Προσφατες Αναρτησεις

Η ιστορία του αρχιφύλακα Γεώργιου Μιχαλολιάκου: Πρόδωσε το ΕΑΜ για να πάει στα Τάγματα Ασφαλείας, μένοντας πιστός στον όρκο του προς τον Χίτλερ μέχρι το τέλος

 Πηγή: xyzcontagion.wordpress.com

Αρχιφύλακας Γεώργιος Μιχαλολιάκος:

Πρόδωσε την πατρίδα, πρόδωσε το ΕΑΜ, αλλά δεν πρόδωσε τους Γερμανούς και τον όρκο του προς τον Χίτλερ

Να το ξεκαθαρίσουμε, μια και καλή. Δεν υπάρχει οικογενειακή/συλλογική ευθύνη. Κανένα παιδί δεν μπορεί να είναι υπεύθυνο για τις πράξεις των γονιών του. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι ανάμεσα στα διάφορα περίεργα φαινόμενα που μας προέκυψαν το τελευταίο διάστημα, όταν το ναζιστικό τέρας σήκωσε το άσχημο κεφάλι του, με αποτέλεσμα να μαθαίνουμε, σχεδόν σε καθημερινή βάση, γεγονότα και καταστάσεις που άλλοτε θα μας φαίνονταν απίθανα και ακατανόητα, υπάρχει και ένα πολύ αξιοπρόσεκτο φαινόμενο, το οποίο -αν μη τι άλλο- θα άξιζε να μελετηθεί από ειδικούς επιστήμονες, έστω για να κατανοήσουμε λίγο καλύτερα την επίδραση του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μεγαλώνει ένα παιδί επάνω στην περαιτέρω πορεία του.
Οσοι ασχολούνται, λοιπόν, με την Ιστορία αποκλείεται να μην έχουν παρατηρήσει το εξής: Σε κάθε σκοτεινή περίοδο της Ιστορίας της νεότερης Ελλάδας, από το 1936 και μετά, πάρα πολύ συχνά, συναντάμε ανθρώπους των οποίων το επώνυμο είναι ίδιο με το επώνυμο κάποιου στελέχους της ναζιστικής συμμορίας. Από την 4η Αυγούστου, την Κατοχή και τον Εμφύλιο, τη Χούντα, την ακροδεξιά τρομοκρατία της Μεταπολίτευσης, πάντα υπάρχει σε κάθε περίοδο ανωμαλίας, κι από ένας συγγενής σύγχρονου χρυσαβγίτη.
Λογικά και μαθηματικά, κάνοντας χρήση των θεωριών των πιθανοτήτων, είναι βέβαιο πως δεν είναι όλοι συγγνείς. Κάποιοι μπορεί να είναι απλή συνωνυμία. Κάποιοι, όμως, σίγουρα θα προέρχονται από τις ευρύτερες οικογένειες τους. Και κάποιοι θα είναι στενοί συγγενείς.
Ας δούμε μερικά παραδείγματα, έτσι, σαν προσφορά για όποιον ιστοριοδίφη θελήσει να το ψάξει περισσότερο:
# Την ιστορία του Νίκου Γόδα, του ΕΛΑΣίτη ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού που εκτελέστηκε με την φανέλα με τον έφηβο το 1948, λογικά την γνωρίζουν οι αναγνώστες του ιστολογίου. Αν όχι, υπάρχει εδώ κι εδώ
Ποια ήταν τα ονόματα των δύο ψευδομαρτύρων, με τις καταθέσεις των οποίων καταδικάστηκε;;;
Λουκάς και Δημήτρης Κασιδιάρης.
«O Λουκάς και ο Δημήτρης Κασιδιάρης λοιπόν, που μένανε στα Μανιάτικα του Πειραιά, ήταν δύο αδέρφια που δεν ήταν αστυνομικοί, αλλά ανήκαν στην Ειδική Ασφάλεια, που συνεργαζόταν με τους Γερμανούς επί Κατοχής για να κυνηγάει κομμουνιστές. Ο ένας ήταν πρεσσαδόρος και ο άλλος οδηγός στο επάγγελμα. Ο Βεντίκος, που έκανε τις ανακρίσεις στο Άσυλο, είχε προηγούμενα με το Λουκά Κασιδιάρη, επειδή αυτός κατά την Κατοχή ως στέλεχος της Ειδικής Ασφάλειας συνέλαβε τον αδερφό του. Έτσι, για αντίποινα ο Βεντίκος συνέλαβε τη νύφη του Λουκά Κασιδιάρη, Βασιλική Κασιδιάρη, κατά τα Δεκεμβριανά και την εκτέλεσε στο Άσυλο. Η Βασιλική ήταν σύζυγος του Δημήτρη Κασιδιάρη, ο οποίος κατέθεσε ότι ο αδερφός του Γιάννης έκρυβε το Βεντίκο στο σπίτι του κατά την Κατοχή για να μην τον πιάσουν οι Γερμανοί».
Πηγή: Ιστολόγιο Reds Against The Machine, Η δίκη του Νίκου Γόδα, 21/01/2015
Δείτε τα σχετικά δημοσιεύματα, όπου αναφέρονται τα ονόματα των αδύο αδερφών από τα Μανιάτικα του Πειραιά, και κατανομάζονται επαίσχυντες πράξεις τους επί Κατοχής, πέρα από το ίδιο το γεγονός της ψευδορκίας (κλικ για μεγέθυνση):
Ριζοσπάστης, 23/06/1945, Με μάρτυρες ταγματασφαλίτες και προδότες των ΕΣ-ΕΣ, Δικάζουν σήμερα λαϊκούς αγωνιστές, Οπως οι Κασιδιάρηδες που δολοφόνησαν 15 πατριώτες αγωνιστές
Ριζοσπάστης, 23/06/1945, Με μάρτυρες ταγματασφαλίτες και προδότες των ΕΣ-ΕΣ, Δικάζουν σήμερα λαϊκούς αγωνιστές, Οπως οι Κασιδιάρηδες που δολοφόνησαν 15 πατριώτες αγωνιστές
Ριζοσπάστης, 27/06/1945, Πράκτορες των ΕΣ-ΕΣ χρησιμοποιούνται για μάρτυρες στη δίκη των Πειραιωτών, Ο Σαραντάρης και οι Κασιδιαραίοι στο μπλόκο της Κοκκινιάς
Ριζοσπάστης, 27/06/1945, Πράκτορες των ΕΣ-ΕΣ χρησιμοποιούνται για μάρτυρες στη δίκη των Πειραιωτών, Ο Σαραντάρης και οι Κασιδιαραίοι στο μπλόκο της Κοκκινιάς.
Ριζοσπάστης, 30/06/1945, Η επαίσχυντη σκηνοθεσία της δίκης των δικαζομένων πατριωτών της Κοκκινιάς, Κατηγορούμενοι Ξηροτάγαρος και Νίκος Γόδας, Ψευδομάρτυρες οι αδελφοί Κασιδιάρη.
Ριζοσπάστης, 30/06/1945, Η επαίσχυντη σκηνοθεσία της δίκης των δικαζομένων πατριωτών της Κοκκινιάς, Κατηγορούμενοι Ξηροτάγαρος και Νίκος Γόδας, Ψευδομάρτυρες οι αδελφοί Κασιδιάρη.
# Το πιο τρομακτικό σημείο της πόλης στην Αθήνα, κατά την περίοδο της Κατοχής ήταν, όπως όλοι γνωρίζουν η κομμαντατούρα στην οδό Μέρλιν/Σέκερη (έβλεπε και στους δύο δρόμους) στο Κολωνάκι.
Τόσο απειλητικό, ώστε ο Γιώργος Ζαμπέτας να του αφιερώσει ολόκληρο τραγούδι, σε στίχους Ξενοφώντα Φιλέρη, μαζί με εκείνο στην στοά της οδού Κοραή.
«Οποιος περνούσε τη στοά // τον ήλιο χαιρετούσε // στο φρουραρχείο έμπαινε // το χάρο συναντούσε. // Τη σκάλα που κατέβαινε // είκοσι μέτρα βάθος // σκαλί σκαλί μαρμάρινο // και ανοιγμένος τάφος. // Στη Μέρλιν και στη Κοραή // χτυπάνε με ζωνάρια // και πάνω στη Καισαριανή // σκοτώνουν παλληκάρια».
 Πως λεγόταν ένας βασικός βασανιστής της Ειδικής Ασφάλειας, κοντόχοντρος, φαλακρός, με μούσι και με πολλές τρίχες στο στήθος [Σ.Σ.: Δείτε κάτι συμπτώσεις τώρα], κάτω από τις διαταγές του διαβόητου Παπαγιαννόπουλου και του λοχαγού Γιαννακά, στα χέρια του οποίου μαρτυρούσαν οι Ελληνες πατριώτες αντιστασιακοί;;;
Σύμφωνα με το βιβλίο του Μιχαήλ Α. Βασιλείου με τίτλο ‘Αποστολή στο Μπίμπλις, Το οδοιπορικό της τελευταίας αποστολής Ελλήνων αντιστασιακών από την Ελλάδα στη χιτλερική Γερμανία τον Αύγουστο του 1944’, εκδόσεις Το Ποντίκι, Αθήνα, 1998, σσ. 48-50, το όνομά του (επώνυμο) ήταν … Παναγιώταρος.
Μάλιστα, μέσα στην αφήγηση, υπάρχουν και διάλογοι, όπως όταν βασάνιζαν κάποιους μαθητές Γυμνασίου, με φάλαγγα, εικονικές εκτελέσεις και εικονικούς πνιγμούς, χτυπώντας τους με σωλήνες και μαστίγια και βασανίζοντάς τους με διάφορες αυτοσχέδιες συσκευές:
«– Παναγιώταρε, Παναγιώταρε!!! Φάλαγγα, φάλαγγα, γρήγορα τον παλιοπούστη, φάλαγγα, σκοτώστε τον!!!» [1].
# Ο πατέρας του Επιτήδειου ήταν φυσικά στα Τάγματα Ασφαλείας της Εύβοιας, όπως κατά πάσα πιθανότητα και ένας θείος του:
«Σε ονομαστικό κατάλογο των απλών γερμανοτσολιάδων του 4ου λόχου, συνταγμένο από τον πρώην διοικητή του (02/12/1944), συναντάμε τέλος έναν ακόμη ταγματασφαλίτη με το ίδιο επώνυμο και πατρώνυμο -τον 19χρονο Ιωάννη Επιτήδειο του Γεωργίου».
«Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, ο στρατηγός Επιτήδειος διατήρησε τη θέση του για μερικούς μήνες. Αποστρατεύθηκε στις 4 Μαρτίου 1975, κατά τις σαρωτικές αλλαγές που ακολούθησαν το αποτυχημένο ιωαννιδικό «πραξικόπημα της πιτζάμας». Σύμφωνα με την επίσημη σχετική ανακοίνωση, στις «ανακατατάξεις» εκείνες πρυτάνευσαν τα κριτήρια της «επαγγελματικής ικανότητος» των στελεχών και της «νομιμοφροσύνης προς το δημοκρατικόν καθεστώς».
Την ίδια περίπου εποχή ξεκίνησε την καριέρα του ο γιος του. Από τις εφημερίδες των ημερών πληροφορούμαστε ότι ο Γεώργιος Επιτήδειος ονομάστηκε ανθυπολοχαγός τον Ιούλιο του 1975, έχοντας εισαχθεί και φοιτήσει στην Ευελπίδων επί χούντας. Οι δημοκρατικές συνθήκες των επόμενων δεκαετιών υπήρξαν, βέβαια, ριζικά διαφορετικές από εκείνες που υπηρέτησε ο πατέρας του. Ωσπου, με το πλήρωμα του χρόνου, το μήλο έπεσε κάτω από τη μηλιά».
Πηγή: Ιός, Από τους γερμανοτσολιάδες στη χούντα, Βίος και πολιτεία του στρατηγού Επιτήδειου, πατέρα του ευρωβουλευτή της Χρυσής Αυγής, Εφημερίδα των Συντακτών, 25/10/2014
# Μάλιστα, αποστρατεύτηκε το 1975, κατά το αποτυχημένο ιωαννιδικό «πραξικόπημα της πιτζάμας», μαζί με τον Ηλία Παππά, πατέρα του Χρήστου Παππά, όπως είχαμε γράψει εδώ, στην ‘Σκηνή Πέμπτη #05: Νοέμβριος 1977, προεκλογική περίοδος, Ιταλία, Γραφεία Εθνικής Παράταξης στον Πύργο Αθηνών, Φυλακές Κορυδαλλού, Ξενοδοχείο Caravel (Από τις Εννιά συν μία άγνωστες ακτινογραφίες του ναζιστικού ζόμπι)‘.
«Ο Ηλίας Παππάς, πραξικοπηματίας της 21ης Απριλίου 1967 και μέλος της χουντικής ‘Επαναστατικής Επιτροπής’, καταχρηστικά αναφέρεται ως ‘στρατηγός’ από τη ναζιστική συμμορία -η αλήθεια είναι ότι είχε αποταχθεί ατιμωτικά όταν ήταν συνταγματάρχης, λόγω συμμετοχής στο ‘πραξικόπημα της πιτζάμας’ το 1975, αν και αργότερα, εκμεταλλευόμενος ένα παραθυράκι του νόμου, μπόρεσε να επανέλθει. Ηταν ο πρώτος στη σχετική λίστα με τα ονόματα της ομάδας των 140 αξιωματικών που αποτάχθησαν όλοι ατιμωτικά στις 15/03/1975, λόγω συμμετοχής σ’ αυτό το ‘πραξικόπημα της πιτζάμας’ στις 24-25/02/1975, όταν είχαν συλληφθεί και άλλοι 37 αξιωματικοί, από το βαθμό του υποστράτηγου μέχρι το βαθμό του υπολοχαγού, από τον Νικόλαο Ντερτιλή μέχρι τον Παρασκευά Μπόλαρη» [2]
# Στο διήμερο της μεγάλης σφαγής στην ‘Εθνική Κολυμβήθρα’ της Μακρονήσου, Κυριακή 29 Φεβρουαρίου και Δευτέρα 1 Μαρτίου 1948, όταν στην ‘χαράδρα του θανάτου’ πολυβόλα έριχναν αδιακρίτως σε 4.500 κρατούμενους, ο ακριβής αριθμός των νεκρών ποτέ δεν διαπιστώθηκε επίσημα. Η επίσημη εκδοχή κάνει λόγο για 17 νεκρούς, όμως η υπόθεση κουκουλώθηκε από επίορκους αξιωματικούς και δικαστικούς, ενώ υπάρχουν μαρτυρίες για πάνω από 300 θύματα. Ιδιαίτερη σημασία έχει η μαρτυρία του καπετάνιου Μίμη Βρονταμίτη, ο οποίος ναύλωνε το καΐκι του για να κουβαλάει φαντάρους, υπόδικους και προμήθειες. Υποχρεώθηκε από τον διαβόητο Παναγιώτη Σκαλούμπακα, ο οποίος του κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές τον διέταξε να κουβαλήσει τους σκοτωμένους φαντάρους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν Τζιόρτζιο, όπου περίμενε ένα πολεμικό καράβι πολεμικό. Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στον βυθό της θάλασσας. «Οι νεκροί όλοι όλοι ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί. Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη ζωή μου», αναφέρει στη μαρτυρία του ο καπετάνιος.
Υπάρχει κάτι πολύ ενδιαφέρον εδώ, το οποίο επιβεβαιώνεται και από την ‘Ιστορία της Μακρονήσου’: Οι βασανιστές αλφαμίτες, τους οποίους εμπιστεύτηκαν οι αξιωματικοί του στρατοπέδου για να μεταφέρουν τους νεκρούς φαντάρους: Λογικά θα ήταν οι πλέον έμπιστοι, για να αναλάβουν μια τέτοια δουλειά. Το στοίβαγμα φορτίου στα αμπάρια των πλοίων είναι μια τέχνη, την οποία γνωρίζουν καλά μόνο έμπειροι μάστορες του είδους. Οι δύο αλφαμίτες που στοίβαζαν τα πτώματα στο καΐκι είχαν την σχετική εμπειρία, σαν Πειραιώτες ναυτικοί. Ο ένας λεγόταν Χούμης.
Ο δεύτερος Πειραιώτης μάγκας και έμπειρος ναυτικός αλφαμίτης βασανιστής λεγόταν Λαγός.
# Μια ακόμη χαρακτηριστική περίπτωση: Αλέξανδρος Γιοσμάς. Αντιγράφουμε από το πολύ ενδιαφέρον μπλογκ ‘KOKKINOΣ ΦΑΚΕΛΟΣ’: Χρυσή Αυγή, Δωσίλογοι της Κατοχής και περίεργες συμπτώσεις
Αλέξανδρος Γιοσμάς. Πρόκειται εδώ επιβεβαιωμένα για τον γιό του συνεργάτη των Γερμανών Ναζί, Ξενοφώντα Γιοσμά, ηθικού αυτουργού της δολοφονίας Λαμπράκη.
Ο ‘Φον’ Γιοσμάς (Ξενοφών Γιοσμάς, που ήθελε να τον φωνάζουν Φον), ήταν Μικρασιάτης ταγματασφαλίτης, από τους αγριότερους του είδους. Από τους πιο εκλεκτούς συνεργάτες των Γερμανών, είχε στο ενεργητικό του, σφαγές παιδιών, γυναικών, αντρών, ακόμα και βρεφών, κυρίως στην περιοχή της Θεσσαλονίκης.
Το 1945, ο ‘Φον’ Γιοσμάς καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Το 1947, όταν ξεκίνησε ο εμφύλιος πόλεμος, γύρισε στην Ελλάδα και φυλακίστηκε. Το 1950, ο βασιλιάς Παύλος του απένειμε χάρη. Το 1963, συνελήφθη ως ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του βουλευτή της αριστεράς, Γρηγόρη Λαμπράκη. Το 1967, με την επιβολή της δικτατορίας της 21ης Απριλίου, πήρε σύνταξη ως αντιστασιακός.
Ο γιος του, Αλέξανδρος Γιοσμάς, ήταν υποψήφιος του ΛΑ.Ο.Σ στις εκλογές του 2009. Τώρα είναι μέλος της Χρυσής Αυγής και υποψήφιος δημοτικός σύμβουλός της στην Εκλογική Περιφέρεια Θεσσαλονίκης.
# Για τον πατέρα της Ζαρούλια, για τους μπαρμπάδες του Μιχαλολιάκου, όπως και για τις περιπτώσεις των συγγενών του Μπαρμπαρούση (‘Ονομα: Μπαρμπαρούσης – Βαθμός: Ανθυπασπιστής (ΠΖ) – Μονάδα: …‘) και του Αλεξόπουλου (‘Ποιο είναι το χειρότερο είδος ταγματασφαλήτη;;;‘, έχουμε γράψει σχετικά, εδώ στην ‘Σκηνή Ενατη #09: Από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου στο Σήμερα, Connecting the dots (Από τις Εννιά συν μία άγνωστες ακτινογραφίες του ναζιστικού ζόμπι)‘ [3].
## Μια ενδιαφέρουσα πτυχή της ιστορίας, για την εισοδηματία Ελένη Ζαρούλια είναι η εξής: Είναι προς διερεύνηση το θέμα της σύλληψης ενός Βασίλειου Ζαρούλια τον Οκτώβρη του 1944, μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, όταν γίνονταν μαζικές συλλήψεις δωσίλογων, μαυραγοριτών και συνεργατών των ναζί. Ο συγκεκριμένος Βασίλειος Ζαρούλιας είχε κατηγορηθεί πως υποδείκνυε στις γερμανικές αρχές ευκατάστατους Αθηναίους, οι οποίοι συλλαμβάνονταν για να γίνει αμέσως μετά παζάρι με χρυσές λίρες, αν ήθελαν να απελευθερωθούν από τα κρατητήρια της Μέρλιν και της Κοραή. Δουλειά με μεγάλες προοπτικές άμεσων τρελών κερδών.

Εφημερίδα Καθημερινά Νέα, 24/10/1944, τίτλος "Οι πράκτορες του εχθρού"· Σύλληψη του Βασίλειου Ζαρούλια μαζί με τον Λ. Χριστοδήμο, υιό υπουργού του επισιτισμού επί κατοχής
Εφημερίδα Καθημερινά Νέα, 24/10/1944, τίτλος «Οι πράκτορες του εχθρού»· Σύλληψη του Βασίλειου Ζαρούλια μαζί με τον Λ. Χριστοδήμο, υιό υπουργού του επισιτισμού επί κατοχής
# Και μιας που πιάσαμε τα κατοχικά της οικογένειας, ας σημειωθεί ότι στον επίσημο κατάλογο με τα μέλη της ‘Οργάνωσης Χ’ που κατέθεσε στο ΓΕΣ ο ίδιος ο Γεώργιος Γρίβας στις 24/05/1950, υπάρχουν τρεις Μιχαλολιάκοι:
– ο Αστυφύλαξ Μιχαλολιάκος Παναγιώτης, που ήταν μέλος της ‘Χ’ από το Νοέμβριο του 1941 μέχρι τον Δκέμβριο του 1944,
– ο Αστυφύλαξ Μιχαλολιάκος Αντώνιος, επίσης από Νοέμβριο 1941 μέχρι Δεκέμβριο 1944,
– και ο Μιχαλολιάκος Γεώργιος, σε παρένθεση ‘Δημήτριος’, επίσης από Νοέμβριο 1941 μέχρι Μάρτιο 1944 οπότε και «εδολοφονήθη υπό της ΟΠΛΑ», σύμφωνα με την έκθεση του Γρίβα [180].
# Και δεν είναι οι μόνοι, ασφαλώς, οι καταγόμενοι από οικογένειες χιτών, τ/αλητών και δωσιλόγων. Αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά λ.χ. στους καταλόγους με τους υποψήφιους της συμμορίας στις τελευταίες εκλογές του Μαΐου 2014, τριψήφιος είναι ο κατάλογος ονομάτων από την εθνικοφροσύνη της δεκαετίας του 1940 στην ναζιστική ακροδεξιά του σήμερα, όπως κι εδώ (περίπτωση Μπαρμπαρούση) αλλά κι εδώ (στο πέμπτο κουίζ, περίπτωση Αλεξόπουλου).
# Ομως, ομολογουμένως, υπάρχει ένα μεγάλο, ένα τεράστιο κενό, για το οποίο υποθέτουμε ότι όλοι οι Ελληνες πολίτες θα επιθυμούσαν να γνωρίζουν σχετικά. Αφού προσπαθεί να γίνει κυβερνήτης (Φίρερ) της Ελλάδας:
Για τον πατέρα του Φίρερ της ναζιστικής οργάνωσης, λοιπόν, τα γνωστά στοιχεία για την δράση του στην Κατοχή είναι τόσο λίγα, που δεν μετριούνται ούτε καν με σταγονόμετρο. Αν πιστέψει κανείς τα μεγάλα (και συνήθως ανυπόληπτα και ανακριβή) ΜΜΕ, εφημερίδες, κανάλια και πόρταλ, ο Γεώργιος Μιχαλολιάκος ήταν άλλοτε Χίτης, άλλοτε χωροφύλακας, άλλοτε αστυνομικός και άλλοτε ταγματασφαλήτης. Γνωρίζουμε μόνο, κι αυτό από διήγηση του ίδιου του Φίρερ σε ένα από τα αυτοβιογραφικά του βιβλία, πως το 1978, ο πατέρας του τού είχε πει, όπως διαβάζουμε σχετικά (‘Οι επωμίδες και τα εκρηκτικά του Νίκου Μιχαλολιάκου της Χρυσής Αυγής – Ψεύτης, βλαξ, καταδότης και Γιώτα-4‘):
«– Δεν πιστεύω να δειλιάσεις και να με ντροπιάσεις. Εμένα με είχαν καταδικάσει οι κουμμουνιστές σε θάνατο … και δεν δείλιασα» [4].
Τάδε έφη ο πατέρας του Νίκου Μιχαλολιάκου, κατά την επίσκεψίν του εις τας Στρατιωτικάς φυλακάς Αυλώνος, όταν μετέβη εκεί τον Αύγουστο του 1978, διά να επισκεφθεί τον προφυλακισμένο υιόν του, λόγω των γνωστών υποθέσεων με τα όπλα και τα εκρηκτικά. Τα λόγια αυτά, ο γέροντας τα εξεστόμισε πίσω από το συρματόπλεγμα και είχαν χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη του νεαρού Νίκου.
Μια αποστροφή του λόγου του ίδιου του Φίρερ, όμως, σε μια ομιλία του στην πατρίδα του στη Μάνη, άνοιξε ένα παράθυρο και οδήγησε σε ένα στοιχείο, από το οποίο έγινε, τελικά, εφικτό να αποκρυπτογραφηθεί ένα σημαντικό τμήμα της κατοχικής ιστορίας του πατέρα Μιχαλολιάκου. Συγκεκριμένα μια φράση, εδώ στο βίντεο, γύρω στο 20.20»:
«- Εδώ από το νησί έφυγε κρατούμενος ο πατέρας μου το 1944 για το Γουδί, για να σώσουν την Ελλάδα από τον κομμουνισμό».


Καλά, ΟΚ, τη φράση «για να σώσουν την Ελλάδα από τον κομμουνισμόν» όλοι την κατανοούν, καθώς πάντα οι εθνικόφρονες, νυν και αεί σώζουν την Ελλάδα από τον κομμουνισμόν. Ομως …
Νησί;;;
Γουδί;;;
Κρατούμενος;;;
Θα χρειαστεί να πάμε περίπου 73 χρόνια πίσω στο παρελθόν.

Μάνη, Λακωνία, περίοδος Κατοχής

Στη Μάνη και στην ευρύτερη περιοχή της Λακωνίας, από τις πρώτες μέρες της Κατοχής και της σκλαβιάς, διαμορφώθηκε αυτόματα στους Λάκωνες μια παλλαϊκή συνείδηση εθνικοκοινωνικής ηθικής, ένα πνεύμα και μια σιωπηλή κοινή παραδοχή, κάτι σαν «βουβή έχθρα κατά του κατακτητή». Κάθε κάτοικος της περιοχής που άρχιζε φιλικά πάρε-δώσε με τον εχθρό, στιγματιζόταν σαν άτομο χωρίς υπόληψη, με φυσιολογικό επακόλουθο την περιφρόνηση, αν όχι και την αηδία από την πλευρά των συμπολιτών του.[Σ.Σ.: Αυτός ίσως ήταν και ο λόγος που αργότερα η συμπεριφορά των τ/αλητών ήταν εξαιρετικά βάρβαρη, πορωμένη, κακοποιός και εγκληματική· επειδή αυτό το πνεύμα κυριαρχούσε, προτού οπλιστούν, και στους ίδιους τους τ/αλήτες, όταν πήδηξαν τον φράχτη και πέρασαν στην συνεργασία, το πνεύμα αυτό τους καταδίωκε σαν Ερινύα, και η σιωπηλή παλλαϊκή κατακραυγή εναντίον τους έφτανε σε αυτούς και στην ένοχη συνείδησή τους σαν εφιαλτική ηχώ «Εχασες την τιμή σου!!! Είσαι προδότης!!!», συνεπώς αυτή η άσχημη και δυσβάστακτη ψυχολογική κατάσταση τους οδηγούσε στο να σκοτώνουν αδιακρίτως, νομίζοντας ίσως πως έτσι «έκλειναν στόματα»].Ετσι, ήταν απολύτως φυσιολογικό, το ΕΑΜ Λακωνίας, όπως και οι τρεις επαρχιακές επιτροπές του Λακεδαίμονος, Επιδαύρου-Λιμηράς και Γυθείου-Οιτύλου, να ήταν πολυσυλλεκτικά, με ανθρώπους αξιοσέβαστους από όλο το πολιτικό φάσμα, όπως ο αδικοχαμένος γιατρός και κλινικάρχης Νίκος Καρβούνης, ο δεσπότης Λακεδαίμονος-Μονεμβασίας Διονύσιος Δάφνος, ο δεσπότης Γυθείου-Οιτύλου Χρύσανθος Δασκαλάκης, ο διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας Αντώνιος Ζερβομπεάκος, ο πολιτευτής Γεώργιος Γιατράκος, καθώς και πολλοί δικηγόροι, έμποροι, συμβολαιογράφοι, δάσκαλοι, δικαστικοί, κτηματίες αλλά κυρίως πολλοί μόνιμοι αξιωματικοί, κάθε άλλο παρά κομμουνιστές. Αλλωστε, επικεφαλής του ΕΑΜ ολόκληρης της Πελοποννήσου ήταν ο Μητροπολίτης Ηλείας Αντώνιος.
Στο -επίσης ευρύχωρο για όλες τις πολιτικές παρατάξεις- ΕΑΜ Γυθείου, πάλι, από την αρχή εντάχθηκαν επίσης πολλά και σημαντικά στελέχη της τοπικής κοινωνίας: Ολόκληρη η οικογένεια των μεγαλοκτηματιών Πετροπουλάκηδες, ο δικαστικός Κορίδης, πολλοί δικηγόροι, ο ίλαρχος Τηλέμαχος Βρεττάκος, πολλοί αξιωματικοί και χωροφύλακες, ο τραπεζικός υπάλληλος Ιωάννης Λειβάδης που εκλέχτηκε γραμματέας του Επαρχιακού Γραφείου ΕΑΜ Γυθείου, και τέλος, ο αρχιφύλακας … Γεώργιος Μιχαλολιάκος!!!
Είναι μάλλον περίεργο (αν όχι γκροτέσκο) το να βλέπει κανείς τις λέξεις ‘ΕΑΜ’ και ‘Μιχαλολιάκος’ στην ίδια πρόταση. Δεν είναι λιγότερο περίεργο το γεγονός, πως σύμφωνα με όλες τις πηγές, στις απαρχές του ΕΑΜ, χωρούσαν μέσα στην πατριωτική πολυσυλλεκτικότητά του όλες οι πολιτικές και κομματικές προτιμήσεις, ακόμα και οι φιλομοναρχικές. Είναι ακόμα πιο περίεργο, ίσως, πως σύμφωνα με την μαρτυρία του Κώστα Βουγιουκλάκη, στελέχους του ΕΑΜ, που έζησε τα γεγονότα από πρώτο χέρι, στον αρχιφύλακα Γεώργιο Μιχαλολιάκο, η οργάνωση του είχε εμπιστευτεί την αρμοδιότητα της Λαϊκής Διαφώτισης, κι έτσι ο ρόλος του στην ανάπτυξη του κινήματος ήταν να πηγαίνει από κωμόπολη σε κωμόπολη και από χωριό σε χωριό για να βγάζει λόγους υπέρ της εθνικής ενότητας, υπέρ της πατριωτικής αλληλεγγύης και υπέρ της ελέυθερης έκφρασης του ελληνικού λαού μετά την απελευθέρωση, χωρίς να κρύβει ότι είναι βασιλόφρονας. Ο ίδιος έλεγε πως «δεν είναι σωστό να γίνεται διαφώτιση του λαού μόνο από κομμουνιστές», και η οργάνωση το δεχόταν αυτό απολύτως και χωρίς καμιά αντίρρηση. Σημειωτέον, πως την ίδια ελευθερία κινήσεων και λόγου είχε την ίδια περίοδο και ο ίλαρχος Τηλέμαχος Βρεττάκος που είχε εκλεγεί επιτελάρχης του ΕΛΑΣ Λακωνίας [5]. Βέβαια, αυτό δεν κράτησε πολύ και για όλο το διάστημα της Κατοχής. Λίγο αργότερα, αμφότεροι αποστάτησαν από την οργάνωση και πήγαν κοντά στους Γερμανούς και στο Τάγμα Ασφαλείας Γυθείου.
Στις αρχές Μαρτίου 1943, στο Γύθειο έγινε σύσκεψη μεταξύ των μονίμων αξιωματικών που ανήκαν στο ΕΑΜ και αποφάσισαν να θέσουν στο περιθώριο τους κομμουνιστές και να μειώσουν την επιρροή του ΚΚΕ. Αρχικά, η ηγεσία του ΕΑΜ συμφώνησε στις απαιτήσεις των αξιωματικών να αναλάβουν ανώτερα πόστα, και έτσι έγινε, αλλά όσο περνούσε ο καιρός, οι διαφωνίες μεγάλωναν, και με την εμπλοκή των Αγγλων συνδέσμων, στο τέλος η ρήξη ήταν αναπόφευκτη: Βοήθησαν και κάποιες οργανωμένες προβοκάτσιες, και έτσι άρχισαν να δημιουργούνται παράλληλες οργανώσεις από τους μοναρχικούς αξιωματικούς, άρχισαν οι συγκρούσεις, και λίγο αργότερα, με τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας και την εγκατάστασή τους εκεί τον Δεκέμβριο του 1943, ο διχασμός ήταν πλήρης -και πολύ αιματηρός.
Η εφημερίδα των Ταγμάτων Ασφαλείας Λακωνίας, Λακωνικός Αγών, Εβδομαδιαία αντικομμουνιστική εφημερίς, Οργανον των τιμίων και αγνών Ελλήνων
Η εφημερίδα των Ταγμάτων Ασφαλείας Λακωνίας, Λακωνικός Αγών, Εβδομαδιαία αντικομμουνιστική εφημερίς, Οργανον των τιμίων και αγνών Ελλήνων

Με τη ρήξη οριστικοποιημένη, και χωρίς να δώσουν εξηγήσεις αυτομόλησαν στα Τάγματα Ασφαλείας και στους εθνικιστές ο γραμματέας του Επαρχιακού Γραφείου ΕΑΜ Γυθείου Ιωάννης Λειβάδης, ο οποίος προηγουμένως συναντήθηκε με τον βασιλόφρονα ανακτορικό λοχαγό Λιαρόπουλο, δύο δικηγόροι, επίσης μεγάλα στελέχη του ΕΑΜ, ο ίλαρχος Τηλέμαχος Βρεττάκος, ο ανθυπολοχαγός Κοκκώνης, οι ταγματάρχες Παναγιώτης Δεμέστιχας και Κ. Κωστόπουλος, άλλοι νεότεροι αξιωματικοί, και τέλος, και ο αρχιφύλακας Γεώργιος Μιχαλολιάκος [6].
Αργότερα προβλήθηκε η δικαιολογία πως δήθεν κινδύνευε η ζωή τους από τον ΕΛΑΣ. Αλλά αυτό δεν ευσταθεί, διότι όλοι οι παραπάνω βρίσκονταν επί μακρόν στα χέρια του ΕΛΑΣ. Αν οι ΕΛΑΣίτες το ήθελαν, θα μπορούσαν να τους είχαν σκοτώσει. Ομως, κανένας από αυτούς δεν πειράχτηκε, ενώ αντίθετα οι απαιτήσεις τους για περισσότερη εξουσία πάντα γίνονταν δεκτές και πάντα η ΕΑΜική πλευρά προσπαθούσε μέσω διαλόγου να βρεθεί λύση στις διαφωνίες τους.
... και η άλλη προδοτική εφημερίδα της περιοχής, Φιλοξενεί ανακοινώσεις από τον "Ελληνικό Στρατό Λακωνίας", τον Λεωνίδα Βρεττάκο και τον Παναγιώτη Δεμέστιχα
… και η άλλη προδοτική εφημερίδα της περιοχής, Φιλοξενεί ανακοινώσεις από τον «Ελληνικό Στρατό Λακωνίας», τον Λεωνίδα Βρεττάκο και τον Παναγιώτη Δεμέστιχα
Διάσημοι ταγματασφαλήτες (με την ευρεία έννοια, το αντίθετο του ‘αντιστασιακού’ δηλαδή, εξ ου και το ήτα στη λέξη ‘τ/αλήτες’) της περιοχής ήταν ο Λεωνίδας Βρεττάκος με το ‘Τάγμα Ενόπλων Εθελοντών Λεωνίδας‘ σαν τμήμα του ‘Ελεύθερου Ελληνικού Στρατού‘, ο αδελφός του Τηλέμαχος Βρεττάκος, ο διαβόητος Πάνος Κατσαρέας (βλ. ‘Γειά σας ταγματασφαλίτες, χωροφύλακες και χίτες‘), ο αργότερα υψηλόβαθμος χουντικός πραξικοπηματίας και κουμπάρος του Κώστα Πλεύρη, ο Ιωάννης Λαδάς, ο ταγματάρχης τότε Παναγιώτης Δεμέστιχας, ο λοχαγός Σταύρος Νικολόπουλος, ο συνταγματάρχης Αθανάσιος Γιαννακόπουλος, ο λοχαγός Κουράκος, ο ανθυπολοχαγός Ταβουλάρης κ.ά. [Σ.Σ.: Επίσης, γνωστά επώνυμα τωρινών στελεχών της ναζιστικής συμμορίας στις τοπικές οργανώσεις της Νοτίου Πελοποννήσου].
Τα Τάγματα Ασφαλείας στρατολόγησαν, μεταξύ άλλων, και άνεργους μικροκλέφτες και λούμπεν στοιχεία, πλιατσικολόγους, πρώην ‘θεληματάρηδες’ των Ιταλών, τσιράκια του περιβόητου Ιταλού αστυνομικού Gioulio Giortanio, χωροφύλακες κ.ά.
Θάρρος, 29/01/1944, Ελληνικός Στρατός Λακωνίας, Λεωνίδας Βρεττάκος, Παναγιώτης Δεμέστιχας
Θάρρος, 29/01/1944, Ελληνικός Στρατός Λακωνίας, Λεωνίδας Βρεττάκος, Παναγιώτης Δεμέστιχας
 Οι ταγματασφαλήτες και οι εθνικιστές πήραν όπλα από τους Γερμανούς, όπως είναι γνωστό. Πρέπει να σημειωθεί εδώ, πως ο όρος ‘εθνικιστής’ την δεκαετία του 1940 δεν είχε πάντα ακριβώς την ίδια έννοια με σήμερα. Συγκεκριμένα, υπάρχει σημαντική διάκριση μεταξύ του όρου ‘εθνικόφρων’ και του όρου ‘εθνικιστής’, αν και η διαδεδομένη άποψη είναι ότι πρόκειται ακριβώς για το ίδιο. Δεν ήταν ολοι οι εθνικόφρονες και εθνικιστές. Εθνικιστές ήταν μόνον εκείνοι οι εθνικόφρονες που έπαιρναν τα όπλα, οι ένοπλοι. Αυτοί που δεν δίσταζαν να σκοτώσουν συμπατριώτες τους, χρησιμοποιώντας τα γερμανικά όπλα.
Οι εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων, λοιπόν, ήταν πολύ αιματηρές, πολύ έντονες και πολύ συχνές, φυσικά «διά να εξοικονομηθεί πολύτιμο γερμανικό αίμα» κατά τη διατύπωση στην γνωστή αναφορά για τα Τάγματα Ασφαλείας του ανώτατου διοικητή τους Βάλτερ Σιμάνα, εννοώντας στις επιχειρήσεις κατά της αντίστασης, ασφαλώς. Η δικαιολογία απ’ την πλευρά των τ/αλητών ήταν, φυσικά, πως «η χώρα βρισκόταν σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης» και πως ο Στρατιωτικός Νόμος (που όμως είχε κηρυχτεί από τους Γερμανούς) ήταν απαραίτητος διά την τάξιν και την ασφάλειαν. Ετσι, ο όρκος προς τον Χίτλερ, οι φόνοι συμπατριωτών, συνήθως ε-κ-α-τ-ό-μ-β-ε-ς στην περιοχή της Νοτίου Πελοποννήσου, οι βιασμοί μικρών κοριτσιών, οι πυρπολήσεις σπιτιών, επίσης κατά εκατοντάδες, και, βεβαίως, το πανταχού παρόν άγριο πλιάτσικο, όλα καλυπτόταν πίσω από υποτιθέμενες «πατριωτικές» κορώνες.
Ο Γεώργιος Μιχαλολιάκος ήταν, πάντως, πιο ειλικρινής. Οπως θυμάται ο συγγραφέας, έλεγε παντού ξεκάθαρα [7]:
«– Ο κατακτητής είναι αναγκαίο κακό. εμείς ποντάρουμε στο ‘χαρτί’ του βασιλέως και των Εγγλέζων. Αν οι Αγγλοι προδώσουνε τα Τάγματα Ασφαλείας, ο βασιλεύς θα χάσει τον θρόνο κι εμείς θα χάσουμε την ελευθερία μας. Σε αντίθετη περίπτωση, θα κερδίσουμε τα πάντα […]».
Θάρρος, 30/01/1944, Ελληνικός Στρατός Λακωνίας, Λεωνίδας Βρεττάκος, Ανακοίνωσις, Τρεις κομμουνισταίς εξετελέσθησαν
Θάρρος, 30/01/1944, Ελληνικός Στρατός Λακωνίας, Λεωνίδας Βρεττάκος, Ανακοίνωσις, Τρεις κομμουνισταίς εξετελέσθησαν
 Τελικά, τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν όπως επιθυμούσε ο Γεώργιος Μιχαλολιάκος. Οι Γερμανοί το φθινόπωρο του 1944 άρχισαν να εγκαταλείπουν την Πελοπόννησο -με τους τ/αλήτες να τους καλύπτουν τα νώτα. Τα γεγονότα μεταξύ των Ταγμάτων Ασφαλείας στις διάφορες πόλεις του Μωρηά είναι γνωστά. Αυτό που ίσως είναι λιγότερο γνωστό είναι η τύχη του Τάγματος Ασφαλείας Γυθείου, της μονάδας του Γεώργιου Μιχαλολιάκου:
Οι ταγματασφαλήτες του Γυθείου, αφού προσπάθησαν αρχικά να ενωθούν με τους τ/αλήτες της Σπάρτης και παρεμποδίστηκαν απ’ τον ΕΛΑΣ [8], τελικά θ’ αφοπλιστούν αργότερα και θα κλειστούν στη νησίδα Κρανάη (Μαραθονήσι). Προηγούμενα θα πάρουν εγγυήσεις απ’ τους Αγγλους που τους υποδέχτηκαν με την ίδια αψίδα που κατευόδωσαν νωρίτερα τους Γερμανούς.
Και πράγματι οι Βρετανοί θα τους κρατήσουν συντεταγμένους στο νησάκι, παρεμποδίζοντας με τανκ στο πορθμείο, που ενώνει την ξηρά, όχι μόνο αυτούς που θέλουν να πλησιάσουν το νησάκι, αλλά κι αυτούς που θέλουν να φύγουν! Οι Αγγλοι, γράφει ο Κώστας Βουγιουκλάκης, για να εμποδίσουν τη διαρροή των ταγματασφαλητών, φρόντιζαν με υποσχέσεις ν’ αναπτερώσουν το κουρελιασμένο ηθικό τους και να τους κρατήσουν ενωμένους. Οι ταγματασφαλήτες οι οποίοι ήθελαν να φύγουν από το Μαραθονήσι για τα σπίτια τους, ακολουθώντας συγγενείς τους ΕΑΜίτες κι ΕΛΑΣίτες εμποδίζονταν από τους φανατικούς με την απειλητική προειδοποίηση:
«– Πού πάτε ρε!!! Σε λίγες μέρες θα βγούμε εμείς από δω μέσα και θα κλειστούνε οι ΕΑΜοκομμουνιστές. Μας το υποσχέθηκε κοτζάμ Αγγλος ταγματάρχης!» [9].

Προκήρυξη Λοχαγού Γούιστεντ, 04/10/1944 προς τα Τάγματα Ασφαλείας και τα ΕΕΣ (της Μακεδονίας) για να παραδοθούν. Κάποιοι ήταν αμετανόητοι.
Προκήρυξη Λοχαγού Γούιστεντ, 04/10/1944 προς τα Τάγματα Ασφαλείας και τα ΕΕΣ (της Μακεδονίας) για να παραδοθούν. Κάποιοι ήταν αμετανόητοι.
 Για να ξαναγυρίσουμε στην αφήγηση του Φίρερ στον λόγο του στη Μάνη: Μέσα Οκτωβρίου 1944, λοιπόν, και στο νησάκι της Κρανάης (ή Μαραθονήσι) κρατούνταν οι 1.339 άνδρες του Τάγματος Ασφαλείας Γυθείου με τον διοικητή τους Αλέξανδρο Καραδημητρόπουλο, οι οποίοι είχαν παραδοθεί. Με τη συγκατάθεση του ΕΑΜ κατέστη δυνατό να γίνει μια επιλογή ακόμα, και 718 από αυτούς να απολυθούν και να τους δοθεί άδεια για να γυρίσουν στα σπίτια τους [10]. Οχι όλοι. Κάποιοι αρνήθηκαν, και οι λόγοι γι’ αυτήν τους την επιλογή είναι ευνόητοι. Επικρατούσε ο φόβος της τιμωρίας για τα βάρβαρα εγκλήματα και τους φόνους της προηγούμενης περιόδου, μαζί με την ελπίδα πως θα τους σώσουν οι Αγγλοι, τελικά. Μερικοί, προσπάθησαν να το σκάσουν απ’ το νησάκι με ψαρόβαρκες. Οι υπόλοιποι, και μεταξύ τους και ο Γεώργιος Μιχαλολιάκος, θα μεταφέρονταν στο Γουδί.
Τελικά, το τρίτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του 1944 και τον Νοέμβριο, με τον λαό να πανηγυρίζει την ελευθερία του στους δρόμους, η Εθνική Πολιτοφυλακή και ο ΕΛΑΣ ανέλαβαν την διατήρηση της τάξης, χωρίς να σημειωθεί το παραμικρό επεισόδιο, γεγονός που το ομολογεί και ο ίδιος ο απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης Παναγιώτης Κανελλόπουλος.
Ετσι παραδόθηκε το Τάγμα Ασφαλείας Γυθείου. Οι αμετανόητοι και οι φανατικοί -όσοι δηλαδή είχαν να φοβηθούν πολλά και άσχημα από πιθανές αντεκδικήσεις- οδηγήθηκαν στην Αθήνα και κλείστηκαν στο Γουδί -με τον οπλισμό τους!!! Θα χρησιμοποιηθούν λίγο αργότερα στα Δεκεμβριανά, συνεχίζοντας το έργο τους ενάντια στη θέληση του λαού και υπέρ των δυνάμεων της ανωμαλίας και του εμφυλίου πολέμου. Τα υπόλοιπα είναι Ιστορία.
Α, ναι [Σ.Σ.: Ειλικρινά, δεν το κάνουμε επίτηδες :)], το όνομα του διοικητή του 112ου Τάγματος Εθνοφυλακής που στάλθηκε από την κυβέρνηση Παπανδρέου για να διαλύσει την ΕΑΜοκρατία ήταν Ι. Μπούκουρας.

Φωτογραφία του Τάσου Κωστόπουλου από την στήλη του στην Εφημερίδα των Συντακτών, "Η κραυγή των τοίχων", Βάθεια Μάνης, Μάρτιος 1999, "STOP Κουμμουνιστή Γύρνα πίσω".
Φωτογραφία του Τάσου Κωστόπουλου από την στήλη του στην Εφημερίδα των Συντακτών, «Η κραυγή των τοίχων», Βάθεια Μάνης, Μάρτιος 1999, «STOP Κουμμουνιστή Γύρνα πίσω».
{[['']]}

Ν. Ζαχαριάδης και η "Κίρκη" της 7ης Ολομέλειας του ΚΚΕ

 Πηγή: Αλέξης Πάρνης - "Γεια χαρά Νίκος" 

Το Φλεβάρη ο Ζαχαριάδης κλήθηκε να παρευρεθεί στην 7η Ολομέλεια του ΚΚΕ, που θα γινόταν στη Ρουμανία. Hταν πανέτοιμος ν’ αντιμετωπίσει τη σύναξη σαν αληθινός «νοικοκύρης του κόμματος», ανυπόμονος να συντρίψει τους αντιπάλους του. Αν βέβαια μπορούν να ονομαστούν αντίπαλοι ενός Ζαχαριάδη οι λακέδες της γραφειοκρατικής νομενκλατούρας των Σούσλωφ, Πονομαριώφ και Σία.
Όταν έμαθα ότι θα έπαιρνε μέρος στην Ολομέλεια, σκέφτηκα ότι υπήρχε πιθανότητα να μην ξαναγυρίσει ποτέ στο Μποροβίτσι. Αποκλείεται δηλαδή να τα βρουν στην 7η Ολομέλεια οι Σοβιετικοί με το Ζαχαριάδη, και να τελειώσει αυτή η άδικη επέμβαση του Κρεμλίνου στα ελληνικά εδάφη;

Μια τέτοια εξέλιξη ήταν βέβαια απόλυτα δυνατή, αφού στο χρόνο που πέρασε δεν κατάφεραν οι μεγιστάνες του Κρεμλίνου να τραβήξουν το χαλί κάτω απ’ τα πόδια του, θρυμματίζοντας το συμπαγές μέτωπο των οπαδών του. Οι τελευταίοι, αντί να λιγοστεύουν, πολλαπλασιάζονταν όσο περνούσε ο καιρός και η σύγχυση της πρώτης περιόδου. Πολύ περισσότερο που η εγκαταστημένη από τους Σοβιετικούς τσανακογλείφτικη ηγεσία έδειχνε ολοένα την ανικανότητά της.

Δεν ήταν παρά μια σύναξη από αλληλουποβλεπόμενες φατρίες μ’ ένα και μοναδικό μέλημα: τη μονοπώληση της σοβιετικής εύνοιας. Γινόταν ολοένα και πιο φανερό ότι η καθαίρεση του Ζαχαριάδη κι ό,τι ακολούθησε ήταν περισσότερο μια επίδειξη πυγμής του Κρεμλίνου απέναντι σ’ έναν ηγέτη, σ’ ένα κόμμα και σ’ ένα λαό που δε σήκωναν «τσαμπουκάδες», παρά μια νομοτελειακή ανάγκη υπαγορευμένη απ τα συμφέροντα του «παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος», όπως διακήρυτταν πομπωδώς οι κουτοπόνηροι «επεμβασίες».

 Ήδη μια σειρά κομμουνιστικά κόμματα, με επικεφαλής το κινεζικό, είχαν αρχίσει να δυσφορούν. Η αμείλικτη πραγματικότητα έδειχνε ότι δεν υπήρχε άλλη διέξοδος για τους Σοβιετικούς απ’  τη γενναία αναγνώριση του λάθους τους και την έμπρακτη, άμεση διόρθωση. Αυτή ήταν η μοναδική λύση, ακόμα και για ένα κοινό νου, πόσο μάλλον για ανθρώπους ικανούς να αναλύουν και να προβλέπουν διαλεκτικά ως έμπειροι -υποτίθεται- μαρξιστές -λενινιστές μια πολιτική κατάσταση. Απ’ αυτή την άποψη δεν ήταν μια ουτοπιστική έκφραση ευσεβών πόθων εκείνη η αισιόδοξη πρόβλεψη: «Τα τσογλάνια θα μπουν στη θέση τους τούτο το χρόνο. Αλλιώς τα πράματα δε σηκώνουν».

Είναι πολύ ενδεικτική επί του προκειμένου η διαφωτιστική πληροφορία του Περικλή Ροδάκη, που βεβαιώνει στο βιβλίο του ότι «η πλειοψηφία του ΚΚΕ στην 7η Ολομέλεια είναι με τ' μεριά του Ζαχαριάδη». 1 Για να επεξηγήσει στη συνέχεια: «... τελικά θα χάσει το παιχνίδι». Εκείνοι που έχουν την εξουσία βρίσκουν πάντα τρόπους να ξεπερνιούνται πλειοψηφίες και νομιμότητες. 2 Τελικά δύο απ’ τα μέλη της Κ.Ε. που είχαν δηλώσει υποστήριξη στο Ζαχαριάδη λιποταχτούν προς το ντοβλέτι. Και η καταδίκη του Ν. Ζαχαριάδη εξασφαλίζει «πλειοψηφία».

Ο Ροδάκης είναι απ’ τους λυσσώδεις επικριτές του Ν. Ζαχαριάδη και των οπαδών του. (Ποιος ξέρει γιατί... Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.) Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο η μαρτυρία του αποκτάει πολλαπλάσια αξιοπιστία.

Αλλά θα πρέπει να έβλεπαν ως δαμόκλειο σπάθη πάνω απ’ το κεφάλι τους το ενδεχόμενο μιας αρνητικής ψηφοφορίας, που θα έκανε ρεζίληδες των σκυλιών τους Σοβιετικούς μανδαρίνους του Σούσλωφ, για να φτάσουν ως το σημείο να τσαλαπατήσουν «πλειοψηφίες και νομιμότητες».

Κι ο Ζαχαριάδης να στέκεται ολομόναχος -αλυσωμένος, αλλά ανυπότακτος- και ν’ ακούει από τα πιστά μέχρι χτες παλληκάρια του ν’ απαγγέλλουν την εις θάνατον καταδίκη του (τι άλλο είναι η διαγραφή για έναν ηγέτη της κατηγορίας του;). 3 Αυτή η καταδίκη, όπως φαίνεται απ’ όλες σχεδόν τις κατοπινές μαρτυρίες, ήταν προδιαγεγραμμένη και οργανωμένη σ’ όλες τις λεπτομέρειες, εκτός απ’ την ημερομηνία εκτέλεσης της ποινής. Αυτή θα έμενε ανοιχτή για δεκάξι ολόκληρα χρόνια, ώστε να παραταθεί η αγωνία του μελλοθάνατου κι η κτηνώδης απόλαυση των δήμιων Πονομαριώφ, Σούσλωφ, Κουούσινεν, Βινογκράντωφ, Ντεζ, που διασκέδαζαν με το μαρτύριό του.
Όπως είναι γνωστό, έβαλε ο ίδιος τέλος σ’ αυτό την 1η Αύγουστου 1973, στην πολική έρημο του Σοργκούτ.

Όχι, δεν έβαλες εσύ μονάχος τη θηλιά, άλλα χέρια το ’καναν αυτό

Θα μπορούσε να πει τώρα πια η ιστορία στο Ν. Ζαχαριάδη.4

Πρόκειται για την εν ψυχρώ δολοφονία απ’ τους ξένους (σε συνεργασία με τ’ απαραίτητα ρωμαίικα τσανάκια) ενός μεγάλου, ακατάβλητου πατριώτη και κοινωνικού πρωτοπόρου αγωνιστή.

Πολλοί απ’ τους συνεργούς αυτής της δολοφονίας, πρώην στενοί συνεργάτες, φίλοι κι υμνητές του αδικοχαμένου ηγέτη, πρόλαβαν να συνειδητοποιήσουν την ανίερη πράξη τους πριν φύγουν απ’ τη ζωή και να αλαφρώσουν την τύψη τους περιγράφοντας κάποιες ιδιαζόντως ειδεχθείς λεπτομέρειες της «εκτέλεσης» του Νίκου Ζαχαριάδη στην 7η Ολομέλεια. Ένας απ’ αυτούς είναι ο Γ. Βοντίτσιος («Γούσιας»), μέλος του Πολίτικου Γραφείου και αντιστράτηγος του Δημοκρατικού Στρατού. Αν και αμφισβητήθηκε πολύ από πολλούς (και το Ν. Ζαχαριάδη) το πολιτικό, ηθικό του πρόσωπο, δεν παύει να είναι ο «αυτόπτης μάρτυς». Ένα απ’ τα ((πρόσωπα της τραγωδίας», που βοηθάει στη διασταύρωση και κατανόηση των βασικών στοιχείων της θανάσιμης, ανελέητης και απάνθρωπης σύγκρουσης ανάμεσα σε χθεσινούς -υποτίθεται- συμπολεμιστές ενός υψηλού ιδανικού. Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο του Οι αιτίες για τις ήττες, τη διάσπαση τον ΚΚΕ και της ελληνικής Αριστεράς, που τα λέει χύμα στην ιδιότυπη «κατσαπλιάδικη» γλώσσα, του:

Περήφανη, ήρεμη κι αντρίκεια στάση παρουσίασε ο Ν. Ζαχαριάδης. Ανέβηκε στο βήμα και είπε τα παρακάτω: «Αυτά που λέτε ότι κυνήγησα κι είχα δημιουργήσει ανώμαλο καθεστώς είναι ψέματα. Πάντα προσπάθησα να διατηρήσω την ενότητα του κόμματος. Αν ήθελα να κυνηγήσω, μπορούσα να το κάνω αμέσως μόλις ήρθα απ’ το Νταχάου. Ο κόσμος ήταν αγαναχτισμένος κατά της τότε ηγεσίας για την προδοσία του μεγάλου εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της χιτλεροφασιστικής κατοχής. Τότε, μια λέξη να έλεγα με το κύρος που διέθετα, την τότε ηγεσία, Σιάντο, Παρτσαλίδη, Ιωαννίδη κλπ., θα την κυνήγαγε ο κόσμος, κι αυτό που εγώ δεν τους έκανα μου το κάνουν αυτοί».

Τους είπε: «Το Ζαχαριάδη πετάξτε τον, κάντε τον ό,τι θέλετε. Όμως δεν πρέπει πετώντας απ’ τη σκάφη το βρώμικο νερό να πετάξετε μαζί και το παιδί. Δεν πρέπει ανθρώπους ικανούς και χρήσιμους στο λαϊκό κίνημα, που σε τίποτα δε φταίνε, να τους κυνηγάτε». 5

Τον άρχισαν στις ερωτήσεις. Τους κατατρόπωσε με τις απαντήσεις του. Ο Ζαραλής (πρώην κατσικοκλέφτης), που τον φέρανε κι αυτόν στην «Ολομέλεια», ρώτησε θρασύτατα το Ζαχαριάδη: «Πες μας γιατί στο Νταχάου δε σε σκότωσαν οι χιτλερικοί;» Κι ο Νίκος Ζαχαριάδης, πάντα ετοιμόλογος, τους απάντησε: «Εσύ συγγενεύεις με τους χιτλερικούς και μπορείς να πας να τους ρωτήσεις και να μάθεις».

Οι απαντήσεις του Ζαχαριάδη τους ζάλισαν, γιατί σε όλα έδινε απαντήσεις, τους κόλλησε στον τοίχο όταν τους είπε ότι για τον Εμφύλιο πόλεμο και την αιτία της ήττας έχω το ντοκουμέντο - εννοώντας αυτό που υπέγραψε ο Στάλιν.

Άρχισε να δημιουργείται ταραχή και εκνευρισμός σ’ αυτούς που κάλεσαν το Ζαχαριάδη να του βάλουν ερωτήσεις. Τότε ο Στ. Γιαννακόπουλος («Π. Ανταίος»), επίλεκτο στέλεχος των ραδιουργιών και του φραξιονισμού στην Τασκένδη, σύνδεσμος μεταξύ των καθοδηγητών της συνωμοσίας και των φραξιονιστών της Τασκένδης, αυτός που οργίασε σε βάρος των αγωνιστών πολιτικών προσφύγων στη Σοβιετική Ένωση, αυτός που τον είχαν οι Σοβιετικοί να σκαρώνει κατά παραγγελία συκοφαντικές εκθέσεις σε βάρος των αγωνιστών, αυτός που κήρυξε εξοντωτικό πόλεμο στη Μόσχα κατά του αγωνιστή ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Αλέξη Πάρνη, 6  που αν δεν επενέβαινε ο αγωνιστής ποιητής Ναζίμ Χικμέτ θα είχε σταλεί στη Σιβηρία, αυτό το υποκείμενο άρχισε απ’ τη θέση των κλακαδόρων που κάθονταν να φωνάζει στο Ζαχαριάδη «Κάτσε κάτω, δε θέλουμε προπαγάνδα».
Ακολούθησαν κι άλλοι το παράδειγμά του, και του Ζαχαριάδη του αφαίρεσαν το λόγο.

Ανέφερα μόνο μερικά στιγμιότυπα απ’ την περίφημη αυτή «Ολομέλεια». Μια και κάτω απ’ τη φοβερή πίεση υποχώρησαν όλα τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, ακολούθησα αυτό που προβλέπει το καταστατικό να πειθαρχήσω στην πλειοψηφία.

Προς το τέλος των εργασιών της «Ολομέλειας», στις 22 Φλεβάρη 1957, έδωσα στο προεδρείο της «Ολομέλειας» δήλωση ότι πειθαρχώ στις αποφάσεις που θα πάρει η «Ολομέλεια». Μ’ αυτή μου την πράξη έδινα μάθημα και ταυτόχρονα ξεσκέπαζα τα ξένα κόμματα που κηδεμόνευαν το ΚΚΕ και τα διορισμένα όργανά τους, που κατά κόρο δημαγωγούσαν ότι αποκαθιστούν τις λενινιστικές αρχές και νόρμες. Ξεμασκάρευα τον Κουούσινεν...

Αυτή η τελευταία φράση δεν αντιστοιχεί βέβαια στην πραγματικότητα. Τον Κουούσινεν τον ξεμασκάρεψε απόλυτα μόνον ο Ζαχαριάδης, που δεν υποχώρησε ούτε στιγμή στη φοβερή πίεση, αρνούμενος να κάνει παραχωρήσεις, συμβιβασμούς, διακανονισμούς, δηλώσεις γραπτές και προφορικές σ’ αυτόν ή το Ρουμάνο Γκεοργκίου Ντεζ (που κόμπαζε ότι έχωνε το κεφάλι κάθε αντιρρησία στο νεροβάρελο) ή τον οποιοδήποτε εκπρόσωπο του «εκφυλισμένου σοβιετικού κράτους».7  Όταν ο Γούσιας, εκτός απ’ την προκαταβολική αποδοχή των αποφάσεων της 7ης Ολομέλειας, είχε δεχτεί, όπως ξέρουμε, να πάει στην Τασκένδη μαζί με τους Βλαντά, Μπαρτζιώτα κι άλλα κορυφαία στελέχη για να πείσει τους ζαχαριαδικούς να αποκηρύξουν τον ηγέτη τους, πειθαρχώντας στα σοβιετικά «αποφασίζομεν και διατάσσομεν».

Καλή είναι βέβαια η μετάνοια, που δίνει τη δύναμη να ελαφρύνεις την τύψη σου, αλλά δεν μπορεί να σβήσει την ιστορική αλήθεια.

Αλλά ας δούμε κι έναν άλλο «μετανιωμένο», το Δημήτρη Βλαντά, που έβγαλε κι αυτός ξέχωρο βιβλίο για το Νίκο Ζαχαριάδη το 1984. Το τελικό (απολογητικό) κεφάλαιο «Γενικά συμπεράσματα» τ’ αρχίζει έτσι: «Ο Ζαχαριάδης ήταν σ’ όλη την επαναστατική του ζωή ένας ατρόμητος επαναστάτης. Άντεξε σε όλες τις δοκιμασίες. Τον εξόντωσε η ρωσική ηγεσία, παρ’ όλο που την υπηρέτησε σωστά. Ο Ζαχαριάδης ήξερε πολλά, 8  κι η ρούσικη ηγεσία φοβότανε ότι κάποτε μπορεί να τ’ αποκάλυπτε και ν’ απαγκιστρώσει το ΚΚΕ από τη ρωσική εξάρτηση».

Τι μεγάλος και σπουδαίος Έλληνας θα ήσουν, σύντεκνε Μήτσο, αν έβρισκες το θάρρος να βροντοφωνάξεις τούτα τα λόγια απ’ το βήμα της επίσημης σύναξης! Αλλά, βλέπεις, σου είχαν φουσκώσει τα μυαλά ο χοντροκέφαλος Βινογκράντωφ κι ο μικρόμυαλος Πετρώφ με τις υποσχέσεις τους για την άνοδό σου στο... χηρεύοντα θώκο του γενικού γραμματέα. Και γι’ αυτό άρχισες να πρωτοστατείς στο υβρεολόγιο εναντίον του Νίκου, με την κουτοπόνηρη, ραγιάδικη σκέψη ότι εκεί, στην 7η Ολομέλεια, θα έκαναν πέρα το νωθρό, ξενέρωτο Κολιγιάννη, παραδίνοντας σ’ εσένα τα κομματικά ηνία. Είχες μάλιστα κάνει και τις ανάλογες συμφωνίες κάτω απ’ το τραπέζι με το Βαφειάδη, που δεν ήθελε ούτε ζωγραφιστό τον Κολιγιάννη. Όλα αυτά έχουν «πρωτοκολληθεί» από κάμποσες αντίστοιχες μαρτυρίες και δε στηρίζονται μόνο στα λεγάμενα του Βοντίτσιου («Γούσια»). που, ειρήσθω εν παρόδω, καταχωρεί στα στιγμιότυπα της 7ης Ολομέλειας και το παρακάτω εξοργιστικό επεισόδιο:

Ένα απόγευμα στη σάλα των συνεδριάσεων συναντήθηκα με το Ν. Ζαχαριάδη. Ήρθε κοντά μου και με χαιρέτησε. Αποφασίσαμε να πάμε στο δωμάτιό του. Την ώρα που ανεβαίναμε τις σχόλες, συναντάμε το Μ. Βλαντά. Ο Ζαχαριάδης του γέλασε και πήγε να τον χαιρετήσει. Ο Βλαντάς με φωνές και θράσος που πάντα τον διέκρινε του είπε: «Σε σένα ποτέ μου δε θα δώσω το χέρι μου». Ο Ζαχαριάδης γυρίζοντας προς εμένα μου είπε: «Κοίτα κατάντια από άνθρωπο...»
Δε θα ήταν η πρώτη φορά που θα διαπίστωνε που καταντάει και πόσο άνανδρος γίνεται ακόμα κι ένας άντρας με πολύχρονη επαναστατική δράση όταν αφήνει τα ραγιάδικα απωθημένα του να σηκώσουν κεφάλι και να τον αναγκάσουν ν’ ακολουθήσει το φιλοτομαριστικό αξίωμα «Δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται».

Μου είχε γράψει ο Νίκος Ζαχαριάδης με δηκτική πίκρα την προτελευταία μέρα του 1956: «Αν μπορούσα, στο Βλαντά για πρωτοχρονιάτικο δώρο θα τούστελνα την “Αβγή” 9 με το γραφτό του, για να ξαναδεί τα χάλια του και τον ξεπεσμό του, που ομολογώ τέτιον δεν τον θεωρούσα δυνατό».

Ούτε εγώ θεωρούσα δυνατή μια παρόμοια αλλαγή απ’ το απόλυτο λευκό στο απόλυτο μαύρο. Η κοινή κρητική μας καταγωγή είχε κάνει φυσική και απρόσκοπτη την αμοιβαία συμπάθεια με το Βλαντά. Δεν την ονομάζω φιλία, γιατί ο χαρακτήρας του ήταν κάπως κλειστός και συχνά απωθητικός σε εγκάρδιες προσεγγίσεις. Παρ’ όλα αυτά κάναμε καλή παρέα τις μέρες της ανακατάληψης του Γράμμου το 1949, όταν με φιλοξενούσε στο στρατηγικό του αμπρί, κι αργότερα στη Μόσχα του 1954, όπου σπούδασε για κάποια περίοδο σε μια ανώτατη επιμορφωτική σχολή.
Του άρεσε το απέραντο ρωσικό δάσος του Περεντέλκινο, όπου ζούσα με την οικογένειά μου. Τον θυμάμαι να βαδίζει σ’ αυτό «μικρός το δέμας», αλλά γερός κι ανθεκτικός. Συνήθιζε να κοντοστέκεται, να παίρνει βαθιές ανάσες και να αναφωνεί με ευδαιμονική ιλαρότητα:

«Μωρέ, εδώ είναι παράδεισος! Ξεβράκωτος Θεός δηλαδή...»

Ποιος να μου το έλεγε ότι θα «ξεβρακωνόταν» σε τέτοιο σημείο ώστε να αρνηθεί να χαιρετήσει το Νίκο Ζαχαριάδη, το χτεσινό του ηγέτη και μέντορα.

Και φυσικά δεν ήταν ο μόνος. Ως τώρα ανατριχιάζω όταν θυμάμαι ότι ο Α. Γκρόζος, ως επικεφαλής του προεδρείου της «παρασυναγωγής», αποκάλεσε στην ομιλία του «κανάγια» το Νίκο Ζαχαριάδη. Ήταν ο γνωστός σύντροφος «μπάρμπα-Αποστολής», που μ’ είχε επισκεφτεί στο διαμέρισμά μου, μία μέρα πριν φύγει απ’ τη Μόσχα για την 6η Ολομέλεια, για να με συμβουλέψει -παίζοντας χιουμοριστικά με το επώνυμό μου- ν’ αντισταθώ ως «Λεωνίδας» (Λεωνιδάκης) των Θερμοπυλών στην απαράδεκτη σοβιετική επέμβαση-συνωμοσία ενάντια στο Ν. Ζαχαριάδη.

Τελικά ο «μπαρμπα-Αποστολής» τερμάτισε ευδοκίμως το βίο του σε μια πρωτεύουσα της Ανατολικής σοβιετοκρατούμενης Ευρώπης στην αρχή της δεκαετίας του 1980, βουτηγμένος στη χλιδή της παχυλής σύνταξης του ανώτατου «κρατικού στελέχους» (ακόμα και προσωπικό σοφέρ τού είχαν διαθέσει!). Λίγο πριν πεθάνει, κλήθηκε στο Κρεμλίνο και παρασημοφορήθηκε από τον ετοιμόρροπο Μπρέζνιεφ, με εισήγηση του ετοιμοθάνατου Σούσλωφ. Ήταν η αποθέωση της αποσύνθεσης...

Στη διάρκεια της ηγεμονίας του, θες από τύψη, θες από γεροντικό πείσμα, προσπάθησε να προσεταιριστεί τον απροσκύνητο Φώκο Αλευρά, επικαλούμενος την παλιά φιλία και την ειλικρινή πρόθεσή του να τον βοηθήσει για να βελτιώσει τις συνθήκες της ζωής του. Μάταια... Την τελευταία φορά που συναντήθηκαν, ο Φώκος έβγαζε το ψωμί του ως περιπτερούχος σε μια συνοικία του Βουκουρεστίου. Εκεί είχαν ρίξει το σεμνό βετεράνο γιατί αρνήθηκε να συμφωνήσει με τη διαγραφή του Ν. Ζαχαριάδη και τη ρετσινιά που πήγε να του κολλήσει ο Βαφειάδης για την «ύποπτη διαγωγή του στο Νταχάου».10

Φυσικά έδιωξε κακήν κακώς το νεόπλουτο κομματικό μεγιστάνα με τον προσωπικό σοφέρ. Μήπως μπορούσε να ανταλλάζει τον αξετίμητο τίτλο του αδιάφθορου επαναστάτη με τα ντενεκεδένια λιλιά και το πλουσιοπάροχο ταϊνι που προσφέρουν συνήθως οι αποικιστές κάθε δόγματος και σημαίας στους υποταγμένους ιθαγενείς φύλαρχους;

 Ενα μήνα ύστερα από την 7η Ολομέλεια είχα κι εγώ μια σημαδιακή ανάλογη συνάντηση. Μου τηλεφώνησε ο γνωστός πια στον αναγνώστη Καρλ Σεμενκώφ για να μου πει ότι ο σύντροφος Κολιγιάννης, που είχε καταλύσει σε μια σουίτα του ξενοδοχείου «Μόσκβα», είχε εκφράσει την επιθυμία να κουβεντιάσει μαζί μου, ύστερα από σχετική συνεννόηση με το Γραφείο Διεθνών Σχέσεων του σοβιετικού Κόμματος.

Τέτοιες υψηλού επιπέδου συναντήσεις μου έδιναν την ευκαιρία να διαμαρτυρηθώ για τους διωγμούς των συντρόφων μου στην Τασκέντη, εκφράζοντας απερίφραστα τη συμπάθεια και τη συμπαράστασή μου σ’ αυτούς. Ήταν λοιπόν ευπρόσδεκτες από μένα, όσο άχαρες και μίζερες κι αν τις θεωρούσα.

Έτσι πήγα, σχετικά νηφάλιος, στο ξενοδοχείο «Μόσκβα». Δεν ήταν το κατάλληλο για τη φιλοξενία ενός γενικού γραμματέα ξένου κόμματος, αλλά, όπως κατάλαβα αργότερα, ήταν το μόνο διαθέσιμο, γιατί εκείνες τις μέρες έτυχε να γίνονται ταυτόχρονα δύο μεγάλα διεθνή συνέδρια και υπήρχε πρόβλημα χώρου.
Πάντως εγώ ένιωσα λες και πήγαινα να παίξω σε δική μου έδρα. Το «Μόσκβα», βλέπετε, ήταν στέκι του καλλιτεχνικού κόσμου - κι όχι μόνο...

Πήγα και κάθισα σε μια απ’ τις πολυθρόνες του χολ, απέναντι ακριβώς απ’ το ασανσέρ - εκεί θα συναντιόμουνα με το Σεμενκώφ, όπως είχαμε συμφωνήσει.
Τον είδα να καταφτάνει σοβαρός αλλά φιλομειδής.
«Ο σύντροφος “Κολιάνες” μένει στον πέμπτο όροφο», μου είπε με τα ιδιότυπα ελληνικά του. «Είναι κι ο Πέτρος Ρούσσος μαζί του».
Βρήκαμε στη σουίτα το Ρούσσο μαζί με τον Πετρώφ, το χτεσινό ευπροσήγορο και συμμαζεμένο επίσημο ακόλουθο του Νίκου Ζαχαριάδη. Τώρα μου φάνηκε διαμετρικά αλλαγμένος σε σύγκριση μ’ εκείνη την πρώτη μας συνάντηση τον Οκτώβρη του 1952 στη «Σοβιέτσκαγια». Ήταν σκυθρωπός, απότομος, αλαζονικός, και μίλησε για το νέο γενικό γραμματέα του ΚΚΕ μάλλον ανευλαβώς, με ύφος αφεντικού.
«Πήγαινε πες στον Κολιγιάννη πως ήρθε ο Πάρνης», πρόσταζε το βοηθό του.

Κι ενώ ο Σεμενκώφ έσπευσε πάραυτα στα εσώτερα της σουίτας, ο Πετρώφ μου εξήγησε ότι ο Κολιγιάννης είχε μέσα στην τραπεζαρία μια σοβαρή σύσκεψη με κάποια στελέχη από την Τασκέντη. Για να γυρίσει αμέσως στο Ρούσσο.
«Αυτός είναι ο απείθαρχος ποιητής μας», του είπε και μ’ έδειξε μάλλον εύθυμα, προσπαθώντας να δημιουργήσει φιλική ατμόσφαιρα.

Αλλά, ενώ πήγαινε να μπει η κουβέντα στ’ αυλάκι, ξαναγύρισε ο Σεμανκώφ και του έκανε νόημα ότι έπρεπε να πάει μέσα στη σύσκεψη. Μπορεί και να ήταν τέχνασμα για να δοθεί ευκαιρία στο Ρούσσο να με «ορμηνέψει». Έτσι ή αλλιώς, ο μελαχρινός, μικροκαμωμένος, διακριτικός Ρούσσος με τα βαθουλωμένα μάγουλα και τα πυκνά φρύδια άρχισε να μου μιλάει με το μειλίχιο, χαμηλόφωνο τρόπο του για τα «καλά και συμφέροντα» της καθαίρεσης και διαγραφής του Ν. Ζαχαριάδη.

Κι έτσι βρέθηκα σε λίγο να ερίζω με το θρυλικό για μας τους νέους της Κατοχής «θεωρητικό» του Κόμματος, που θα μας απογοήτευε τόσο πολύ τον καυτό Ιούλη του 1944, όταν υπόγραψε στο Λίβανο το ζημιογόνο για το λαϊκοαπελευθερωτικό εαμικό κίνημα συμβιβασμό (το προοίμιο της καταστροφικής συμφωνίας της Βάρκιζας). Ήταν μάλλον μια τραγική μορφή, αν σκεφτεί κανείς την πολύχρονη δοκιμασία του σε φυλακές κι εξορίες, τα μύρια ηρωικά «Όχι» σ’ ανακριτές, δικαστές, δεσμοφύλακες, χαφιέδες, εξαναγκασμούς, κακουχίες, εκβιασμούς, πειρασμούς, τρικλοποδιές, δολερές προτάσεις συνδιαλλαγής κτλ.

 Όταν όμως έφτασε η μεγάλη κρίσιμη στιγμή της μοίρας γι’ αυτόν και την παράταξή του και τη χώρα, δεν μπόρεσε να πει τ’ απαιτούμενο μεγάλο «Όχι» των περιστάσεων. Υπόγραψε ως εκπρόσωπος του ΚΚΕ, αλλά και βασικός παράγοντας της εαμικής αντιπροσωπείας στη διάσκεψη «Εθνικής Ενότητας», ό,τι ζήτησε η αυτοκρατορική Αγγλία διά στόματος του χειραγωγημένου τότε απ’ τον Τσώρτσιλ, δοτού πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου.

Γιατί δε βρήκε το κουράγιο να σηκωθεί από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αρνούμενος να υποκύψει; Ήταν η σκέψη του μικρή, είτε η ψυχή του λίγη; Πώς πήγε το χέρι του να παραδώσει την αντάρτισσα Ελλάδα του μεγάλου οράματος «Θέλουμε λεύτερη εμείς πατρίδα και πανανθρώπινη τη λευτεριά». τυλιγμένη σε μια κόλλα χαρτί, στους εκπροσώπους των παλιών αστικών κομμάτων με την ασήμαντη προσφορά στην Αντίσταση, για να στήσουν ξανά, φτου κι από την αρχή, το άχαρο παραδοσιακό γαϊτανάκι της εξάρτησης απ’ την ξένη ακρίδα των επεμβάσεων και των κανονιοφόρων της αγγλικής αρμάδας, κ. αργότερα του περιβόητου αμερικάνικου 6ου Στόλου;

Ξέχασε τους Διακόσιους, το Ναπολέοντα Σουκατζίδη και το ματωμένο «Όχι» που είχαν βροντοφωνάξει πριν από δύο μήνες στο θυσιαστήριο της Καισαριανής, ανεβάζοντας σ’ απίθανα ύψη τους πατριωτικούς τίτλους του ΚΚΕ; Έφριξε ο κόσμος μ’ αυτή την ανεκδιήγητη συμφωνία, που «τσουβάλιασε» κυριολεκτικά την Ελλάδα της Αντίστασης και τους ήρωες της, ζωντανούς και νεκρούς! «Προδότη» ανέβαζαν το Ρούσσο, «ανίκανο» τον κατέβαζαν. Κι η Χρύσα, η γυναίκα του, με το ακονισμένο ταξικό κριτήριο, έπαθε υστερία όταν έμαθε τι είχε διαπράξει στο Λίβανο.
«Σας το έλεγα εγώ. Δεν ήταν γι’ αυτή την αποστολή ο Πετρής», φώναζε κλαίγοντας σχεδόν στο Σιάντο και τους άλλου: καθοδηγητές, εκεί στο χωριό Πετρίλια των Αγράφων - τη βουνίσια έδρα του ΚΚΕ.

Πολλοί σύντροφοι ζητούσαν το κεφάλι του επί πίνακι. Aλλά στο μεταξύ σωρεύτηκαν χειρότερα λάθη, (Συμφωνία Καζέρτας, αδέξιοι χειρισμοί του Δεκέμβρη, η Βάρκιζα, η παράδοση όπλων), που σαν προσχώσεις κάλυψαν κάπως τη δική του «λαδιά». Κι έτσι συνέχισε, έρημος, βαρύς και μόνος, σκιώδης και φευγάτος, τη θητεία του στην Κεντρική Επιτροπή, χρωστώντας μεγάλη χάρη στο Ζαχαριάδη που δεν τον διέγραψε απ’ το Κόμμα - κι εκείνον και τους άλλους συνθηκολόγους της Καζέρτας και της Βάρκιζας. Αλλά αυτός δεν ήθελε ή δεν τόλμησε να ανταποδώσει το καλό όταν ο ηγέτης του έπεσε σε δυσμένεια. Αντίθετα, συντάχθηκε απ’ τους πρώτους με τους Σοβιετικούς!

Και τώρα καθόταν και μου έκανε κήρυγμα για τη σοφία της σοβιετικής ηγεσίας και των άλλων «αδελφών» κομμάτων, που θα ξαναβάλουν στη σωστή πορεία το παραστρατημένο κίνημά μας. Τα λόγια του ήταν τόσο τυπικά άχρωμα, βαρετά, χιλιοφορεμένα. Και προπαντός κάλπικα. Γιατί, αν υπήρχε ένα κορυφαίο στέλεχος του ΚΚΕ που είχε βάσιμες αφορμές ν’ αμφιβάλλει για το κριτήριο, την ειλικρίνεια και την ανυστεροβουλία των Σοβιετικών, ήταν σίγουρα αυτός... Όπως είχε αναφέρει ο ίδιος, επιστρέφοντας απ’ το Λίβανο, στα εξαγριωμένα μαζί του κορυφαία στελέχη του κινήματος, οι Σοβιετικοί είχαν εγκρίνει την πράξη του - και κάτι περισσότερο: Τον παρότρυναν σ’ αυτή.

Τα γεγονότα είναι αναμφισβήτητα. Πριν πάρει την απόφαση να υπογράψει, νιώθοντας να τον ζώνουν τα... φίδια του μεγάλου διλήμματος, πήγε και χτύπησε τη θύρα της σοβιετικής πρεσβείας στο Κάιρο ζητώντας ακρόαση. Ο πρέσβης αρνήθηκε να τον δεχτεί. Του έστειλε ωστόσο έναν υπάλληλο στην αίθουσα αναμονής για να του μεταφέρει τη συντροφική μεν, ανεπίσημη δε, συμβουλή «να υπογράψει τη συμφωνία με τους προτεινόμενους απ’ τη σύμμαχο Αγγλία όρους». Αδιάφορο αν αυτοί οι όροι επισημοποιούσαν τη φυλάκιση στα στρατόπεδα της ερήμου (πλάι πλάι με τους χιτλερικούς αιχμαλώτους της στρατιάς Ρόμμελ) εκατοντάδων ηρωικών αξιωματικών και οπλιτών του ελληνικού στρατού και στύλου της Μέσης Ανατολής, που δεν ήθελαν να αποδεχτούν την εξευτελιστική για την πατρίδα τους αγγλική αποικιοκρατική κηδεμονία!

Τον Κολιγιάννη, που ήρθε ύστερα από λίγο να μπει στην κουβέντα μας, τον ήξερα απ’ το βουνό. Ήταν ένας καθοδηγητής περιορισμένης εμβέλειας απ’ την άποψη των πνευματικών ικανοτήτων, αλλά μετριόφρων, λιγομίλητος, συχνά απόμακρος. Ο συγγραφέας Δ. Χατζής τον αναφέρει επαινετικά στο αφήγημά του «Μουργκάνα», κι όχι άδικα κατά τη γνώμη μου, αφού είχε μια θετική πολεμική δράση την περίοδο 1947-1948.

Η συζήτηση μαζί του ήταν αδιέξοδη και δίχως κανένα ενδιαφέρον, γιατί μιλούσαμε και οι δύο σε «ώτα μη ακουόντων». Αλλά δεν υπήρχε σ’ αυτήν καμία οξύτητα. Θες γιατί δεν είχα φιλοδοξίες κομματικής σταδιοδρομίας για να με φοβάται ως μελλοντικό ανταγωνιστή, θες γιατί ήθελε να δώσει εξετάσεις Συνετού ηγέτη στον παριστάμενο Πετρώφ, ήταν πολύ ήπιος κι ανεκτικός απέναντι μου. Σε κάποια στιγμή μάλιστα έγινε ανυπόκριτα «φιλικός», αναπολώντας το ξεπροβόδισμά μου για το Λογοτεχνικό Ινστιτούτο το φθινόπωρο του 1951. Ήταν τότε κομματικός γραμματέας της Τασκέντης, αλλά δεν έμεινε πολύ καιρό σ’ αυτή τη θέση. Γρήγορα κατέβηκε στην Ελλάδα για να καθοδηγήσει τις παράνομες οργανώσεις του Κόμματος ως άμεσος εκπρόσωπος του Ζαχαριάδη.

Η απόδοσή του δεν ήταν, όπως διαπιστώθηκε, η αναμενόμενη, γιατί έπαθε μεγάλα στραπάτσα -σύλληψη Γιώτη (Φλωράκη), Γλέζου κι άλλων σημαντικών στελεχών-, η Ασφάλεια τον είχε βάλει κι αυτόν στο χέρι, αλλά γλύτωσε τη σύλληψη την τελευταία στιγμή κάτω από ανεξερεύνητες συνθήκες, που τον έκαναν «ύποπτο» όταν γύρισε στο Βουκουρέστι. Όμως ο Ζαχαριάδης τον απάλλαξε... «λόγω βλακείας». Ναι, έτσι ακριβώς διατύπωσε ο ίδιος την «αθωωτική» του ετυμηγορία σ’ ένα μεταγενέστερο γράμμα σ’ εμένα απ’ το Μποροβίτσι - τον Απρίλη του 1960.

Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα, για να καταλάβει ο αναγνώστης ποια ήταν ακριβώς η αντικειμενική τοποθέτηση του Ζαχαριάδη για τον Κολιγιάννη όταν ο τελευταίος είχε καταλάβει πια τη θέση του γενικού γραμματέα:
Τα πράματα όμως δείχνανε ότι (όπως τ’ ανάλυσα και τα δούλεψα εκατοντάδες φορές στα χρόνια αφτά της εξορίας μου) 11  μονάχα δυο πρόσωπα θάταν σε θέση να καταφέρουν τέτιο χτύπημα: οι Γούσιας και Κολιγιάνης. Τον Κολιγιάνη τον αποκλείω γιατί δεν είνε τέτιος, γιατί δεν καλύπτει όλες τις συλήψεις και γιατί είνε πολύ βλάκας για τέτια πράματα. Τα Ιμαλάια της βλακείας του τα δείχνει το γεγονός ότι αφτός είνε ο μόνος που θα μπορούσε πρώτος και άμεσα να μυριστεί τη βρωμιά επιτόπου, αλλά πού;

Εννοείται ότι διαχώρισα αμέσως τη θέση μου απ’ τον Κολιγιάννη όταν έμαθα, λίγο μετά την προβοκάτσια της Τασκέντης το φθινόπωρο του 1955, ότι έγινε αναπάντεχα... τιμητής του Νίκου Ζαχαριάδη, και μάλιστα σε ζητήματα γενικής στρατηγικής και τακτικής του Κόμματος, αν και δεν είχε γι’ αυτό τις ανάλογες πνευματικές ικανότητες.
Ύστερα τα πράγματα αγρίεψαν πιο πολύ, κι οι δήμιοι του καγκεμπίτη Σαάκωφ, Σοβιετικοί και «Ρωμιοί», άρχισαν να θύουν και ν’ απολύουν εκεί στην Τασκέντη.

Λυσσάν ο Ισάκωφ στην Τασκέντη κι ο Σοάσλωφ στο Κρεμλίνο.
κι από κοντά οι μαυρόφυχοι γραικύλοι κάνουν πλάτες.
Ακούς της Πρέσπας το λυγμό, τον πατρικό του Γράμμου θρήνο.
καθώς τα τρένα κουβαλάν στη Σιβηρία τους αντάρτες;

«Είναι μαζί κι ο γιόκας μου», λέει μια μάνα απ’ την πατρίδα.
«Τ’ άλλο παιδί μου τυραννιέται στα κάτεργα της Μακρόνησου.
Κι έτσι μου σπάσαν και τις δυο φτερούγες μες στην καταιγίδα.
Άμποτε η κόλαση διπλά να κάψει, Γιούδα, την ψυχή σου!»

Και μόνο αυτοί οι στίχοι είναι αρκετοί για να περιγραφτεί το χάσμα του μίσους που είχε ανοιχτεί ανάμεσα στους χτεσινούς συντρόφους και «αδελφούς» της ίδιας οικογένειας. Ήταν ένα μίσος εσωστρεφές, και γι’ αυτό πιο βαθύ, άγριο και αυτοκαταστροφικό. αφού διαχώριζε με αβυσσαλέα χάσματα ανθρώπους προσανατολισμένους σε μια κοινή ιδεολογική αποστολή και ενταγμένους στο ίδιο στρατόπεδο. Δημιουργούσε με σφοδρότητα και ταχύτητα τυφώνα αλληλομισούμενες ομάδες, κατηγορίες, φράξιες, συντεχνίες, αιρέσεις, δόγματα, που είχαν τις προϋποθέσεις να εξελιχθούν με τον καιρό σε κοινωνικές κάστες, πολύ πιο κλειστές κι αντιδραστικές απ’ αυτές που καταπολεμούσε η κοσμοθεωρία τους.

Είχα προσβληθεί αναμφισβήτητα, και μάλιστα σ’ ένα μεγάλο βαθμό, απ’ αυτό το ιδιόμορφο «μίσος», είχα συμβιώσει μ αυτό δύο ολόκληρα χρόνια εδώ στη Μόσχα, το είχα κάνει κινητήριο άνεμο της πορείας μου. Και τ’ άκουγα να σφυρίζει στα πανιά και τα ξάρτια της ψυχής μου όταν ξεκίνησα, με φιλοπόλεμη «ζαχαριάδικη» διάθεση, να συναντήσω τον Κολιγιάννη.

Αλλά στη διάρκεια της κουβέντας (μιλούσε αργά και μετρούσε τα λόγια του σαν τις χάντρες ενός τεμπέλικου μονόχρωμου κομπολογιού, κοιτώντας κάθε τόσο τον παριστάμενο Πετρώφ λες κι ήθελε να πάρει προέγκριση για την επόμενη φράση) η διάθεσή μου άλλαξε αναπάντεχα. Ο σφοδρός άνεμος του πάθους άρχισε να πέφτει, τα πανιά κρέμασαν, και η πληκτική, νυσταλέα νηνεμία της κούρασης και της θλίψης απλώθηκε στην ψυχή μου. Έχασα ολότελα τη διάθεση να αντιγνωμήσω, και πολύ περισσότερο να λογομαχήσω, με τον Κολιγιάννη. Ήταν για μένα ο πηδαλιούχος ενός άλλου ΚΚΕ, τόσο διαφορετικού απ’ το χτεσινό, το «ζαχαριάδικο».

Εννοώ εκείνο που πολέμησε τέσσερις κατοχικές ιμπεριαλιστικές αρμάδες με την αποκοτιά ενός πυρπολικού του ’21, πυροδοτώντας την έμπνευση του Τυρταίου στην ψυχή μου. Ο καπετάνιος του ήταν βέβαια κατά το λεγόμενο αγύριστο κεφάλι, και μπορούσε με το ίδιο «πειρατικό» θάρρος που είχε ο Κατσώνης απέναντι στην αυτοκράτειρα Αικατερίνη να πηγαίνει στο Κρεμλίνο, να βάζει εμπρός στο Στάλιν την απολογιστική αναφορά της εκστρατείας και να του λέει μ’ επαναστατική ευθύτητα, αλλά και με τον απαιτούμενο ιεραρχικό σεβασμό: «Παρακαλώ, σύντροφε, να την προσυπογράψετε ολογράφως, αν την εγκρίνετε». Κι ο άλλος έβαζε κάτω το χαρτί κι υπόγραφε «Σωστά, I. Στάλιν»!

Όσο για το «ΚΚΕ» του Κ. Κολιγιάννη, δεν είχε καμιά δυσκολία η φαντασία μου να το περιγράψει, κι αυτό «ποιητική αδεία». Ήταν μια βάρκα απ’ αυτές που κουβάλαγαν σ’ άλλους, περασμένους, καιρούς βαλίτσες κι επιβάτες από τα αγκυροβολημένα αρόδο πλοία για την ακτή και τούμπαλιν. Κι είχε τώρα ως βασικό προορισμό να κάνει «θελήματα» στους αφέντες της σοβιετικής νομενκλατούρας - για όσο καιρό ακόμα θα βρισκόταν αυτή στα πράγματα...

Παραπομπές

1 Νίκος Ζαχαριάδης, εκδόσεις Επικαιρότητα, 1987, σελ. 267.
2 Φανταστείτε ότι ανάγκασαν, στο όνομα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και της κομματικής πειθαρχίας, τους Ν. Ακριτίδη και Β. Φωκά να ψηφίσουν τη διαγραφή του λατρευτού τους ως τότε Νίκου Ζαχαριάδη. Ποιος ξέρει τι πιέσεις δέχτηκαν για να παραμορφώσουν την ηθική προσωπικότητά τους. Και μόνον αυτά τα δύο παραδείγματα είναι αρκετά για να δικαιώσουν τον τίτλο του κεφαλαίου, «Η “Κίρκη” της 7ης Ολομέλειας» (δε μιλάμε για την 11η του 1967, όπου ο παλιός φίλος μου Ν. Ακριτίδης «ευθυγραμμίστηκε» με τους πιο αήθεις συκοφάντες του Νίκου Ζαχαριάδη).
3 Η δικαιοσύνη της ιστορίας επιβάλλει να αναφερθεί η σθεναρή αντίθεση του Μ. Πορφυρογένη σ’ αυτή την επαίσχυντη «διαγραφή», που δε δέχτηκε να τη συνυπογράψει.
4 Παραφράζοντας το στίχο του Ν. Ασέεβ για το Μαγιακόφσκυ: «Δεν τράβηξες εσύ τη σκανδάλη...».
5 Στα απόρρητα πρακτικά της 7ης Ολομέλειας (Υπόθεση Ζαχαριάδη: Καταδίκη και αποκατάσταση τον κομμουνιστή ηγέτη, εκδόσεις Φιλίστωρ, 2001) έχω κι εγώ την «τιμητική» μου, ως... κυνηγημένος! Πολλοί απ’ τους εγκάθετους-απολογητές της ξένης επέμβασης αναφέρουν τ’ όνομά μου ζητώντας την κεφαλήν μου επί πίνακι, επειδή παρέχω ενεργό υποστήριξη στο Ν. Ζαχαριάδη!
6 Αυτό το επιβεβαιώνουν γραπτά ντοκουμέντα.
7 Έκφραση του Τολιάττι στο περιοδικό Νονόβι Αργκομέντι, που επικρίθηκε απ’ την Πράβντα το 1956.
8 Ιδιαίτερα για τις απραγματοποίητες υποσχέσεις του Κρεμλίνου σ' ό,τι αφορούσε τη στρατιωτική βοήθεια σε βαρύ οπλισμό κι αεροπλάνα κατά τη διάρκεια του ένοπλου αγώνα.
9 Αναμασούσε σ’ αυτό την άποψη του «ζαχαριάδικου τυχοδιωκτισμού», την κατασκευασμένη απ’ τους Σοβιετικούς για να δικαιολογήσουν το ξεπούλημα της αριστερής Ελλάδας στη Γιάλτα, κι αργότερα στο δεύτερο ένοπλο αγώνα.
10 Θα πρέπει να υπενθυμίσω στον αναγνώστη ότι η επιτροπή που συστήθηκε στην 7η Ολομέλεια για να διερευνήσει την καταγγελία αναγκάστηκε να πάει και να δηλώσει στο Ζαχαριάδη δέκα χρόνια αργότερα ότι «τον έβγαλε καθαρό». Κι όσο για το συκοφάντη Μάρκο Βαφειάδη, αφού επί δύο χρόνια φιλοξενήθηκε στα Σκόπια απ’ τους τιτοϊκούς της «Μακεδονικής Δημοκρατίας», γύρισε στην Ελλάδα, τα βρήκε με το κατεστημένο, έγινε βουλευτής Επικράτειας του ΠΑΣΟΚ, ονομάστηκε «αντιστράτηγος» και απολάμβανε τ’ ανάλογα ωφελήματα απ’ το Μετοχικό Ταμείο Στρατού. Εκείνου του αστικού, «μοναρχοφασιστικού και αμερικανοκίνητου» που σύντριψε τους «κομμουνιστοσυμμορίτες» στο Γράμμο!
11 Αυτή η φράση του Ν. Ζαχαριάδη δείχνει ότι δεν κόλλαγε «ρετσινιές» αβασάνιστα.
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger