα “μικρόν πολλοστημόριον των εγκληματικών πράξεων που περιήλθον εις γνώσιν μας”. Δεν αναφέρονται, μάλιστα, μόνο στις παρακρατικές οργανώσεις, αλλά επισημαίνουν ότι “το κράτος δεν είναι αμέτοχο”...» (...).

(...) «Σήμερα, πια, δεν είναι εύκολο κάποιος να αρνείται αυτή την πραγματικότητα. Μόνο μέχρι τον Μάρτιο 1947, το σύνολο των δολοφονημένων της Αριστεράς έφθασε τους 1.300 (απ' αυτούς 124 οι εκτελεσμένοι με αποφάσεις στρατοδικείων). Ο "μονόπλευρος εμφύλιος" που κατήγγειλε η Αριστερά ήταν γεγονός». (...)

Βρετανικά τεθωρακισμένα παρεμποδίζουν εαμική διαδήλωση τον Δεκέμβρη του 1944 (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)

Η «άλλη» γραμμή και ο Άρης Βελουχιώτης

(...) «Από την άλλη μεριά, είναι αλήθεια ότι ούτε η ηγεσία του ΚΚΕ είχε απαλλαγεί από την τριτοδιεθνιστική αντίληψη για βίαιη κατάληψη της εξουσίας. Άλλωστε, η ίδια η συμφωνία της Βάρκιζας αμφισβητήθηκε εξαρχής από ένα μέρος των ηγετικών του στελεχών. Ο Θ. Μακρίδης (σσ. στρατιωτικός σύμβουλος του ΕΛΑΣ), στη μυστική του έκθεση σημειώνει: “Όταν ο Αρης (Βελουχιώτης) και ο γράφων έμαθαν την σύναψιν της Συμφωνίας της Βάρκιζας και τους όρους της... δυσαρέστως εξεπλάγησαν και τούτο εγνώρισαν εις τον σ. Ιωαννίδην”. Και προσθέτει ότι πρότειναν “να αποσυρθή εν εκ των καλύτερων τμημάτων του ΕΛΑΣ συντεταγμένον εις το Γιουγκοσλαβικόν έδαφος, να εκπεδευθούν εκεί στελέχη στις σύγχρονες μεθόδους πολέμου, ώστε να είναι διαθέσιμοι να δράσωσι όπου-όπως-όταν η καθοδήγησις του ΚΚΕ θα ώριζεν”...» (...).

(...) «Το “χαμένο αρχείο” του Άρη Βελουχιώτη, που πρόσφατα έδωσα στη δημοσιότητα (σσ. το σχετικό βιβλίο του Γ. Φ. παρουσιάστηκε στις 11.11.1997), αποδεικνύει με αδιαμφισβήτητα τεκμήρια ότι υπό σκέψη και συζήτηση υπήρχε και η “άλλη” γραμμή. Ορθώς η ηγεσία του ΚΚΕ την απέκλεισε τότε. Η ευθύνη της βρίσκεται στον τρόπο που αντιμετώπισε την κίνηση του Άρη, στο χλευασμό, τις ύβρεις εναντίον του Πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ, στην πλήρη εγκατάλειψη και την εξαπάτησή του κατά τη διάρκεια της περιπέτειάς του. Η άγρια εξόντωσή του από τους αντιπάλους ήταν η κατάληξη. Ακόμα μεγαλύτερη όμως είναι η ευθύνη της, γιατί, μόλις μετά λίγους μήνες, προχωρεί στην εφαρμογή αυτής ακριβώς της “άλλης” γραμμής, που υποτίθεται ότι είχε καταδικάσει. Η ένταση των διωγμών από την αντίπαλη πλευρά φαίνεται να “δικαιώνει” τις υπό την ηγεσία τώρα του Ν. Ζαχαριάδη επιλογές της. Ο “φαύλος κύκλος” των αφορμών ή προσχημάτων, που η μια από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις έδινε στην άλλη, συνεχίζεται. Και η διολίσθηση προς τον μαζικό, τον συνολικό Εμφύλιο έχει καταστεί γεγονός» (...).

(...) «Η μεταδεκεμβιανή κατάσταση επέβαλε την αυτογνωσία σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις. Αλλά: Οι μεν “ζαλίζονται” από την αναπάντεχη “νίκη” τους, που με τα όπλα των Άγγλων εξασφάλισαν. Οι δε, αρνούνται να παραδεχθούν την ήττα, άρα και τους συμβιβασμούς που αυτή επιβάλλει. Την αυτοσυνειδησία τους, μόλις και θα προσεγγίσουν μετά μία, σχεδόν, δεκαετία. Στο μεταξύ, ένας καταστροφικός εμφύλιος πόλεμος σαρώνει τη χώρα και τους ανθρώπους της. Οι συνέπειές του, ακόμα και μετά μισόν αιώνα, στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική ζωή δεν έχουν πλήρως εξαλειφθεί».

Η «ανοησία», ο Στάλιν και τα συμφέροντά του

Όσον αφορά τη στάση των Σοβιετικών στα «Δεκεμβριανά», και τη ρήση του Ιωσήφ Στάλιν «Οι Έλληνες έκαναν μια ανοησία», που αναφέρεται στο ημερολόγιο του Βούλγαρου κομμουνιστή ηγέτη Γκεόργκι Δημητρόφ (γραμματέας της Κομιντέρν, που ήταν το συντονιστικό όργανο των κομμουνιστικών κομμάτων εκείνης της εποχής), ο Γρ. Φαράκος είχε δώσει στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» την ακόλουθη εξήγηση: «Ο Στάλιν, είναι φανερό, δεν ήθελε να χρεωθεί την ήττα του ελληνικού κινήματος. Την ώρα που ο Στάλιν έλεγε αυτό στον Δημητρόφ λειτουργούσε ως ηγέτης του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος και αυτό που τον ενδιέφερε κυρίως προσωπικά ήταν να ξεκαθαρίσει ότι ο ίδιος δεν είχε δώσει καμία εντολή για τη σύγκρουση με τους Άγγλους».

Θεωρώντας τη στάση του Στάλιν και των Σοβιετικών «διφορούμενη από την αρχή ως το τέλος», ο Φαράκος πρόσθετε: «Από τη μια μεριά ο Στάλιν δεν ήταν διατεθειμένος, στην προοπτική τού να διεκδικήσει έναν πιο αποφασιστικό ρόλο στα ελληνικά πράγματα, να διακινδυνεύσει τα γενικότερα συμφέροντα της Σοβιετικής Ένωσης στον ήδη διαμορφωμένο χώρο επιρροής της ( Πολωνία κλπ.) και από την άλλη μεριά θεωρούσε ότι η ανάπτυξη του κινήματος εναντίον των Άγγλων στην Ελλάδα από το ΚΚΕ και τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς αποτελούσε θετικό στοιχείο για τις ευρύτερες επιδιώξεις στο πλαίσιο της αντιπαράθεσής του με τις δυτικές δυνάμεις. Η Ελλάδα δεν ήταν μεταξύ των πρώτων προτεραιοτήτων της σοβιετικής πολιτικής. Ο Στάλιν παραμένει συνεπής στην αναγνώριση της πρωτοκαθεδρίας των Άγγλων στα ελληνικά πράγματα, γεγονός που σημαίνει ότι δεν επιφυλάσσει κανέναν άλλο ρόλο στο εαμικό κίνημα παρά μόνον εκείνον του μοχλού πίεσης».


Ο Σοβιετικός συνταγματάρχης Ποπόφ (δεύτερος από αριστερά) στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία» ενώ έξω μαινόταν η «Μάχη της Αθήνας» (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)


{[['']]}

Έτσι στήθηκαν τα «Δεκεμβριανά 1944» #1

Ποιοι ήθελαν και (πώς) μεθόδευσαν τη σύγκρουση της Αθήνας σκοτώνοντας άοπλους διαδηλωτές στο συλλαλητήριο του ΕΑΜ.

Ένα από τα πλέον συζητημένα ζητήματα-ερωτήματα της πρόσφατης πολιτικής Ιστορίας μας είναι το ποιοι ήθελαν και για ποιο σκοπό μεθόδευσαν τη σύγκρουση που άρχισε στις 3 Δεκέμβρη 1944 στην Αθήνα. Ας δούμε όμως εν συντομία πώς φτάσαμε στα «Δεκεμβριανά». Κατ' αρχήν πρέπει να υπογραμμισθεί πως το ότι στην Εθνική Αντίσταση πρωτοστάτησε το εαμικό κίνημα (αριστεροί και φιλελεύθεροι προοδευτικοί και δημοκράτες) είναι γνωστό και γενικώς αποδεκτό. Οι μεταξικοί και βασιλόφρονες απουσίασαν σχεδόν καθολικά. Όμως, όσο φούντωνε το εαμικό κίνημα αποκτώντας και οπλισμό από τις αντίπαλες (ιταλογερμανικές) κατοχικές δυνάμεις που εξουδετέρωνε, άρχιζε να ανησυχεί η άλλη παράταξη, ιδιαίτερα από το 1943 και πολύ περισσότερο από τη στιγμή που οι ΕΑΜικοί συγκρότησαν την Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), στις 10 Μάρτη 1944.

Η άλλη πλευρά, με κύρια έκφραση τη «νόμιμη» Ελληνική Κυβέρνηση, γνωστή ως «Κυβέρνηση της Εξορίας» στο Κάιρο, αποφάσισε να καλέσει εκπροσώπους των πολιτικών δυνάμεων σε Συνέδριο στον Λίβανο (Απρίλης – Μάης 1944), όπου και απέσπασε τη συναίνεση για συγκρότηση Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας με συμμετοχή και 5-6 προσώπων από το ΕΑΜ όχι όμως σε νευραλγικά υπουργικά πόστα. Όπερ και εγένετο, καθώς μετά από λίγους μήνες δισταγμού και κωλυσιεργίας το ΕΑΜ στις αρχές του Σεπτέμβρη 1944 πρότεινε εκπροσώπους για 6 υπουργικές θέσεις (Αλέξανδρος Σβώλος, Γιάννης Ζέβγος, Μιλτιάδης Πορφυρογένης, Άγγελος Αγγελόπουλος, Ηλίας Τσιριμώκος, Νίκος Ασκούτσης) στην υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου Κυβέρνηση.

Παρέλαση της ΕΠΟΝ Καισαριανής προς το Σύνταγμα (φωτ. ΑΣΚΙ)

Στα τέλη του ίδιου μήνα πραγματοποιήθηκε στην Καζέρτα της Ιταλίας μια άλλη συνάντηση, όπου είχαν προσκληθεί και οι αρχηγοί των δυο κυριότερων ένοπλων αντιστασιακών οργανώσεων του ελλαδικού χώρου – ο Στέφανος Σαράφης του ΕΛΑΣ και ο Ναπολέων Ζέρβας του ΕΔΕΣ –, καθώς και Βρετανοί Αξιωματούχοι. Εκεί, στις 27 Σεπτέμβρη υπογράφτηκε η Συμφωνία της Καζέρτας με κύρια σημεία:

α) Ολες οι ένοπλες δυνάμεις στον ελλαδικό χώρο, άρα και ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ, θα υπάγονταν στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας.

β) Η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας όριζε αρχιστράτηγο τον βρετανό στρατηγό Ρόναλντ Σκόμπι.

γ) Οι δυνάμεις των ανταρτών δεν είχαν δικαίωμα να κινηθούν προς Αθήνα και Θεσσαλονίκη κατά την αποχώρηση των Γερμανών. Έπρεπε να περιμένουν την άφιξη της Κυβέρνησης, που τη συνόδευαν και βρετανικές δυνάμεις και μια ελληνική ταξιαρχία, η οποία είχε βοηθήσει τους συμμάχους στο Ρίμινι και είχε «εκκαθαριστεί» από δημοκρατικούς στρατιώτες και αξιωματικούς προτού αναχωρήσει από το Κάιρο.

Τελικά, οι Γερμανοί αποσύρονταν από την Αθήνα (12.10.1944) και η Ελληνική Κυβέρνηση έφτασε στις 18 του Οκτώβρη. Παρεμπιπτόντως, αν ΕΑΜ-ΕΛΑΣ/ΚΚΕ είχαν πρόθεση και σχέδιο να καταλάβουν την εξουσία με τα όπλα, γιατί δεν το έπραξαν εκείνο το «νεκρό» διάστημα;

Ακολούθησαν 45 μέρες που η Κυβέρνηση είχε προστριβές με τους ΕΑΜικούς συνεργάτες της για ένα πολύ βασικό ζήτημα: Ο Γ. Παπανδρέου επιδίωκε να αφοπλίσει τον ΕΛΑΣ και να διατηρήσει δυνάμεις σαφώς αντιεαμικές: την ορεινή Ταξιαρχία του Ρίμινι και τον Ιερό λόχο. Οι επικίνδυνοι και, κατά τον Πρωθυπουργό, ύποπτοι για βίαιη κατάληψη της εξουσίας ΕΑΜικοί ζήτησαν να διατηρήσουν κι αυτοί μια ταξιαρχία του ΕΛΑΣ ισοδύναμη προς τα κυβερνητικά ένοπλα σώματα. Μάλιστα, η πλευρά Παπανδρέου είχε επιπλέον στο πλευρό της τις δυνάμεις των Βρετανών (με τανκς και αεροπλάνα), άρα δεν είχε λόγους να αγωνιά μήπως υπερτερούν οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ/ΚΚΕ.

Όμως, την 1η Δεκέμβρη 1944 ο Σκόμπι εξέδωσε διαταγή για αφοπλισμό του ΕΛΑΣ ως τις 10 Δεκέμβρη!


Τμήμα του ΕΛΑΣ παρελαύνει σε γειτονιά της Αθήνας τις ημέρες της Απελευθέρωσης (φωτ. ΑΣΚΙ)

Κατόπιν τούτου, οι εαμικοί υπουργοί παραιτήθηκαν και το ΕΑΜ προκήρυξε γενική απεργία και οργάνωση συλλαλητηρίου την Κυριακή 3 Δεκέμβρη στην Πλατεία Συντάγματος. Κι εκεί άρχισαν όλα όταν (όπως καταδεικνύεται με ντοκουμέντα και μαρτυρίες της εποχής) τα «όργανα της τάξεως» της κυβέρνησης Παπανδρέου (με τις πολιτικές και στρατιωτικές πλάτες των Βρετανών) αιματοκύλησαν το συλλαλητήριο ανοίγοντας πυρ εναντίον των άοπλων διαδηλωτών. Για το ποιος προσχεδιασμένα ήρξατο χειρών αδίκων, υπάρχουν πάμπολλα γραπτά ντοκουμέντα. Ενδεικτικά:

* Όπως αναφέρει ο Βάσος Μαθιόπουλος στο βιβλίο του «Δεκέμβρης του 1944» (σελ. 120) σε μήνυμα που έστειλε ο Βρετανός Πρωθυπουργός Γουίνστον Τσώρτσιλ στις 7 Νοέμβρη 1944 προς τον Υπουργό του επί των εξωτερικών Άντονι Ήντεν, έγραφε: «Κατά τη γνώμη μου, αφού πληρώσαμε τόσα (με τη «συμφωνία των ποσοστών», παραχωρήσεις στον Στάλιν), περιμένω οπωσδήποτε μια σύγκρουση με το ΕΑΜ και δεν θα πρέπει να την αποφύγουμε, υπό τον όρο να διαλέξουμε καλά το έδαφός μας (χώρο- χρόνο- σχεδιασμό)»!

* Επίσης, σε άλλο μήνυμά του, στα μέσα Νοέμβρη 1944, δηλ. ένα 10ήμερο/15θήμερο πριν από τη Δεκεμβριανή τραγωδία στην Αθήνα, ο Τσώρτσιλ έγραφε: «Είναι ευτύχημα ότι η επικείμενη σύγκρουση με το ΕΑΜ γίνεται χωρίς να είναι ο βασιλιάς εκεί. Μπορούμε να παίξουμε πολύ καλύτερα το παιχνίδι μας υπέρ του Παπανδρέου από ό,τι θα μπορούσαμε αν θα εμφανιζόμασταν να επιβάλλουμε ένα μοναρχικό καθεστώς στην Ελλάδα»

* Κι όταν λίγες μέρες μετά άρχιζε η «επικείμενη» σύγκρουση, πάλι ο Τσώρτσιλ έγραψε ειδικές οδηγίες στον αρμόδιο στρατηγό Σκόμπι, διατάζοντάς τον: «Μη διστάσετε να πυροβολήσετε εναντίον παντός ενόπλου... Μη διστάσετε να ενεργήσετε ως να ευρίσκεσθε εις μόλις καταληφθείσαν πόλιν όπου έχει εκραγεί επαναστατικόν κίνημα»!

Να διευκρινιστεί, ότι αυτά γράφονταν από τον Τσώρτσιλ, ενώ οι δυνάμεις του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ δεν είχαν ακόμη συγκρουστεί με Βρετανούς και προσπαθούσαν ή προσδοκούσαν να βρουν δρόμο συμπόρευσης (με αποστολή εκπροσώπων στον Σκόμπι για συνεννόηση). Ιδού, λοιπόν, ο βασικός υπαίτιος του εμπρησμού για τα «Δεκεμβριανά»!

Αλλά και ο εκλεκτός των Βρετανών, Πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου ομολογεί σε επιστολή του που δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (2.3.1948), ότι είχε υποσχεθεί στον «μέγα ηγέτη» Τσώρτσιλ «Εξοπλισμό του Κράτους - Αφοπλισμό του ΕΑΜ», ενώ σε άλλο σημείο της ίδιας επιστολής τόνιζε: «Και εις την Ελλάδα το ΚΚΕ είχε καταστή παντοδύναμον και είχε συγκροτήσει και την Κυβέρνησιν των Βουνών - την ΠΕΕΑ. Και η αγωνία, από την οποία αδιαλείπτως κατειχόμην ήτο: Πώς θα κατελύετο; Δύο ήσαν τα στάδια διά να φθάσωμεν εις την Νίκην: Πρώτον, η έλευσις εις τας Αθήνας! Και δεύτερον, ο αφοπλισμός του ΚΚΕ»!


Τμήμα του ΕΛΑΣ παρελαύνει τις ημέρες της απελευθέρωσης

Από την άλλη πλευρά τώρα, ΕΑΜ-ΕΛΑΣ/ΚΚΕ είχαν άραγε στόχο (και σχέδιο) να καταλάβουν διά των όπλων την εξουσία; Σύμφωνα με τους περισσότερους ιστορικούς, που έχουν μελετήσει τα σχετικά ντοκουμέντα της εποχής, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από κανένα κομματικό κείμενο ή αναφορά, από καμία μαρτυρία ή πηγή της Αριστεράς. Διότι, μπορεί να ήταν ευχή ή επιθυμία πολλών εαμικών, αλλά ήταν πέρα από τις προθέσεις και αποφάσεις της ηγεσίας του ΕΑΜ/ΚΚΕ. Άλλωστε, παρόλη την κοινωνικοπολιτική προβολή και αναγνώρισή του από τον ελληνικό λαό το ΕΑΜικό Κίνημα έδειξε πολλή υποχωρητικότητα (πήγε στον Λίβανο, μπήκε στην Κυβέρνηση, υπέγραψε τη Συμφωνία της Καζέρτας και δέχτηκε την στρατιωτική υπαγωγή του στον Σκόμπι, δεν εκμεταλλεύτηκε το κενό εξουσίας στην Αθήνα 12-18 του Οκτώβρη 1944).

Γιατί όλες αυτές οι υποχωρήσεις δεν εκτιμήθηκαν από την πλευρά του Πρωθυπουργού; Μήπως είχε άλλα κατά νου; Ποιος, λοιπόν, ή ποιοι από τους τρεις παράγοντες (οι Άγγλοι του Τσώρτσιλ, η Ελληνική Κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου και η ΕΑΜική Ηγεσία) είχαν συνειδητά επιδιώξει να φτάσουν στη σύγκρουση που άρχισε με την αιματοχυσία άοπλων διαδηλωτών στην Πλατεία Συντάγματος την Κυριακή 3 Δεκέμβρη 1944;

Κάποιοι ιστορικοί (και άλλοι) υποστηρικτές της άποψης ότι την κύρια ευθύνη για τα «Δεκεμβριανά» φέρουν ΕΑΜ-ΕΛΑΣ/ΚΚΕ προβάλλουν ως βασικό ντοκουμέντο την έκθεση του Θόδωρου Μακρίδη (ψευδώνυμο «Έκτορας») που γράφτηκε το καλοκαίρι του 1946 με εντολή του Νίκου Ζαχαριάδη και απευθυνόταν στην ηγεσία του ΚΚΕ. Η εν λόγω έκθεση (54 χρόνια μετά τη συγγραφή της δημοσιεύτηκε ολόκληρη από τον Γρηγόρη Φαράκο στον Β' τόμο του βιβλίου του «Ο ΕΛΑΣ και η εξουσία»/έκδοση 2000) αφορά όλη την περίοδο από την προετοιμασία ίδρυσης του ΕΛΑΣ ως και τη Βάρκιζα (12.2.1945). Ο Θ. Μακρίδης ήταν αξιωματικός του αστικού στρατού και κλήθηκε από την ηγεσία του ΚΚΕ στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1941. Από τα πρώτα μέλη της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ίδρυση του ΕΛΑΣ και αργότερα ανέλαβε επιτελικό πόστο στο Γενικό Στρατηγείο.

Από ιστορική άποψη, η «έκθεση Μακρίδη» έρχεται να επιβεβαιώσει μια σειρά άλλες μαρτυρίες αλλά και να παρουσιάσει αναλυτικά στοιχεία γύρω από τη δράση του ΕΛΑΣ, την ποιοτική και ποσοτική δύναμή του κ.λπ. Από πολιτική άποψη, η έκθεση αποτελεί μια λεπτομερειακή παρουσίαση-ανάλυση της εσωτερικής αντιπαράθεσης μέσα στα πλαίσια της ηγεσίας του ΕΛΑΣ και ως ένα βαθμό και του ΚΚΕ για την πορεία και τον χαρακτήρα του αγώνα. Αναδείχνει τις ταλαντεύσεις και τις υποχωρήσεις απέναντι στο ζήτημα της εξουσίας των Άγγλων και των αστικών πολιτικών δυνάμεων. Περιγράφει με στοιχεία την πορεία ανάπτυξης του ΕΛΑΣ και τις αδυναμίες που αποτύπωσε σ' αυτόν η ασαφής πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΕ. Αναφέρεται εκτενώς στην αρνητική επίπτωση των συμφωνιών της Καζέρτας, της υπαγωγής στο Συμμαχικό Στρατηγείο, κ.λπ.

Σχετικά με τα «Δεκεμβριανά» ο Θ. Μακρίδης διαβεβαίωνε την ηγεσία του ΚΚΕ ότι «δεν ήταν τόσο τρομερή η κατάσταση όσο την φανταζόντουσαν γιατί ο ΕΛΑΣ έχασε μια μάχη και 5.000 μαχητές, αλλά διαθέτει 100.000 ακόμη εμπειροπόλεμους μαχητές που μπορούν να μάθουν τους Άγγλους και τα κοπέλια τους ότι δεν μας νίκησαν φθάνει να γίνει μια κατάλληλη ανακατάταξη και συγκέντρωση των δυνάμεων αυτών που θα χρειαστεί μια προθεσμία 20-30 ημερών».

Μάλιστα, ο Μακρίδης κάνει αναφορά σε σχέδιο για την κατάληψη της Αθήνας μετά την αποχώρηση των Γερμανών, για διαφωνίες που είχαν προκύψει μεταξύ των κομμουνιστών σχετικά με το θέμα και για άλλα δύο αντίστοιχα σχέδια κατάληψης της Αθήνας που συντάχθηκαν μέσα στο 1944. Επίσης, ισχυρίζεται ότι είχε πάρει εντολή από τον Ζέβγο να συντάξει το σχέδιο κατάληψης της Αττικής, τον Σεπτέμβριο του 1943, όταν πλέον αναμενόταν η αποχώρηση των Γερμανών μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας. Αλλά, τελικά οι Γερμανοί δεν αποχώρησαν το 1943, οπότε το αρχικό σχέδιο δεν εφαρμόστηκε.

Έτσι, οι βασιζόμενοι αποκλειστικά στην «έκθεση Μακρίδη» υποστηρίζουν ότι ανεξάρτητα από επιμέρους λεπτομέρειες και διαφωνίες, αυτή αποτελεί πειστήριο ότι το ΚΚΕ από το 1943 στόχευε στη βίαιη κατάληψη της Αθήνας άρα και της εξουσίας. Ωστόσο, απόψεις και θέσεις σαν του Θ. Μακρίδη ήταν έξω από τις ιεραρχήσεις της ηγεσίας ΕΑΜ/ΚΚΕ που λειτουργούσε εν πολλοίς αμυντικά απέναντι στην αντίπαλη παράταξη, τη λεγόμενη «εθνική».

Διότι αν ήταν διαφορετικά τότε:

1) Γιατί η ηγεσία ΕΑΜ-ΕΛΑΣ/ΚΚΕ απέρριψε την πρόταση του Άρη Βελουχιώτη (Νοέμβρης 1944) για τη χρησιμοποίηση όλου του δυναμικού των ενόπλων ανταρτών του ΕΛΑΣ από τη Στερεά και την Πελοπόννησο για την κατάληψη της Αθήνας και κατ' επέκταση της εξουσίας, κατά την αποχώρηση των Γερμανών; Κι όχι μόνον αυτό, αλλά στη διάρκεια των Δεκεμβριανών η ηγεσία ΕΑΜ/ΚΚΕ απομόνωσε τον Βελουχιώτη από τη Μάχη της Αθήνας απομακρύνοντάς τον στην Ήπειρο σε επιχειρήσεις εναντίον επουσιωδών «υπολειμμάτων» του ΕΔΕΣ.

2) Γιατί, αν το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στόχευε εξ αρχής σε επιβολή κομμουνιστικού τύπου καθεστώτος, δεν εξαπέλυσε το στρατιωτικό του κίνημα στο κενό διάστημα από 12-18 Οκτωβρίου του 1944; Αλλά και στη συνέχεια, μέχρι το αιματοκύλισμα του ειρηνικού συλλαλητηρίου της Κυριακής 3 Δεκέμβρη 1944 στο Σύνταγμα, γιατί ΕΑΜ/ΚΚΕ επέμεναν στις άοπλες μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις προκειμένου να δείξουν με αυτές την ισχύ και την αντίθεσή τους στην αποικιοκρατικού τύπου βρετανική παρουσία/επέμβαση και να βάλουν την (όποια αριστερή) σφραγίδα τους στις πολιτικές εξελίξεις;

3) Γιατί στο αιματοκύλισμα των διαδηλωτών στην Πλατεία Συντάγματος δεν απάντησαν άμεσα από το ΚΚΕ, καθώς όπως αναφέρει ο Γ. Λεονταρίτης στο βιβλίο του «Ποιοι ήθελαν τα Δεκεμβριανά», ο Άγγλος αξιωματικός Μπίφορντ Τζόουνς είχε δηλώσει: «Όσοι από τους θεατές βρισκόμασταν στη γραμμή του πυρός, περιμέναμε από στιγμή σε στιγμή το ΕΑΜ να απαντήσει με όπλα. Πάνω στη σκεπή των κεντρικών γραφείων του ΚΚΕ, που βρίσκονταν στην πλατεία, υπήρχαν πολυβόλα, τα οποία μπορούσαν να γαζώσουν ολόκληρη τη γειτονιά με καταιγιστικό πυρ. Το ΕΑΜ όμως περιορίστηκε σε βρισιές και απειλές».

4) Γιατί (αν το ΚΚΕ είχε προαποφασίσει τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας) ο ΕΛΑΣ καθυστερούσε την έναρξη επιχειρήσεων εναντίον των Βρετανών επί σχεδόν μια βδομάδα μετά την έκρηξη της Δεκεμβριανής σύγκρουσης; (σσ: Τα εν λόγω ζητήματα θέτει και ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης στο βιβλίο του «Δεκεμβριανά 1944, η Μάχη της Αθήνας»). Μάλιστα, είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΕΛΑΣ κινήθηκε για να εξουδετερώσει τις εστίες των ακροδεξιών/παρακρατικών και στράφηκε εναντίον των δύο άκρων της αντίπαλης διάταξης (Γουδή και Μακρυγιάννη), αφήνοντας ανέγγιχτο και αγγλοκρατούμενο το κέντρο της Αθήνας, ιδίως γύρω από το επιτελικό σημείο της Βουλής, όπου, αν ήθελε, είχε την ισχύ να την καταλάβει συλλαμβάνοντας και τον Γ. Παπανδρέου! Αλλά και μεσούντων των Δεκεμβριανών, και ενώ οι Βρετανοί επέκτειναν τις επιθέσεις τους εναντίον του ΕΛΑΣ, ο Γραμματέας του ΚΚΕ Γιώργης Σιάντος στις 14/12/1944 πρότεινε τον τερματισμό των μαχών χωρίς όμως ανταπόκριση από το αντίπαλο στρατόπεδο (Αρχείο Αιγιαλίδη, Aide Memoire, 14 Δεκεμβρίου 1944, πηγή: ΕΛΙΑ).

Αυτά τα ίδια «γιατί» αποτελούν απάντηση και στον ισχυρισμό του ιστορικού Στάθη Καλύβα ότι «η απόφαση για τη σύγκρουση τον Δεκέμβρη του 1944 είχε ληφθεί από το ΚΚΕ στις 27 Νοεμβρίου και επισημοποιήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου, οπότε και ξεκίνησαν για την Αθήνα μονάδες του ΕΛΑΣ Αττικής και Ρούμελης». (βλ. σχετικό άρθρο του «Οκτώ ερωτήματα για τον Δεκέμβριο του 1994» στην «Καθημερινή» - 7.12.2014).

Όχι μόνο, λοιπόν, δεν υπήρχε πρόθεση και σχέδιο από την πλευρά ΕΑΜ/ΚΚΕ για τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας διά των όπλων, αλλά, απεναντίας, από κομματικά ντοκουμέντα (και την περίοδο των Δεκεμβριανών) προκύπτει η σταθερή προσήλωση της τότε ηγεσίας του ΚΚΕ στον δρόμο της «έντιμης απεμπλοκής». Αυτό μαρτυρά σχετική απόφαση του ΠΓ του ΚΚΕ στις 11 Δεκεμβρίου 1944 (Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 109, φ4/1/1, πηγή: ΑΣΚΙ).

Αλλά και στο φινάλε των Δεκεμβριανών (τερματίστηκαν στις 5-6 Γενάρη 1945), όταν το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ ζήτησε από την ηγεσία του ΚΚΕ την έγκριση να συνεχίσει τη σύγκρουση εκτός Αττικής, ο Γ. Σιάντος απέρριψε κάθε τέτοια συζήτηση επικαλούμενος την κομματική απόφαση για στρατιωτική απεμπλοκή και δρομολόγηση διαδικασιών ομαλοποίησης με πολιτικά μέσα (βλ. Ραδιοτηλεγράφημα Σιάντου προς Οργανώσεις – Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 145, φ7/32/289, 7 Ιανουαρίου 1945, πηγή: ΑΣΚΙ).

Επιπλέον, μια σημαντική παράμετρος – εν μέρει και επεξηγηματική για τη στάση ΕΑΜ/ΚΚΕ –, που πρέπει να υπογραμμισθεί, είναι το γεγονός ότι η ηγεσία του ΚΚΕ και κατ' επέκταση του ΕΑΜικού κινήματος, θεωρούσε ότι οι ήδη εκτεταμένες κατοχικές καταστροφές*, η πείνα και η εξαθλίωση των λαϊκών μαζών δεν επέτρεπαν τη συνέχιση ενός παρατεταμένου ένοπλου αγώνα με μαζική λαϊκή υποστήριξη και συμμετοχή. Πόσω μάλλον, που, αργά ή γρήγορα, η έλλειψη πυρομαχικών και τροφίμων θα προκαλούσε δυσεπίλυτα προβλήματα, σε συνδυασμό και με την απειλή των Αγγλοαμερικανών να διακόψουν τη βοήθεια σε τρόφιμα και φάρμακα. Είναι χαρακτηριστικό ότι και αντιτιθέμενοι και επικριτές της Συμφωνίας της Βάρκιζας (12.2.1945), όπως το μέλος του ΠΓ του ΚΚΕ Γιάννης Ζέβγος, παραδέχονταν ότι ενώ το ΚΚΕ και το ΕΑΜ είχαν στη διάθεσή τους 50.000 ετοιμοπόλεμους άντρες, η συνέχιση και επέκταση του ένοπλου αγώνα (βασικά στην ύπαιθρο χώρα) δεν θα μπορούσε ν' απαντήσει στην περαιτέρω ανθρωπιστική καταστροφή, που, αναπόφευκτα, θα προκαλούσε η κλιμάκωση των πολεμικών συγκρούσεων (βλ. Ι. Ζεύγος, «Η Λαϊκή Αντίσταση του Δεκέμβρη και το Νεοελληνικό Πρόβλημα», Αθήνα 1945, σελ. 64).

* Πάνω από 1.770 χωριά είχαν καταστραφεί ολοσχερώς, πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι δεν είχαν στέγη, ενώ η παραγωγή σιτηρών είχε μειωθεί κατά 40%.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Πηγή: Ζήσης Ι. Καραβάς, δημοσιογράφος - "Κουτί της Πανδώρας"
{[['']]}

Οταν οι Γερμανοί ήταν φίλοι μας


«Ημείς εδώ ζώμεν καλώς, ως φίλοι, ως συνεργάται, ως αδελφοί με τους Γερμανούς. Καλούμεν τους Κρήτας να μετανοήσουν εμπράκτως»
«Η Καθημερινή», 29/5/1941 (κύριο άρθρο)
H ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου, τη νύχτα της 25ης Νοεμβρίου 1942, δεν έκοψε μόνο έναν κρίσιμο δίαυλο ανεφοδιασμού του Ρόμελ στο πολεμικό μέτωπο της Βόρειας Αφρικής. Ως παράπλευρη συνέπεια επέφερε επίσης ξαφνική αλλαγή διεύθυνσης της «Καθημερινής», μιας από τις σημαντικότερες εφημερίδες που κυκλοφορούσαν τότε νόμιμα στην κατοχική Αθήνα.
Η σημασία των δύο γεγονότων δεν επιδέχεται βέβαια την παραμικρή σύγκριση. Η μελέτη του ελάσσονος σκέλους αποδεικνύεται ωστόσο αρκετά διαφωτιστική για μια πτυχή της εμπειρίας εκείνων των χρόνων που περνά συνήθως απαρατήρητη: τη λειτουργία του νόμιμου αθηναϊκού Τύπου στις ιδιόμορφες συνθήκες της ξένης στρατιωτικής κατοχής και της αντιφασιστικής αντίστασης.
Ιστορία που έχει παραμείνει στη σκιά, παρά το αναζωπυρωμένο ενδιαφέρον για την Κατοχή και τους ανθρώπους της, για λόγους που δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο ν’ αντιληφθούμε.

Μια διδακτική ιστορία

Η λεπτομερέστερη (και κοντινότερη στα γεγονότα) εκδοχή για όσα συνέβησαν προέρχεται από το δημοσιευμένο ημερολόγιο της Ελένης Βλάχου, κόρης του προπολεμικού ιδιοκτήτη και διευθυντή της εφημερίδας, Γεωργίου Βλάχου (γνωστού επίσης ως Γ.Α.Β., από τα αρχικά με τα οποία υπέγραφε τα κείμενά του).
«Το βράδυ» της 28ης Νοεμβρίου 1942, μας πληροφορεί εγγραφή της επομένης, «εστάλη στην “Καθημερινή” από την Ιταλική λογοκρισία ένα άρθρο δριμύτατο και εξαιρετικά κακογραμμένο κατά των Ελλήνων ανταρτών. Και άρχισε το παζάρι. Πρώτα ζητήσαμε να μην το βάλουν καθόλου. “Αδύνατο!” μας απάντησαν. “Καλά, να το βάλουμε, αλλά να το δημοσιεύσουν και οι άλλες εφημερίδες...” “Όχι!” “Τότε να μας το υπογράψετε, με ελληνικό όνομα ή ξένο...” Ούτε και αυτό έγινε δεκτό, και μας εστάλη “τελεσίγραφο”: ή να μπει το άρθρο ή να διακοπεί η έκδοση της εφημερίδας. Αμέσως αποφασίσθηκε η διακοπή –την είχαμε ζητήσει πολλές φορές αλλά ουδέποτε μας είχε δοθεί η άδεια... Τέλος, μόλις είχαν κλείσει τα τυπογραφεία και τα πιεστήρια, ήρθε νέα διαταγή –να εκδοθούμε οπωσδήποτε, χωρίς το άρθρο. Αυτό ήταν όλο» («Πενήντα και κάτι...», τ.Α΄, Αθήνα 1991, σ.149-50).
Ο πρώτος πληθυντικός του ημερολογίου ξαφνιάζει ίσως τον διαβασμένο αναγνώστη, καθώς έρχεται σε χτυπητή αντίθεση με τους πάγιους ισχυρισμούς πατέρα και κόρης ότι σε όλη της διάρκεια της Κατοχής η οικογένεια δεν είχε πια την παραμικρή σχέση με την εφημερίδα, έχοντας παραδώσει από την πρώτη μέρα τη διεύθυνση και το ταμείο της στους ίδιους τους εργαζόμενους, που την εξέδιδαν για δικό τους λογαριασμό και βιοπορισμό.
Οπως εξηγούμε στις επόμενες σελίδες, η απόσυρση αυτή δεν υπήρξε παρά ένας μηχανισμός αυτοπροστασίας, κοινός λίγο πολύ σε όλους τους εκδότες της εποχής, προκειμένου ν’ αποφύγουν την ταύτιση με το νέο καθεστώς και να ξαναπάρουν τον έλεγχο των εντύπων τους μεταπολεμικά.
Φαίνεται, πάντως, πως επ’ αυτού δεν είχαν πειστεί ούτε οι ίδιοι οι Ιταλοί. Το πρωί της επομένης συνέλαβαν έτσι τον Βλάχο και τον έκλεισαν στις φυλακές Αβέρωφ.
«Η αφορμή θα ήταν κωμική, ακόμη και αν ο πατέρας μου πραγματικά ανακατευόταν στη διεύθυνση της εφημερίδας, αλλά την είχε τελείως εγκαταλείψει. Συχνά του τηλεφωνούσαν και του ζητούσαν κάποια γνώμη, οπότε τους απαντούσε να κάνουν ό,τι θέλουν» σχολιάζει στο ημερολόγιό της η κόρη του (σ.150).
Ενας συγκρατούμενός του θα συγκρατήσει, πάντως, μια κάπως διαφορετική ανάμνηση: ο Γ.Α.Β. «είχε συλληφθή για μια τυπική παράλειψι της εφημερίδος του “Καθημερινή”» (Αλέξανδρος Ζάννας, «Η Κατοχή», Αθήνα 1964, σ.119).
Τις επόμενες μέρες οι Ιταλοί θα συλλάβουν και τον επίσημο διευθυντή, Νίκο Αναστασόπουλο. «Του πρόσφεραν σπουδαία χάρη», σχολιάζει πικρόχολα η κόρη (1/12), προτού περάσει στη συνέχεια της υπόθεσης: «Μας επέβαλαν ένα νέο διευθυντή της εκλογής τους, κάποιον Σπύρο Τραυλό, διάσημο κάθαρμα, καταχραστή, αποτυχημένο δημοσιογράφο και δήθεν στρατιωτικό. Στην εφημερίδα επικρατεί χάος. Τη φρουρούν με περιπόλους και πολυβόλα, τα πιεστήρια, τα γραφεία και τη γειτονιά, σαν να περιμένουν ποιος ξέρει τι να βγει από εκεί μέσα!» (σ.150).
Η προσωπική περιπέτεια του Γ.Α.Β. έληξε αρκετά γρήγορα και ανώδυνα, για τα δεδομένα της εποχής.
Δώδεκα μέρες μετά τη σύλληψή του μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και στις 22 Δεκεμβρίου αφέθηκε ελεύθερος, δίχως να παραπεμφθεί σε δίκη (όπ.π., σ.151-2).
Ο Αναστασόπουλος απολύθηκε κι αυτός, χωρίς να επιστρέψει στη διεύθυνση, για να σκοτωθεί έναν χρόνο αργότερα σε τυπικό αυτοκινητικό δυστύχημα της εποχής: χτυπημένος από κάποιο βιαστικό γερμανικό καμιόνι (25/1/1944).
Ο διάδοχός του δεν ήταν τυχαίο πρόσωπο. Στέλεχος μέχρι τότε της «ελληνικής» υπηρεσίας λογοκρισίας, είχε διακριθεί από τις πρώτες μέρες της Κατοχής για τη φιλοχιτλερική δραστηριότητά του.
«Πρέπει να γράψω το όνομά του: Σπύρος Τραυλός», σημειώνει χαρακτηριστικά στις 17/6/1941 στο ημερολόγιό του ένας καθηγητής μουσικής στο Κολλέγιο Αθηνών. «Δεν τον γνωρίζω, αλλά από τη σημερινή αισχρή του ραδιοφωνική ομιλία έχω κατατοπισθή για το άτομό του. Προδότης και πληρωμένος δούλος των νέων αφεντικών μας» («Το ημερολόγιο κατοχής του Μίνου Δούνια», Αθήνα 1997, σ.45).
Φυσικά, ο νέος διευθυντής εγκαινίασε την καριέρα του με τη δημοσίευση του επίμαχου άρθρου, με τον εύγλωττο τίτλο «Ο θρύλος και η πραγματικότης σχετικώς με τους “συμμορίτας”» (1/12/1942).
Το επίμαχο κύριο άρθρο της «Καθημερινής» για τους «συμμορίτες» (1/12/1942)Το επίμαχο κύριο άρθρο της «Καθημερινής» για τους «συμμορίτες» (1/12/1942) | 
«Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι απόστολοι, ζηλωταί και προστάται της ελευθερίας και της δικαιοσύνης», διαβάζουμε, «αλλά κοινοί κλέπται, φιλοχρήματοι και αρπακτικοί»που «ωθούνται από ένα και μόνον σκοπόννα παχυνθούν εις βάρος του εργαζομένου λαού και να τον εκφοβίσουν διά της βίας και των δολοφονιών».
Εξ ου και «οι πληθυσμοί της υπαίθρου» οφείλουν να τους αντιτάξουν «ισχυράν και έμπρακτον άμυναν», όχι μόνο «διά της αρνήσεως πάσης βοηθείας» αλλά και «διά της διευκολύνσεως των Αρχών Κατοχής, αίτινες προτίθενται να επαναφέρουν την τάξιν».
Κάτι η πρωτοπορία στον έντυπο αντισυμμοριακό αγώνα, κάτι το γινάτι των ιδιοκτητών της εφημερίδας, ο Τραυλός υπήρξε τελικά ο μόνος Αθηναίος δημοσιογράφος που καταδικάστηκε για δωσιλογισμό -έστω και με μείωση του καταλογιζόμενου αδικήματος, από «συνειδητό όργανο του εχθρού» σε απλή «εθνική αναξιοπρέπεια».
Η ποινή που του επιβλήθηκε (14/7/1945) ήταν φυλάκιση ενός έτους (με αφαίρεση της προφυλάκισης 43 ημερών), ισόβια στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων και καταβολή των δικαστικών εξόδων.
Για τη σχετικά ήπια αυτή μεταχείριση, κάποιο ρόλο έπαιξε πιθανότατα η συνηγορία μαρτύρων υπεράσπισης, όπως ο προϊστάμενός του στη λογοκρισία Γεώργιος Κυριακίδης, αλλά και «κατηγορίας», όπως ο (προκατοχικός, κατοχικός και μετακατοχικός) οικονομικός διευθυντής της «Καθημερινής» Επαμεινώνδας Πέτας, που ανέλαβαν προσωπικά ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου την ευθύνη για τον διορισμό του.
Οι μαρτυρικές καταθέσεις στη δίκη του Τραυλού μάς προσφέρουν πάντως μια ολόκληρη γκάμα από αποκλίνουσες εκδοχές για τους λόγους που είχαν επιβάλει προ τριετίας την αναβολή δημοσίευσης του επίμαχου κειμένου.
Εφταιγε άραγε το μέγεθός του, όπως ισχυρίστηκε ο οικονομικός διευθυντής της «Καθημερινής»;
Ο γερμανόφιλος Αναστασόπουλος επιθυμούσε «ίσως να μειώση την θέσιν των Ιταλών έναντι των Γερμανών», όπως κατέθεσε ο πρόεδρος του Πειθαρχικού της ΕΣΗΕΑ, ή απλώς δεν ήθελε να πετάξει κάποιο δικό του άρθρο, όπως υποστήριξε κάποιος συντάκτης της εφημερίδας;
Μήπως πάλι τον έπεισε τηλεφωνικά ο διορθωτής του κειμένου, που «ετρομοκρατήθη» από το περιεχόμενό του –εκδοχή που πρόβαλε ο Νίκος Κρανιωτάκης του απροκάλυπτα φιλοϊταλικού (το 1941) «Πρωινού Τύπου», μαζί με τη διαβεβαίωση πως ο κατηγορούμενος «είναι Ελλην και 100% πατριώτης»;
Και πόσο βάρυνε στην τελική απόφαση η αντίδραση των τυπογράφων, που σε περίπτωση αντικατάστασης του κύριου άρθρου δεν προλάβαιναν να γυρίσουν στα σπίτια τους πριν από την απαγόρευση κυκλοφορίας;

Πριν Τραυλός λαλήσαι

Το μόνο βέβαιο είναι ότι το παραπάνω δημοσίευμα κάθε άλλο παρά πρωτόγνωρο υπήρξε. Η μόνη καινοτομία του αφορούσε ίσως την κατασυκοφάντηση μιας εγχώριας ένοπλης δύναμης, απροσδιόριστου ακόμη χαρακτήρα, που αναδυόταν ως εναλλακτικός πόλος εξουσίας σε μια συγκυρία ρευστή από κάθε άποψη.
Αν μη τι άλλο, η ίδια εφημερίδα είχε γράψει τα ίδια και πολύ χειρότερα κατά την πρώτη ιδίως φάση της Κατοχής, όταν η νίκη του Αξονα φάνταζε σχεδόν αυτονόητη.
Ούτε ήταν, άλλωστε, η μόνη. Η εικόνα που παρουσιάζουν όλα ανεξαιρέτως τα φύλλα του νόμιμου αθηναϊκού Τύπου, ήδη από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, είναι αυτή της πλήρους υποταγής στις ανάγκες και τις διαθέσεις του κατακτητή.
Στην καλύτερη περίπτωση το κήρυγμα της υποταγής γίνεται στο όνομα της συλλογικής επιβίωσης· τον τόνο τον δίνει ωστόσο συνήθως ένας επίπλαστος ενθουσιασμός για τη νέα κατάσταση και τις ευμενείς, υποτίθεται, επιπτώσεις της. Μεταστροφή που στους αναγνώστες προκάλεσε σοκ και αηδία, όπως πιστοποιούν ουκ ολίγα προσωπικά ημερολόγια.
Τα βασικά χαρακτηριστικά και οι μετασχηματισμοί αυτής της έντυπης προπαγάνδας θα μας απασχολήσουν αναλυτικά σε κάποιο άλλο αφιέρωμα.
Προς το παρόν, υπενθυμίζουμε δύο χαρακτηριστικά δείγματα από την αρθρογραφία των εντύπων του ΔΟΛ.
Τις βαριές εκφράσεις του μόνιμου επιφυλλιδογράφου του «Ελεύθερου Βήματος»,Παύλου Παλαιολόγου, για «τα ξελιγωμένα τσουλάκια του πεζοδρομίου» και «τους λιονταρήδες των ανώνυμων εκδηλώσεων» που «εγκληματούν κατά του τόπου των»επευφημώντας διερχόμενους Βρετανούς αιχμαλώτους (3/6/1941), και την οργή των «Αθηναϊκών Νέων» (2/6/1941) για «την βρωμερότητα όλων εκείνων των εμπόρων που αισχροκερδούν εις βάρος των Γερμανών στρατιωτών, λησμονούντες κατά τον ασυνειδητότερον τρόπον την ιπποτικήν απέναντί μας στάσιν του στρατού της κατοχής» –σε συνδυασμό με την καταδίκη, στο ίδιο κύριο άρθρο, «της ηθικής πωρώσεως» όσων συμπατριωτών μας «δικαιολογούν εις τας ιδιαιτέρας συνομιλίας των τας ωμότητας που διεπράχθησαν εν Κρήτη» κατά των εισβολέων, «στιγματίζοντες το ελληνικόν όνομα και παρουσιάζοντες εις τα όμματα του κόσμου ως μίαν πρωτόγονον ζούγκλαν την πατρίδα μας».

Η δυσδιάκριτη αντίσταση

Μια ισορροπημένη αποτίμηση του νόμιμου Τύπου της Κατοχής οφείλει φυσικά να λάβει υπόψη την κεφαλαιώδη αντίφαση των ημερών, ανάμεσα στην ανάγκη των δημοσιογράφων για φυσική επιβίωση (σε συνθήκες όπου η ανεργία ισοδυναμούσε πρακτικά με θανατική καταδίκη) και την πραγματικότητα της υποχρεωτικής συνεργασίας των εφημερίδων τους με τις αρχές κατοχής.
Οι αποχρώσεις της στάσης ανθρώπων και εντύπων απέναντι σ’ αυτόν τον διπλό καταναγκασμό, ακόμη και πρακτικές όπως η παράλληλη απασχόληση των ίδιων ατόμων στον νόμιμο κατοχικό και τον παράνομο αντιστασιακό Τύπο, δεν είναι όμως εύκολο να τεκμηριωθούν. Πόσο μάλλον αφού θα πρέπει κανείς να συνυπολογίσει, τόσο τον μεταπολεμικό πληθωρισμό σχετικών ισχυρισμών, όσο και το πραγματικό γεγονός της σταδιακής μεταβολής διαθέσεων και στάσεων, ως αποτέλεσμα δύο καθοριστικών παραγόντων: της τροπής του πολέμου σε βάρος του Αξονα μετά το Στάλινγκραντ και το Ελ Αλαμέιν, αφ’ ενός, και της ανάπτυξης της ΕΑΜικής αντίστασης, με τη συνακόλουθη πόλωση του εγχώριου πολιτικού σκηνικού, αφ’ ετέρου.
Η εθνικά και συντεχνιακά ορθή ιστοριογραφία αναπαράγει συνήθως ως αμάχητο τεκμήριο την ομιλία του τότε προέδρου της ΕΣΗΕΑ (και διευθυντή της κατοχικής «Πρωίας»), Γιώργου Καράντζα, στην πρώτη γενική συνέλευση του κλάδου μετά την Απελευθέρωση (20/11/1944).
«Οι αθηναίοι δημοσιογράφοι», διαβάζουμε εκεί, «κατά τα τρία τέταρτα τουλάχιστον συνειργάσθησαν, με προφανείς κινδύνους, εις τον παράνομον τύπον».
Ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε ως αντεπιχείρημα στη διάχυτη τότε εντύπωση πως «οι δημοσιογράφοι τυγχάνουσιν ιδιαιτέρας ευνοίας και προνομιακής μεταχειρίσεως»(και κατά την Κατοχή «έζων σχετικώς ανετώτερον» από άλλες κατηγορίες εργαζομένων), περικλείει δε έναν αναντίρρητο πυρήνα αλήθειας: ουκ ολίγοι άνθρωποι του Τύπου έδρασαν όντως αποδεδειγμένα στις γραμμές τόσο της ΕΑΜικής όσο και της εθνικόφρονος Αντίστασης. Είναι, όμως, πρακτικά αδύνατο να επιβεβαιωθεί ως προς το αριθμητικό σκέλος του.
Ακόμη πιο δυσδιάκριτα είναι τα ίχνη των δημοσιογραφικών αντιστάσεων σε σχέση με το περιεχόμενο των νόμιμων εφημερίδων. Αντιστάσεων που προβλήθηκαν με αρνήσεις ή -συνηθέστερα- κωλυσιεργία δημοσίευσης κειμένων που κρίθηκαν ότι ξεπερνούσαν τα όρια, και οι οποίες μπορούσαν να έχουν βαρύτατες συνέπειες για όσους τις αποτολμούσαν.
Από τα λίγα πρωτογενή τεκμήρια που διαθέτουμε, διαφαίνεται πάντως πως η προβολή ενστάσεων ήταν ευκολότερη όταν τα επίμαχα κείμενα έθιγαν πατροπαράδοτες συντηρητικές αξίες.
Μ’ αυτό ακριβώς το σκεπτικό ο Γερμανός λογοκριτής δικαίωσε λ.χ. την άρνηση της «Πρωίας» να δημοσιεύσει ιταλικό άρθρο προσβλητικό για το Βυζάντιο και την Ορθοδοξία (Φώκος Κουντουριώτης, «Εξήντα χρόνια δημοσιογραφία», Αθήνα 1975, σ.75-79).

Η συνέχεια του κράτους

1η Ιουνίου 1941. Πρωτοσέλιδη καταδίκη των «απρεπών» εκδηλώσεων συμπαράστασης στους Βρετανούς αιχμαλώτους και του «εγκληματικού» κατεβάσματος της γερμανικής σημαίας από την Ακρόπολη1η Ιουνίου 1941. Πρωτοσέλιδη καταδίκη των «απρεπών» εκδηλώσεων συμπαράστασης στους Βρετανούς αιχμαλώτους και του «εγκληματικού» κατεβάσματος της γερμανικής σημαίας από την Ακρόπολη | 
Μια παράμετρος που, από την άλλη, διευκόλυνε τη συνεργασία των Ελλήνων δημοσιογράφων με τις αρχές Κατοχής είναι το γεγονός ότι τον Απρίλιο του 1941 ο ελληνικός Τύπος βρισκόταν ήδη στον γύψο για μια πενταετία.
Ισχύει, δηλαδή, στην περίπτωσή του η διαπίστωση του Κρις Γουντχάουζ για τη συνέχεια του κρατικού μηχανισμού μεταξύ 4ης Αυγούστου και δωσίλογης Ελληνικής Πολιτείας: «Ο Μεταξάς είχε προετοιμάσει το δρόμο για την κατοχή, προσαρμόζοντας ανάλογα την κρατική μηχανή και συνηθίζοντας το λαό σε αυταρχική διακυβέρνηση. Ο Γερμανοί, επομένως, δεν είχαν ανάγκη να επινοήσουν ένα νέο τρόπο διοικήσεως, για να γεμίσουν το κενό· χρειάστηκε μόνο να βρουν μερικά πρόσωπα, για τις κενές θέσεις των υπουργείων» («Το μήλο της έριδος», Αθήνα 1975, σ.51).
Ηδη στις 5 Αυγούστου 1936, μεταξική εγκύκλιος είχε απαγορεύσει «οιαδήποτε κρίσιν [των εφημερίδων] περί του έργου της κυβερνήσεως, εκτός αν είναι ευμενής» –καθώς και κάθε είδηση για τα πολιτικά κόμματα, τα βασιλικά ταξίδια, την οικονομία της χώρας, τον τιμάριθμο και τα εργατικά ή επαγγελματικά ζητήματα, πέρα από τις επίσημες κυβερνητικές ανακοινώσεις.
Με την ίδια διαταγή οι εφημερίδες υποχρεώνονταν να «συμβάλλωσι εις το αναμορφωτικόν έργον της κυβερνήσεως δι’ άρθρων, σχολίων και πάσης φύσεως δημοσιευμάτων».
Η πρακτική εφαρμογή αυτών των διατάξεων υλοποιήθηκε μέσω της προληπτικής λογοκρισίας, η άμεση ή έμμεση μνεία της οποίας (π.χ. με κενά ή διαφημίσεις στα λογοκριμένα σημεία) ήταν επίσης απαγορευμένη.
Οι εφημερίδες υπέβαλλαν στην αρμόδια «Διεύθυνσιν Εσωτερικού Τύπου» του υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού δοκίμια των σελίδων τους πριν και μετά τη λογοκρισία, καθώς και αντίτυπο της τελικής έκδοσης για τη σχετική αντιπαραβολή· μόνο μετά τη σφράγιση αυτού του τελευταίου από τον λογοκριτή ήταν δυνατή η κυκλοφορία του φύλλου (Σπ. Λιναρδάτος, «Η 4η Αυγούστου», Αθήνα 1975, σ.76-77).
Το 1938 η μεταξική δικτατορία επέβαλε δε ως απαραίτητη προϋπόθεση απασχόλησης στον Τύπο την εγγραφή στο «μητρώο δημοσιογράφων», που με τη σειρά της προϋπέθετε την απουσία καταδίκης βάσει των νόμων προστασίας του κοινωνικού καθεστώτος (ΦΕΚ 1938/Α/68, Α.Ν. 1093, άρθρ. 3-8· ΦΕΚ 1938/Α/186, διάταγμα της 27.4/8.5.1938).
Το καθεστώς αυτό διατηρήθηκε αυτούσιο επί Κατοχής, με απλή μετονομασία του αρμόδιου υφυπουργείου σε «Διεύθυνσιν Τύπου και Ραδιοφωνίας», υπαγόμενη κατευθείαν στον πρωθυπουργό (1/5/1941), και μόνη ουσιαστική διαφορά τον πολλαπλασιασμό των λογοκριτών, καθώς στην «ελληνική» λογοκρισία προστέθηκε η γερμανική και (μεταξύ Ιουνίου 1941 και Σεπτεμβρίου 1943), η ιταλική.
Οι δυο τελευταίες ασκούνταν από τις «Υπηρεσίες Τύπου» των αντίστοιχων πρεσβειών, με επικεφαλής η μεν ιταλική τον δόκτορα Ενρίκο Παριμπένι, η δε γερμανική τον δόκτορα Χέριμπερτ Σβέρμπελ.
Για κάποια στελέχη του εγχώριου μηχανισμού, η Κατοχή δεν άλλαξε πάντως και πολλά πράγματα«Μετά την είσοδον των Γερμανών παραμείναμε εις την θέσιν μας και ενεργούσαμε την ελληνικήν λογοκρισίαν», θα καταθέσει το 1947 στη δίκη του Σταύρου Ευταξία, στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων, ο δημοσιογράφος Δημήτριος Ζάχος. «Την γερμανικήν λογοκρισίαν έκαναν οι Γερμανοί».
Εκτός από τον επαγγελματικό εθισμό στη λογοκρισία, πρέπει να συνυπολογιστεί εδώ μια ολόκληρη παράδοση διαπλοκής ιδιοκτητών και δημοσιογράφων με το φασίζον δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου.
Στις 13/9/1936 η ΕΣΗΕΑ παρέθεσε λ.χ. επίσημο γεύμα στον Μεταξά, τον υφυπουργό Τύπου Θεολόγο Νικολούδη, τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Κωνσταντίνο Ζαβιτσιάνο, τους υπουργούς Εργασίας Αριστείδη Δημητράτο και Παιδείας Κωνσταντίνο Γεωργακόπουλο, τον διοικητή πρωτευούσης Κωνσταντίνο Κοτζιά και τον υφυπουργό παρά τω πρωθυπουργώ Αλέξανδρο Παπαχελά, για ν’ ακούσει από το στόμα του δικτάτορα πως ο Τύπος ήταν πλέον υποχρεωτικά «συνεταίρος του κράτους» στο έργο «της κατευθύνσεως [διάβαζε: χειραγώγησης] της κοινής γνώμης»(«Ελεύθερον Βήμα» 15/9/1936).
Παρόμοιο γεύμα παρέθεσε η ΕΣΗΕΑ και στη διάρκεια της Κατοχής προς τιμήν Γερμανοϊταλών δημοσιογράφων, όπως παραδέχτηκε ο τότε πρόεδρός της κατά την κατάθεσή του στη δίκη του Τραυλού.

Η ανύπαρκτη κάθαρση

Το Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ εν έτει 1941. Πρώτος αριστερά ο αντιπρόεδρος (και επικεφαλής της «ελληνικής» υπηρεσίας λογοκρισίας), Γεώργιος ΚυριακίδηςΤο Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ εν έτει 1941. Πρώτος αριστερά ο αντιπρόεδρος (και επικεφαλής της «ελληνικής» υπηρεσίας λογοκρισίας), Γεώργιος Κυριακίδης | Γ. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ, «ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΚΑΙ ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΑ» (1960)
Δεν είχαν προλάβει καλά καλά ν’ αποχωρήσουν οι Γερμανοί από την Αθήνα, όταν το Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ ανέλαβε την «αυτοκάθαρση» του κλάδου, διαγράφοντας στις 12/10/1944 ως δωσίλογους 13 από τα πιο εκτεθειμένα μέλη του σωματείου.
Δέκα από τα δεκατρία ονόματα δημοσιεύτηκαν στην «Ελευθερία» της επομένης (το φύλλο της οποίας στάθηκε αδύνατο να εντοπιστεί) κι άλλα τρία σ’ εκείνο της μεθεπομένης (Σπυρίδων Τραυλός, Σταύρος Ευταξίας, Ελευθέριος Σταυρίδης).
Εφτά από τους δέκα υπόλοιπους μνημονεύονται πάντως στα απομνημονεύματα του θεατρικού επιχειρηματία Θόδωρου Κρίτα («Οπως τους γνώρισα», Αθήνα 1998, σ.199)Σπύρος Μελάς, Αχιλλέας Μαμάκης, Κλέων Παράσχος, Παναγιώτης Κατηφόρης, Κονιτόπουλος, Κώστας Καιροφύλας, Νίκος Γιοκαρίνης.
Οι περισσότεροι είχαν αρθρογραφήσει στο ελληνόφωνο ιταλικό περιοδικό «Κουαδρίβιο», ο δε Γιοκαρίνης, αρχισυντάκτης του ΔΟΛ και πάλαι ποτέ διευθυντής της Βουλής, υπήρξε ένας από τους πιο εκτεθειμένους συνεργάτες των αρχών κατοχής που τον διόρισαν διευθυντή του Πανεπιστημίου, γενικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου και γενικό επόπτη της «ελληνικής» λογοκρισίας.
Το «Κουαδρίβιο» κυκλοφορούσε κάθε Κυριακή τη διετία 1941-1943, με διευθυντή τον Τελέσιο Ιντερλάντι και διευθυντή σύνταξης κάποιον Ιωάννη Κουρούνη.
Ξεφυλλίζοντας τα διαθέσιμα τεύχη του διαπιστώνουμε ότι μεταξύ των επώνυμων συνεργατών του συγκαταλέγονταν φυσιογνωμίες του δημοσιογραφικού και λογοτεχνικού κόσμου όπως ο Κωνσταντίνος Φαλτάιτς, ο Κώστας Καιροφύλας, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Αλέκος Λιδωρίκης, ο Δημήτρης Γατόπουλος κ.ά.
«Περισσότεροι απ’ όσους περιμέναμε» θα σχολιάσει πικρά το 1943 στο προσωπικό ημερολόγιό του ο Γιώργος Θεοτοκάς («Τετράδια ημερολογίου, 1939-1953», Αθήνα 1987, σ.351).
Η «αυτοκάθαρση» αποδείχθηκε πάντως εξαιρετικά βραχύβια. Μετά τη Βάρκιζα, το Πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ μετέτρεψε τις ποινές οριστικής διαγραφής σε ολιγόχρονες ή αποκατέστησε πλήρως τους διωχθέντες, τα δε Ειδικά Δικαστήρια Δωσιλόγων επέδειξαν ιδιαίτερη απροθυμία ν’ ασχοληθούν με τον κλάδο.
Εχουν καταγραφεί έξι όλες κι όλες παραπομπές Αθηναίων δημοσιογράφων (Μελάς, Μαμάκης, Ευταξίας, Σταυρίδης, Τραυλός και Αριστος Καμπάνης), από τους οποίους ένας μόνο -ο Τραυλός- καταδικάστηκε τελικά.
Ακόμη και σ’ αυτή την τελευταία περίπτωση, τα πρακτικά της δίκης πιστοποιούν «πως η άσκηση “προπαγάνδας υπέρ του εχθρού” δεν ήταν αναγκαστικά επιλήψιμη για τη Δικαιοσύνη, ούτε για πολλούς συναδέλφους του» (Δημήτρης Κουσουρής, «Δίκες των δωσιλόγων», Αθήνα 2014, σ.560).
Ανάλογα συμπεράσματα προκύπτουν κι από την αντίστοιχη δίκη στη Θεσσαλονίκη των δημοσιογράφων που επάνδρωσαν τις καθαρά χιτλερικές «Νέα Ευρώπη κι «Απογευματινή», με μάρτυρες υπεράσπισης κορυφαίες φυσιογνωμίες της βορειοελλαδίτικης εθνικοφροσύνης.
Το σκεπτικό της συλλογικής αυτής απαλλαγής μπορεί να συμπυκνωθεί στην κατάθεση ενός από τους μάρτυρες υπεράσπισης του Τραυλού: ο κατηγορούμενος (και κατ’ επέκταση ο κατοχικός Τύπος), υποστήριξε, μπορεί να διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στην παραγωγή και διασπορά της κατοχικής προπαγάνδας, τελικά όμως ο ίδιος «δεν παρεσύρθη απ’ αυτά που εδημοσίευε».
Από τις έντεκα ημερήσιες εφημερίδες που κυκλοφορούσαν στην Αθήνα την άνοιξη του 1941, τρεις έκλεισαν αμέσως μετά την άφιξη των Γερμανών: το «Ελληνικόν Μέλλον», ο «Ασύρματος» (σχετικά πρόσφατο απογευματινό φύλλο που εκδόθηκε στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και διακρινόταν για την ένθερμη υποστήριξή του προς τους Αγγλοαμερικανούς) και το ιστορικό «Εθνος», οι εγκαταστάσεις του οποίου κατασχέθηκαν για την έκδοση των ξενόγλωσσων τοπικών εντύπων του Αξονα («Deutsche Nachrichten für Griechenland» και «Giornale di Roma»).
Οι υπόλοιπες οκτώ, πέντε πρωινές και τρεις απογευματινές, συνέχισαν να κυκλοφορούν, με μια μικρή αλλά καθοριστική διαφορά: τη διακριτική «αποχώρηση» των εκδοτών και διευθυντών τους από το προσκήνιο και την (τυπική) ανάληψη της ευθύνης για την έκδοσή τους από το συντακτικό προσωπικό ή κάποια στελέχη, άμεσα συνδεόμενα συνήθως με την παλιά εργοδοσία.
Ο Δημήτριος Λαμπράκης του «Ελ. Βήματος» και των «Αθηναϊκών Νέων»
 Στις 26/4/1941, μία ημέρα πριν από την παράδοση της Αθήνας, τα έντυπα του ΔΟΛ «Ελεύθερον Βήμα» και «Αθηναϊκά Νέα» εμφανίστηκαν ως «έκδοση» (το πρώτο) ή «ιδιοκτησία» (τα δεύτερα) «του εργαζόμενου προσωπικού», διευθυνόμενα «από τριμελή επιτροπή», με τη διευκρίνιση πως ο ιδρυτής και μέχρι τότε εκδότης Δημήτριος Λαμπράκης (φωτ.) «εγκαταλείπει την δημοσιογραφίαν» και «εξεχώρησεν οριστικώς εις το προσωπικόν» τους τίτλους και τα περιουσιακά τους στοιχεία.
Στην πραγματικότητα η εκχώρηση ήταν εικονική, η δε επιτροπή αποτελούνταν από ισάριθμους εμπίστους του. «Στοιχειώδες μέτρο προνοίας» τη χαρακτηρίζει τις επόμενες μέρες στο προσωπικό του ημερολόγιο ο Χριστόφορος Χρηστίδης, διευθυντικό στέλεχος του Ερυθρού Σταυρού με μακρά παρουσία στον αθηναϊκό Τύπο, διευκρινίζοντας ότι, «φυσικά, το δημοσιογραφικό συγκρότημα παραμένει πάντα ιδιοκτησία του δημιουργού του».
Αν κάτι ξεχωρίζει πάντως την κατοχική πολιτεία του ΔΟΛ από εκείνη των υπόλοιπων φύλλων δεν είναι αυτή η εικονική μεταβολή, αλλά ο συνακόλουθος επιχειρηματικός συνεταιρισμός του με τον επίσημο προπαγανδιστικό μηχανισμό του Ράιχ, την εταιρεία Mundus A.G. που είχαν συστήσει τα γερμανικά υπουργεία Εξωτερικών και Προπαγάνδας για τον έλεγχο των ΜΜΕ στις κατεχόμενες χώρες.
Τον Σεπτέμβριο του 1941 η Mundus ανέλαβε το 51% των μετοχών της κοινοπραξίας («Ελεύθερον Βήμα Α.Ε.»), στο Δ.Σ. της οποίας μετείχαν, μεταξύ άλλων, ο αρχηγός της ναζιστικής ΕΣΠΟ, Γεώργιος Βλαβιανός, κι ο επικεφαλής της γερμανικής λογοκρισίας, Χέριμπερτ Σβέρμπελ.
 Εξίσου έγκαιρα φρόντισε να καμουφλαριστεί και η «Εστία» των αδελφών Αχιλλέα και Κύρου Κύρου.
Οι αδελφοί Αχιλλέας και Κύρος Κύρου της «Εστίας»Οι αδελφοί Αχιλλέας και Κύρος Κύρου της «Εστίας» | ΑΔ. ΚΥΡΟΥ, «ΤΟ ΑΠΟΛΕΣΘΕΝ ΘΕΛΓΗΤΡΟΝ» (1997)
Στις 24/4/1941 τα ονόματά τους παύουν ν’ αναγράφονται ως «διεύθυνσις», για ν’ αντικατασταθούν δυο μέρες μετά απ’ αυτό του Ι. Π. Ζωγράφου. Οπως και πριν, στην προμετωπίδα εξακολούθησε φυσικά να μνημονεύεται -σαν «Διευθυντής (1898-1918)»- ο προ πολλού εκλιπών πατέρα τους, Αδωνις Κύρου.
Την ίδια μέρα (26/4), κύριο άρθρο με τίτλο «Οπως χωρίζονται οι φίλοι» ξεκαθάρισε την πολιτεία της εφημερίδας στους δύσκολους καιρούς που ξημέρωναν: στο εξής, διαβάζουμε, «άλλαι Ελληνικαί αρεταί θα πρέπει να αντικαταστήσουν τας αρετάς εκείνας, αι οποίαι τους παρελθόντας έξι μήνας εδόξασαν και ετίμησαν την Ελλάδα»· την «προσωπικήν ανδρείαν» και «την αυταπάρνησιν [...] θα αντικαταστήσουν η χριστιανική υπομονή, η υπερήφανος εθνική εγκαρτέρησις, η ακατάβλητος Ελληνική αξιοπρέπεια».
Σύμφωνα με το ημερολόγιο του Αμερικανού Λερντ Αρτσερ, στον κοινωνικό περίγυρο των εκδοτών διαδόθηκε πως οι αυτοί «προτίμησαν να ξεφορτωθούν αυτό το περιουσιακό στοιχείο, αντί να παίρνουν εντολές από τον Γκαίμπελς».
Μισό μήνα μετά (14/5/1941), στο λογότυπο της εφημερίδας εμφανίστηκε ωστόσο η συνθηματική ένδειξη «Ιδιοκτησία κληρονόμων Αδώνιδος Κύρου», ενώ η «έκδοσις και διεύθυνσις» εξακολούθησε ν’ αποδίδεται στον Ζωγράφο. Η εφημερίδα έκλεισε τελικά στα τέλη Οκτωβρίου.
Σύμφωνα με την επίσημη οικογενειακή αφήγηση, το κλείσιμο αποφασίστηκε από το προσωπικό «εις ένδειξιν διαμαρτυρίας κατά του στυγνού καθεστώτος των εισβολέων», με την προσχηματική επίκληση οικονομικής αδυναμίας.
 Απόσυρση του διευθυντή Στέφανου Πεσμαζόγλου είχαμε και στην «Πρωία». Τη διεύθυνση ανέλαβε ο αρχισυντάκτης Γιώργος Καράντζας, με αρχισυντάκτη τον Πέτρο Παπακωνσταντίνου. Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής, στον λογότυπο μνημονεύεται μόνο το όνομα του διευθυντή.
 Στην περίπτωση της «Καθημερινής», ο εκδότης και διευθυντής της Γεώργιος Βλάχος αποχώρησε αφήνοντας στο πόδι του ως «διευθύνοντα» τον Νίκο Αναστασόπουλο.
Ο Γεώργιος Βλάχος της «Καθημερινής»Ο Γεώργιος Βλάχος της «Καθημερινής» | ΕΛ. ΒΛΑΧΟΥ, «ΠΕΝΗΝΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΙ...», τ.Α΄ (1991)
Το όνομα του τελευταίου εμφανίζεται για πρώτη φορά στις 18/5/1941, κάτω από εκείνο του «ιδρυτή» Γ.Α.Β., που δεν αφαιρέθηκε ποτέ.
Μολονότι η επίσημη οικογενειακή αφήγηση επιμένει πως επί Κατοχής ο τελευταίος δεν είχε την παραμικρή επαφή με την έκδοση, ο πρώτος πληθυντικός του ημερολογίου της κόρης του και η έγκαιρη καταγραφή εκ μέρους της ζωτικών λεπτομερειών της λειτουργίας της εφημερίδας σκιαγραφούν μιαν αρκετά διαφορετική εικόνα.
 Δυο εφημερίδες, η «Βραδυνή» και ο «Πρωινός Τύπος», άργησαν κάπως ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμα των υπόλοιπων φύλλων.
Η πρώτη εξακολούθησε για περίπου έναν χρόνο ν’ αναγράφει την ίδια ιδιοκτησία (Νίνα Αραβαντινού) και διεύθυνση (Λεων. Μπορτολής), ώσπου το 1942 την ανέλαβε -κι εδώ- «επιτροπή συντακτών».
Η δεύτερη είχε κυκλοφορήσει μόλις στις 9/4/1941, τρεις μέρες μετά τη γερμανική επίθεση, ως πρωινή μετεξέλιξη του απογευματινού «Τύπου» που υπήρχε από τον Δεκέμβριο του 1934. Παρέμεινε δε στα ίδια χέρια μέχρι τις 23/10/1941, όταν ο διευθυντής Νικόλαος Κρανιωτάκης κι η ιδιοκτήτρια Α.Ε. του «απεχώρησαν» παραδίδοντάς τη στο συντακτικό προσωπικό, «υπό ιδίαν αυτού ευθύνην και δι’ ίδιον λογαριασμόν».
Φαίνεται πάντως ότι εδώ η μεταβίβαση είχε ουσιαστικό περιεχόμενο, όπως πιστοποιεί η οφθαλμοφανής αλλαγή του ύφους και της γραμμής του συνεταιρικού πλέον εντύπου, που εγκατέλειψε την κραυγαλέα ταύτιση με τον κατακτητή για μια μετριοπαθέστερη στάση. Τον Μάρτιο του 1944 η εφημερίδα και οι συντάκτες της απορροφήθηκαν από την «Πρωία», για οικονομικούς πιθανότατα λόγους.
 Ειδική περίπτωση αποτέλεσε η «Ακρόπολις», ο λογότυπος της οποίας στις αρχές της Κατοχής μνημόνευε δυο διευθυντές: «συντάξεως» (Νάσος Μπότσης) και «οικονομικό» (Θεόφιλος Βουτσινάς), συνιδιοκτήτες και κληρονόμους του επανιδρυτή της, Γεωργίου Βουτσινά.
Το καλοκαίρι του 1941 ο Μπότσης συνελήφθη κι εκτοπίστηκε στην Ιταλία –σύμφωνα με τον αδερφό του– επειδή αρνήθηκε να δημοσιεύσει κάποιο προπαγανδιστικό άρθρο. Η εφημερίδα δεν κυκλοφόρησε δυο μέρες και στις 29/7/1941 ξαναβγήκε δίχως το όνομά του· ο Βουτσινάς παρέμεινε «οικονομικός διευθυντής» για ένα δίμηνο, με αρχισυντάκτη τον Δημήτριο Νίτσο, ώσπου αναβαθμίστηκε σε μοναδικό «διευθυντή» (19/9/1941).
Το επόμενο βήμα σημειώθηκε τον Μάρτιο του 1944, όταν η Γερμανική Υπηρεσία Τύπου διά στόματος Σβέρμπελ ανακοίνωσε στον τρίτο συνιδιοκτήτη, Αργύριο Μπότση, την απόφασή της (με τη σύμφωνη γνώμη του «γερμανόφιλου» Βουτσινά) να μετατραπεί η «Ακρόπολις» σε άτυπο βήμα της εγχώριας ναζιστικής οργάνωσης «Εθνική Ενωσις Ελλάς» (ΕΕΕ).
Ο Νίτσος παραιτήθηκε και την αρχισυνταξία ανέλαβε ο δημοσιογράφος της εφημερίδας Ελευθέριος Σταυρίδης, πάλαι ποτέ γενικός γραμματέας κι αρχηγός της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΚΚΕ (1926-1928), συνεργάτης κατόπιν του Μανιαδάκη και του κατοχικού γενικού διευθυντή Δημοσίας Τάξεως Πολυχρονόπουλου· άνθρωπος με λαμπρό επίσης μεταπολεμικό μέλλον, ως στέλεχος του καραμανλικού παρακράτους και συντάκτης ενός από τα επιτελικά σχέδια βίας και νοθείας των εκλογών του 1961.
Η μεταβολή καταγράφηκε κι από τη βρετανική SOE, σχετική αναφορά της οποίας επισημαίνει στις 23/5/1944 ότι το όνομα του Σταυρίδη φιγουράριζε επίσης το 1941 «σε λίστα πρακτόρων της Γκεστάπο».

Πηγή: Τάσος Κωστόπουλος - "Εφημερίδα των Συντακτών"
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger