Προσφατες Αναρτησεις

Η 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ: Γεγονότα, συμπεράσματα, επίκαιρα διδάγματα

Στις 5 - 15 Φλεβάρη 1968, πραγματοποιήθηκε στη Βουδαπέστη η 12η Πλατιά Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ.
Στη 12η Ολομέλεια συμμετείχαν 20 τακτικά μέλη της ΚΕ, 14 αναπληρωματικά και 3 μέλη της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής. Απουσίαζαν 23 τακτικά, 14 αναπληρωματικά και 3 μέλη της Εξελεγκτικής Επιτροπής, που βρίσκονταν στη φυλακή, στην εξορία και άλλοι στην παρανομία. Επίσης, πήραν μέρος ως προσκαλεσμένοι 41 στελέχη του ΚΚΕ που προέρχονταν από τις κομματικές δυνάμεις που δρούσαν σε σοσιαλιστικές και σε καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης.

Τα θέματα της Ολομέλειας ήταν δύο: α) Η κατάσταση στην Ελλάδα και τα καθήκοντα του Κόμματος, με εισηγητή τον Κώστα Κολιγιάννη, Α' Γραμματέα της ΚΕ. β) Οργανωτικά ζητήματα, με εισηγητή τον Λεωνίδα Στρίγκο, μέλος του ΠΓ.

Στη 12η Ολομέλεια το ΚΚΕ διασπάστηκε, αν και όταν αυτή συνήλθε, το Κόμμα επί της ουσίας ήταν διασπασμένο, αρχίζοντας από την ΚΕ και το Πολιτικό της Γραφείο. Στη 12η Ολομέλεια η ήδη υπάρχουσα διάσπαση απλώς καταγράφηκε και τυπικά, ενώ πήρε δραματικό χαρακτήρα με την αποχώρηση απ' αυτήν την Ολομέλεια 7 τακτικών μελών της ΚΕ, 7 αναπληρωματικών και 3 της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής. Η αποχώρηση - διάσπαση συντελέστηκε στο 2ο θέμα της Ολομέλειας, όπου αποφασίστηκε η καθαίρεση 3 μελών του ΠΓ (Παρτσαλίδη - Ζωγράφου - Δημητρίου), επειδή ηγούνταν οργανωμένης φραξιονιστικής ομάδας.

Η ψηφοφορία σε αυτό το θέμα είχε ως εξής:

Από τα τακτικά μέλη της ΚΕ, ψήφισαν υπέρ της εισήγησης: Πολυχρόνης Βάης (Πετρίτης), Κώστας Γάτσος, Απόστολος Γκρόζος, Νίκος Καλούδης, Κώστας Κολιγιάννης, Μήτσος Κωτούζας, Παναγιώτης Μαυρομάτης, Γεράσιμος Στεφανάτος, Λεωνίδας Στρίγκος, Κώστας Τσολάκης, Παναγιώτης Υφαντής, Γρηγόρης Φαράκος.

 Σε αυτήν την ψηφοφορία δεν συμμετείχαν, αλλά τοποθετήθηκαν αρνητικά απέχοντας τα εξής τακτικά μέλη: Μήτσος Βατουσιανός, Πάνος Δημητρίου, Βασίλης Ζάχος, Ζήσης Ζωγράφος, Σταύρος Καρράς, Μήτσος Παρτσαλίδης, Λεωνίδας Τζεφρώνης. (Ο Πέτρος Ρούσος απουσίαζε σε αυτό το θέμα λόγω ασθένειας, ενώ μερικούς μήνες αργότερα τοποθετήθηκε υπέρ των Αποφάσεων της 12ης Ολομέλειας).
Από τα αναπληρωματικά μέλη της ΚΕ, ψήφισαν υπέρ: Γιώργης Θεοδωρίδης, Στάθης Καραγιώργης, Ηλίας Καρράς, Κώστας Κηπουρός, Νίκος Κουτρούμπας, Χρήστος Νικολάου και Ευριπίδης Παπαζαχαρίου.

Επίσης απέχοντας, τοποθετήθηκαν κατά: Νίκος Ακριτίδης, Αλέγκρα Καπέτα, Νίκος Κέντρος, Θωμάς Κεφαλάς, Μιχάλης Τσάντης, Γιώργης Χουλιάρας, Χρήστος Ψύλλος.

Το ίδιο και τα 3 παρόντα μέλη της Εξελεγκτικής Επιτροπής: Πόλης Αργυρόπουλος, Μήτσος Παπαγεωργίου (Βελισσάρης), Μήτσος Παπακώστας.

Από τους 41 παρευρισκόμενους προσκαλεσμένους, που ψήφισαν συμβουλευτικά, υπέρ της εισήγησης τοποθετήθηκαν: Βασίλης Βενετσανόπουλος, Γιώργης Κυριαζής, Τάκης Μαμάτσης, Θανάσης Χατζάρας, Αντώνης Καλαμπόγιας, Γιώργης Κακουλίδης, Αλέκος Λιακόπουλος (Πορφύρης), Κώτσας Λίτσας, Γιάννης Ράφτης, Χρήστος Δριτσέλης, Απόστολος Καρατζάς, Πέτρος Μελάς, Γιάννης Παρτακιλούδης, Γιώργης Ρήτας, Χριστόφορος Σανιδάς, Βαγγέλης Τουφεξής, Θεοχάρης Γκατζόγλου, Αγγελος Λεμονίδης, Τάκης Πετκίδης, Στράτος Τσιρατζίδης, Αργύρης Αργυρόπουλος, Δανιήλ Κουτσοκώστας, Βαγγέλης Μασούρας, Γιώργης Παπαδόπουλος, Μανόλης Πυθαρούλης, Στρατής Τσαμπής, Χάρης Παταρίδης, Στάθης Φωτιάδης, Απόστολος Χατζηαντωνίου, Γιώργος Λάζος, Θράσος Σαρρής, Γιάννης Σύρος, Κώστας Βουλγαρόπουλος, Ελένη Μπιμπίκου-Αντωνιάδου.

Τάχθηκαν κατά: Βίκτωρας Αθανασιάδης, Σπύρος Πετσίνης, Θανάσης Ζγώνης, Σάββας Πιπερίδης, Γιώργης Βασιλειάδης, Μπάμπης Καλαϊτζής, Θεόδωρος Πάγκαλος.

Μετά από τη 12η Ολομέλεια, εξέφρασαν ατομικά τη θέση τους τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη της ΚΕ, καθώς και της Εξελεγκτικής Επιτροπής, που δεν πήραν μέρος στη 12η Ολομέλεια.
Τοποθετήθηκαν υπέρ: Μίνα Γιάννου, Μιλτιάδης Ζαχαράτος, Λούλα Λογαρά, Κώστας Λουλές, Χρήστος Ράπτης, Λευτέρης Σεφέρης, Σωτήρης Σουκαράς, Αύρα Παρτσαλίδου, Χαρίλαος Φλωράκης.

Κατά των Αποφάσεων: Φώκος Βέττας, Μανώλης Γλέζος, Μπάμπης Δρακόπουλος, Βάσω Θανασέκου, Νίκος Καρράς, Θανάσης Καρτσούνης, Λεωνίδας Κύρκος, Ελένη Μπενά, Τάκης Μπενάς, Αντώνης Μπριλλάκης, Γιάννης Παπαδημητρίου, Πότης Παρασκευόπουλος, Βαγγέλης Σακελλάρης, Γιώργος Στεργίου.

Από τα αναπληρωματικά μέλη τοποθετήθηκαν υπέρ: Διονύσης Γεωργάτος, Δημήτρης Μανούσος, Νίκανδρος Κεπέσης, Παντελής Κιουρτσής, Ρούλα Κουκούλου, Γιώργος Τρικαλινός.

Κατά: Μήτσος Δάλλας, Καίτη Ζεύγου, Νίκος Καθαροσπόρης, Τάκης Κελτεμλίδης, Σπύρος Λιναρδάτος, Ηλίας Στάβερης, Σάββας Σταματιάδης (αργότερα τοποθετήθηκε με το ΚΚΕ), Λευτέρης Τζάκος.

Από την Εξελεγκτική Επιτροπή τοποθετήθηκαν υπέρ ο Γιώργης Παπαρήγας και ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης, ενώ κατά ο Νότης Καπνίσης (στη συνέχεια τοποθετήθηκε με το ΚΚΕ).

Αμέσως μετά από τη 12η Ολομέλεια, οι διαφωνούντες κατέλαβαν το ραδιοφωνικό σταθμό «Η Φωνή της Αλήθειας» και μετέδωσαν το μήνυμά τους, ενώ στις 19 Μάρτη 1968 έκλεψαν μεγάλο μέρος του Αρχείου του ΚΚΕ, που βρισκόταν στο Σιμπίου της Ρουμανίας. Νωρίτερα, πήραν τα βιβλία που υπήρχαν στο γραφείο της Επιτροπής Διαφώτισης. Το κλεμμένο Αρχείο μεταφέρθηκε στη Γιουγκοσλαβία και αργότερα στην Ελλάδα, ενώ στη συνέχεια δόθηκε στα ΑΣΚΙ, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.

Μετά από ένα διάστημα, οι αποχωρήσαντες πρωτοστάτησαν στη συγκρότηση νέου κόμματος, με το όνομα «ΚΚΕ εσωτερικού», ενώ ονόμασαν το ΚΚΕ προβοκατόρικα «ΚΚΕ εξωτερικού», δηλαδή έξωθεν υποκινούμενο.

Το υπόβαθρο

Για να κατανοηθούν οι παραπάνω εξελίξεις, είναι αναγκαία η αναδρομή στα χρόνια που προηγήθηκαν από το τέλος του εμφυλίου πολέμου μέχρι τη 12η Ολομέλεια, σε συνάρτηση με πολύ σοβαρές εξελίξεις που διαδραματίστηκαν στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα την ίδια περίοδο.
Αρχικά πρέπει να σημειωθεί ότι η ιδεολογικοπολιτική διαπάλη στο ΚΚΕ ήταν έντονη πριν από το τέλος του ένδοξου αγώνα του ΔΣΕ, πολύ περισσότερο αμέσως μετά από αυτόν. Στελέχη του, που ήταν αντίθετα με την επιλογή του ένοπλου αγώνα, έχοντας και τη στήριξη ηγετικών δυνάμεων του ΚΚΣΕ, έβαλλαν κατά της πολιτικής του Κόμματος. Οι διαφωνίες, πέρα από την καταδίκη επί της ουσίας του αγώνα του ΔΣΕ, αφορούσαν την τοποθέτηση του Ν. Ζαχαριάδη (1949) ότι το αστικοδημοκρατικό στάδιο της επανάστασης ήταν ξεπερασμένο, όπως και στρατηγικές επεξεργασίες (Σχέδιο Προγράμματος του ΚΚΕ - 1953). Αυτές οι επεξεργασίες, παρά τις αντιφάσεις που περιέκλειαν (για παράδειγμα τις συνεργασίες με αστικά κόμματα), αποτελούσαν βήμα προς τα μπρος σε σχέση με το παρελθόν, γιατί προσδιόριζαν ως σοσιαλιστική την αναγκαία επανάσταση στην Ελλάδα. Ακόμα, ο Ν. Ζαχαριάδης παρέμενε αταλάντευτα στην ανάγκη να ανασυγκροτηθούν οι παράνομες Κομματικές Οργανώσεις. Η αποστολή για παράδειγμα του Νίκου Μπελογιάννη στην Ελλάδα αποσκοπούσε στην υλοποίηση αυτού του αντικειμενικού καθήκοντος.

Ωστόσο, κομβικό σημείο για την πορεία του ΚΚΕ και γενικά του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος ήταν το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956), που συνιστούσε δεξιά οπορτουνιστική στροφή διεθνούς εμβέλειας. Στο 20ό Συνέδριο υπερίσχυσε η τάση η οποία θεωρούσε ότι η ταξική πάλη στο σοσιαλισμό είχε αμβλυνθεί έως και ξεπεραστεί. Αυτή η θέση εξέφραζε κοινωνικές δυνάμεις της Σοβιετικής Ενωσης που αντιδρούσαν στην επέκταση και εμβάθυνση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής (κολχόζνικοι αγρότες, διευθυντικά στελέχη στη βιομηχανία και στην αγροτική οικονομία, τμήμα της σοβιετικής διανόησης κ.ά.) και με τον έναν ή άλλο τρόπο τάσσονταν υπέρ της ισχυροποίησης των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων και της αποδυνάμωσης του κεντρικού σχεδιασμού. Επίσης το 20ό Συνέδριο γενίκευσε την πολιτική της «ειρηνικής συνύπαρξης» καπιταλισμού - σοσιαλισμού, που καλλιεργούσε ουτοπικές αντιλήψεις για τη δυνατότητα μακρόχρονης ειρηνικής συμβίωσης των δυο αντίθετων κοινωνικοοικονομικών συστημάτων. Ακόμα, πρόταξε τη θέση για τη δυνατότητα «κοινοβουλευτικού περάσματος στο σοσιαλισμό», γεγονός που σήμαινε ότι παραγνωρίζονταν οι νομοτέλειες της ταξικής πάλης.

Αμέσως μετά το 20ό Συνέδριο συνήλθε η 6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, μετά από παρέμβαση 6 ΚΚ (Σοβιετικής Ενωσης, Πολωνίας, Ρουμανίας, Ουγγαρίας, Βουλγαρίας, Τσεχοσλοβακίας), καθώς και η 7η Ολομέλεια που την ακολούθησε (1957). Στην πρώτη ο Ν. Ζαχαριάδης καθαιρέθηκε από Γραμματέας της ΚΕ, ενώ ένα χρόνο αργότερα η 7η Ολομέλεια τον διέγραψε από μέλος του Κόμματος. Η διαγραφή συνοδεύτηκε με απόφαση να διερευνηθεί ολόκληρη η ζωή του Ζαχαριάδη, αφού στιγματίστηκε ως ύποπτος για συνεργασία με τον ταξικό εχθρό. Ταυτόχρονα, η 7η Ολομέλεια έθεσε ως στρατηγικό στόχο του ΚΚΕ την Εθνική Δημοκρατική Αλλαγή, δηλαδή ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που θα πραγματοποιούνταν σε συμμαχία με τμήματα της αστικής τάξης και με αντίστοιχα κόμματα.

Οι Αποφάσεις των παραπάνω Ολομελειών επέδρασαν και στην οργανωτική συγκρότηση του ΚΚΕ. Η Α' Συνδιάσκεψη της ΕΔΑ (1956), η οποία είχε συγκροτηθεί ως συνασπισμός κομμάτων (συμμετείχε και το ΚΚΕ, όντας η βασική δύναμη της ΕΔΑ), αποφάσισε τη μετατροπή της σε ενιαίο κόμμα. Και λίγο αργότερα, η 8η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (1958) αποφάσισε τη διάλυση των παράνομων Κομματικών Οργανώσεων και τη διάχυση των μελών του Κόμματος στην ΕΔΑ. Ασκούσε σημαντική επίδραση το γεγονός ότι η ΕΔΑ ήταν νόμιμη, ενώ το ΚΚΕ ήταν παράνομο. Οι κοινοβουλευτικές αυταπάτες γνώρισαν έξαρση, ιδιαίτερα από το 1958, όταν η ΕΔΑ πήρε το 24,42% των ψήφων και έγινε αξιωματική αντιπολίτευση. Με τη σύμφωνη γνώμη και της ηγεσίας του ΚΚΣΕ, εγκαταλείφθηκαν οι ηρωικές προσπάθειες για την ανασυγκρότηση των παράνομων Κομματικών Οργανώσεων και ακυρώθηκε η οργανωτική αυτοτέλεια του ΚΚΕ στο πλαίσιο μιας ρεφορμιστικής στρατηγικής.

Στρατηγική που δεν αντιστοιχούσε στην οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα

Οι συνθήκες στις οποίες πραγματοποιήθηκε η 12η Πλατιά Ολομέλεια, ήταν για το ΚΚΕ εξαιρετικά δύσκολες. Χιλιάδες μέλη και στελέχη του είχαν συλληφθεί από τη στρατιωτική χούντα, που επικράτησε 10 μήνες νωρίτερα (21 Απρίλη 1967), ενώ, όπως προαναφέρθηκε, το ΚΚΕ βρισκόταν δίχως Κομματικές Οργανώσεις.

Το κυριότερο ήταν ότι το ΚΚΕ είχε διαμορφώσει στρατηγική που δεν αντιστοιχούσε στην οικονομικο-κοινωνική πραγματικότητα. Το 8ο Συνέδριο του Κόμματος (1961) είχε ψηφίσει Πρόγραμμα που προέβλεπε μεταβατική εξουσία ανάμεσα στον καπιταλισμό και στο σοσιαλισμό. Το πρώτο στάδιο καθόριζε την επανάσταση στην Ελλάδα ως αντιιμπεριαλιστική - δημοκρατική, η οποία θα μετεξελισσόταν στην πορεία σε σοσιαλιστική (δεύτερο στάδιο). Ταυτόχρονα, έθετε ως ακόμα πιο άμεσο πολιτικό στόχο (μίνιμουμ πρόγραμμα) το σχηματισμό μιας πατριωτικής - δημοκρατικής κυβέρνησης, που θα συνέβαλλε στη συγκέντρωση δυνάμεων ώστε να πραγματοποιηθεί το πρώτο στάδιο της δημοκρατικής επανάστασης. Επρόκειτο για την πολιτική της συμμαχίας των «δημοκρατικών δυνάμεων», προκειμένου να φύγει από τη διακυβέρνηση η «δεξιά» (ΕΡΕ), που είχε ηγέτη τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Με βάση αυτήν τη γραμμή, το ΚΚΕ είχε γίνει από το 1961 ουρά της Ενωσης Κέντρου, που είχε ηγέτη τον Γεώργιο Παπανδρέου. Το ΚΚΕ επιδίωκε συμμαχία με αυτό το αστικό κόμμα, καθώς θεωρούσε δυνάμεις του εκφραστές της λεγόμενης εθνικής αστικής τάξης (πατριωτικής), την οποία διαχώριζε από την υπόλοιπη αστική τάξη, που την ονομάτιζε ξενόδουλη. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η στρατηγική των σταδίων είχε την αφετηρία της στα χρόνια του Μεσοπολέμου και δεν αφορούσε μόνο το ΚΚΕ, αλλά το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

Επιπλέον, όταν συγκλήθηκε η 12η Ολομέλεια, βάραινε αρνητικά το γεγονός ότι η ηγεσία του ΚΚΕ δεν είχε προβλέψει το προετοιμαζόμενο από τους συνταγματάρχες πραξικόπημα και επομένως δεν είχε προσπαθήσει να πάρει τα απαιτούμενα μέτρα για να υπάρξει οργανωμένη λαϊκή αντίδραση στην επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας.

Η επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας άλλαξε μια σειρά από τα έως τότε δεδομένα, αφού:

1) Η απουσία Κομματικών Οργανώσεων του ΚΚΕ διευκόλυνε τα χτυπήματα της δικτατορίας, ενώ έκανε ακόμα πιο δύσκολη την ανασυγκρότηση του εργατικού - λαϊκού κινήματος.

2) Επαψε να είναι νόμιμη και η ΕΔΑ.

Γεγονός ιστορικής σημασίας η ρήξη με τον οπορτουνισμό

Σε αυτές τις συνθήκες, μεγάλο μέρος των στελεχών του ΚΚΕ συνειδητοποίησαν το μέγεθος του προβλήματος που είχε δημιουργηθεί από τη διάλυση των Κομματικών Οργανώσεων. Και τάχθηκαν υπέρ της συγκρότησής τους, ερχόμενοι σε σύγκρουση με άλλα στελέχη, δίχως ωστόσο να βλέπουν αυτοκριτικά τις επιλογές της 6ης και της 7ης Ολομέλειας, αλλά και την προβληματική στρατηγική του Κόμματος. Ετσι, η διαπάλη στη 12η Ολομέλεια περιστράφηκε στο θέμα των Κομματικών Οργανώσεων, αφού οι διαφωνούντες αναθεωρητές δρούσαν φραξιονιστικά υπέρ της συγκρότησης οργανώσεων της ΕΔΑ, σαμποτάροντας την κατεύθυνση της 11ης Ολομέλειας της ΚΕ (27 - 30 Ιούνη 1967), για συγκρότηση Κομματικών Οργανώσεων του ΚΚΕ. Βέβαια, ήταν ζήτημα πολιτικού υπολογισμού το γεγονός ότι μετά τη 12η Ολομέλεια η αναθεωρητική ομάδα, που έως τότε χρησιμοποιούσε ως όχημα την ΕΔΑ, συγκρότησε φορέα με κομμουνιστική ονομασία. Η ΕΔΑ τούς είχε γίνει περιττή.

Το ΚΚΕ, σε ντοκουμέντα του και ως καταστάλαγμα συλλογικών διαδικασιών, έχει επανειλημμένα εκτιμήσει ότι η 12η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ είναι ένα από τα ιστορικής σημασίας γεγονότα στην 100χρονη διαδρομή του. Θα ήταν τελείως διαφορετική η πορεία του (τότε διακυβευόταν ακόμα και η ύπαρξή του ως ΚΚ), αν δεν είχε επέλθει ρήξη των κομμουνιστικών δυνάμεων με τον αναθεωρητισμό - οπορτουνισμό. Η 12η Ολομέλεια διαδραμάτισε θετικό ρόλο, γιατί:

1) Εβαλε τις βάσεις για την ιστορική συνέχεια του ΚΚΕ, για την οργανωτική του αυτοτέλεια.

2) Εφερε στην πρώτη γραμμή την υπεράσπιση των αρχών του μαρξισμού - λενινισμού και του προλεταριακού διεθνισμού.

3) Μέσω της ανασυγκρότησης των Κομματικών Οργανώσεων και της συγκρότησης, στη συνέχεια, της ΚΝΕ ανακόπηκε η φθίνουσα οργανωτική πορεία του ΚΚΕ και πολλοί νέοι κομμουνιστές εντάχθηκαν στο ΚΚΕ και συνέβαλαν στην άνοδο του αντιστασιακού κινήματος ενάντια στη δικτατορία των συνταγματαρχών. Εξάλλου, με τις Αποφάσεις της 12ης Ολομέλειας συμπαρατάχθηκε η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτικών κρατουμένων και των πολιτικών προσφύγων και σε μια πορεία η πλειοψηφία των μελών και οπαδών της ΕΔΑ.

Πολύτιμα συμπεράσματα

Επί 50 χρόνια, η 12η Ολομέλεια παρουσιάζεται από τις οπορτουνιστικές - σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις ως κορυφαία στιγμή της σύγκρουσης «ανανεωτικών και δογματικών», όπου οι πρώτοι έφεραν έναν αέρα «κάθαρσης» του ΚΚΕ και ευρύτερα του κομμουνιστικού κινήματος, ενώ οι δεύτεροι παρέμεναν αγκυλωμένοι σε ξεπερασμένα δόγματα και πρακτικές. Μάλιστα, έφτασαν να ισχυρίζονται ότι τα σοσιαλιστικά κράτη ανατράπηκαν επειδή δεν υιοθέτησαν έγκαιρα τα «ανανεωτικά» μηνύματα του «ΚΚΕ εσωτερικού», του Ιταλικού ΚΚ, του Γαλλικού ΚΚ, του Ισπανικού ΚΚ κ.ά., όπως του Ντούμπτσεκ στην Τσεχοσλοβακία.

Συνακόλουθο είναι το κατηγορώ τους, ότι το ΚΚΕ ήταν «όργανο της Μόσχας», ενώ οι ίδιοι πάσχιζαν για ένα διεθνισμό που θα διέπεται από την αρχή της μη επέμβασης κάθε ΚΚ στα εσωτερικά του άλλου. Βέβαια, ποτέ δεν εξήγησαν πόσο συνεπείς ήταν αυτές οι διακηρύξεις με την πρακτική τους να υπεξαιρέσουν το Αρχείο του ΚΚΕ με τη συνδρομή της ρουμανικής αστυνομίας. Και φυσικά, δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα αν το ΚΚΣΕ είχε πάρει το μέρος τους το 1968, όπως ζητούσαν επιδιώκοντας συνάντηση με τη σοβιετική ηγεσία. Ακόμα, δεν είχαν κανένα πρόβλημα και το 1956 (6η Ολομέλεια), προκειμένου να ανατραπεί το λεγόμενο «ανώμαλο εσωκομματικό καθεστώς» που δήθεν είχε επιβάλει στο ΚΚΕ ο Ν. Ζαχαριάδης. Το «ανώμαλο καθεστώς» και η «προσωπολατρία» αποτέλεσαν το πρόσχημα για τη δεξιά οπορτουνιστική στροφή του Κόμματος.

Η πορεία της επιρροής του λεγόμενου «ΚΚΕ εσωτερικού» ήταν φθίνουσα, αν και απολάμβανε τη συμπάθεια των αστικών πολιτικών δυνάμεων και των τότε μέσων ενημέρωσης, λόγω της αναθεωρητικής και αντισοβιετικής του κατεύθυνσης. Ο αστικός Τύπος της εποχής, δίχως να παύει να τους αποκαλεί κάποιες φορές «βασιλοκομμουνιστές», γενικά τους περιέβαλε με το χαρακτηρισμό «ανανέωση», που και οι ίδιοι κατά κόρον χρησιμοποίησαν, παρότι τίποτα το νέο δεν έφεραν. Οι απόψεις τους ήταν αναμάσημα, με δήθεν κομμουνιστική φρασεολογία, των σοσιαλδημοκρατικών θεωριών του 19ου αιώνα. Ο «σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία», που επικαλέστηκαν, είναι ουσιαστικά αποδοχή της αστικής δημοκρατίας, δηλαδή της καπιταλιστικής εξουσίας, επομένως ψευδεπίγραφος, και σημαίνει απευθείας αποδοχή του βάρβαρου καπιταλιστικού συστήματος, που δεν εξανθρωπίζεται. Πραγματική ελευθερία και δημοκρατία υπάρχει για όλο το λαό, μόνο όταν η εργατική τάξη, σε συμμαχία με τα λαϊκά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων, κατακτήσει τη δική της εξουσία και κοινωνικοποιήσει τα μέσα παραγωγής, εφόσον δηλαδή καταργήσει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Επιβεβαιώθηκε διαχρονικά ότι οι φορείς του οπορτουνισμού, ακόμα και στην περίπτωση που εντοπίζουν υπαρκτά προβλήματα, δεν οδηγούνται στη διαμόρφωση πολιτικής που θα τα αντιμετωπίζει, αλλά διαμορφώνουν πολιτική που οδηγεί στην κατεδάφιση εκείνου που υποτίθεται ότι θέλουν να βελτιώσουν (κόμμα, σοσιαλιστική εξουσία).

Οι επιλογές του «ΚΚΕ εσωτερικού», καθώς και συνολικά του «ευρωκομμουνιστικού» ρεύματος, σε καμία περίπτωση δεν δικαιώνονται από τις αρνητικές εξελίξεις που ακολούθησαν την αντεπανάσταση του 1989-1991 στη Σοβιετική Ενωση και στα άλλα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Οι δυνάμεις που εξέθρεψαν την αντεπανάσταση, τροφοδοτήθηκαν από επιλογές που δανείζονταν συνταγές του καπιταλισμού, προκειμένου να αντιμετωπιστούν προβλήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Το επιβεβαιώνει όχι μόνο η πορεία του λεγόμενου «ΚΚΕ εσωτερικού» και των άλλων πολιτικών σχημάτων που γέννησε αυτό, αλλά και η πορεία του ΣΥΝ μετά το 1991. Ο ΣΥΝ, ως «αριστερή» αντιπολίτευση, στήριξε κρίσιμες επιλογές της αστικής τάξης της Ελλάδας, π.χ. τη συμμετοχή στην ΕΕ και στο ευρώ, συνολικά τις μεταρρυθμίσεις που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της κερδοφορίας του κεφαλαίου, ακόμα και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο κατά την επίθεση του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία, τον πόλεμο στο Ιράκ κ.ά.

Η ιδεολογική χρεοκοπία του «ΚΚΕ εσωτερικού» δεν ανέκοψε την επιδίωξη να επαναληφθεί το πείραμα της ΕΔΑ, με τη μετατροπή του σε Ελληνική Αριστερά (ΕΑΡ) και μέσα από τη δημιουργία του τότε ενιαίου Συνασπισμού. Αξιοποιώντας και τις αντεπαναστατικές ανατροπές στα κράτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και τη βαθιά κρίση στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, η ΕΑΡ, μαζί με στελέχη του ΚΚΕ και άλλους σοσιαλδημοκράτες, επιχείρησαν να το διαλύσουν (1989-1991). Και αυτή η προσπάθεια απέτυχε. Μαζί με άλλους ιστορικούς και πολιτικούς παράγοντες, η ρήξη στη 12η Ολομέλεια με τον οπορτουνισμό είχε συμβάλει στην καλλιέργεια κομμουνιστικών αντανακλαστικών (Κόμμα Νέου Τύπου) για τη διάσωση του χαρακτήρα του Κόμματος, την εποχή της κορύφωσης και νίκης της αντεπανάστασης.

Πιο καταφανής έγινε ο ρόλος του οπορτουνισμού, που από τη φύση του μεταλλάσσεται πολύ γρήγορα σε αστικό κόμμα (σοσιαλδημοκρατικό), όταν άρπαξε την ευκαιρία να σχηματίσει κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού. Ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ, που έχει αντιγράψει το ΠΑΣΟΚ ακόμα και στην εξαγορά συνειδήσεων και έχει γοητευθεί από την ΕΕ, το ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ και τις βάσεις τους, μπορεί να μην είναι ακριβώς «εικόνα και ομοίωση» των οπορτουνιστών του 1968, οπωσδήποτε όμως είναι η ακόμα δεξιότερη φυσική εξέλιξη των ιδεολογικών και πολιτικών επιλογών τους.

Εξάλλου, αυτή είναι η πορεία και όσων ΚΚ απέβαλαν τις κομμουνιστικές αρχές και αξίες. Η μεγαλύτερη υπηρεσία τους στο καπιταλιστικό σύστημα (βλέπε π.χ. Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία) είναι ότι τσάκισαν μεγάλα εργατικά κινήματα, οδηγώντας τα στο συμβιβασμό με το κεφάλαιο και στην ενσωμάτωση, προκειμένου να υλοποιηθεί η στρατηγική του ιμπεριαλισμού.

Πηγή: Του Μάκη ΜΑΪΛΗ - "Ριζοσπάστης"   
{[['']]}

O ρόλος της πολιτικής βίας στην ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών.

Στη σύγχρονη πολιτική ζωή, ένα ζήτημα που επανέρχεται στην επιφάνεια είναι ο ρόλος της πολιτικής βίας στην ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών.

Η βία που είναι θεσμοθετημένη και νομικά κατοχυρωμένη από το καθεστώς, θεωρείται φυσιολογική και θα πρέπει να είναι, αν όχι απαραίτητα αρεστή, τουλάχιστον ανεκτή από τους πολίτες μιας πολιτισμένης κοινωνίας.

Όσον αφορά στην πρόσφατη ιστορική περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, και πιο συγκεκριμένα την περίοδο της Αντιφασιστικής Αντίστασης και του εμφυλίου πολέμου στη χώρα μας, είναι φανερό ότι γίνεται μια προσπάθεια απαξίωσης της έννοιας της ένοπλης Αντίστασης, όπως και προσπάθεια συμψηφισμού της επαναστατικής βίας των μαζών, που παλεύουν για την επιβίωσή τους και για την απελευθέρωση της χώρας τους και της βίας των πιο βαθιά συντηρητικών δυνάμεων, που για να διατηρήσουν τα όποια προνόμιά τους δεν δίστασαν να συνεργαστούν με όλους τους κατακτητές που πέρασαν από αυτόν τον τόπο.
Την ίδια στιγμή μάλιστα που έβλεπαν με τα μάτια τους να πεθαίνουν το χειμώνα του ’41-’42 δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι από την πείνα και μετέπειτα να δολοφονούνται με τον πιο άγριο τρόπο, ακόμα και νεογέννητα βρέφη.

Αυτή η ισοπέδωση «της κακής βίας από όπου κι αν προέρχεται» - το είχε ίσως πρωτοπεί ο Γεώργιος Παπανδρέου που εξίσωνε τη βία των Τ.Α. με αυτήν του Ε.Λ.Α.Σ. Ήταν ο ίδιος όμως άνθρωπος που λίγους μήνες μετά ήρθε στην Ελλάδα με τα τανκς των Αγγλων για να αιματοκυλίσει το λαό της Αθήνας με τα γνωστά σε όλους Δεκεμβριανά.
Είναι λοιπόν ίδια η βία των ποινικών φασιστών του Δάγκουλα, που με μαχαίρια έκοβαν τα δάχτυλα των θυμάτων τους για να τους αρπάξουν τα δαχτυλίδια, με την αντιφασιστική βία των ανταρτών που πολεμούσαν για την ελευθερία του τόπου τους; Προφανώς όχι. Είναι σαν να εξισώνουμε τη δράση του Κολοκοτρώνη με αυτήν του Νενέκου.

Κάποιοι σημερινοί στρατευμένοι ιστοριογράφοι προσπαθούν να συμψηφίσουν την αντιφασιστική λαϊκή βία με την δοσιλογική φασιστική φέροντας στην επιφάνεια την θεωρία των δύο άκρων, του συμψηφισμού του φασισμού με τον κομμουνισμό, σαν δύο απόλυτα κακά που μόνο ένας υγιής καπιταλισμός μπορεί να τα αντιμετωπίσει. Μάλιστα, επιχειρείται να γίνει μια διάκριση ανάμεσα
στον ιδεολόγο εθνικοσοσιαλιστή Πούλο, στον πρώην Ελασίτη Δάγκουλα που κατέληξε ποινικός και τον τουρκόφωνο Πόντιο, οπλαρχηγό της Κατερίνης Κισά-Μπατσάκ που ενώ δεν κατόρθωσε να τον προσεταιριστεί ο Ε.Λ.Α.Σ., αυτός για να προστατέψει τον εαυτό του και την περιουσία του, ζήτησε αναγκαστικά όπλα από τους Γερμανούς, λίγο καιρό πριν από την αποχώρησή τους.

Ο «ιδεολόγος» εθνικοσοσιαλιστής Πούλος που ακολούθησε τα γερμανικά στρατεύματα στην οπισθοχώρησή τους στο βορρά για να υπερασπιστεί από ‘κει τη μεγάλη Γερμανία, αυτή των κρεματορίων των Εβραίων και την επικράτηση των Αρίων έναντι των κατώτερων φυλών, ποια ακριβώς σχέση θα μπορούσε να έχει με τον ελληνικό πολιτισμό; Δεν υπάρχει άλλη απάντηση από το ότι ο εθνικοσοσιαλισμός (ναζισμός) που τον γέννησε και τον γιγάντωσε, το μεγάλο κεφάλαιο, όταν έκρινε πως δεν υπήρξε άλλος δρόμος για την επιβίωσή του, δεν είναι τίποτα άλλο από το πολιτικό ιδεολόγημα του κανιβαλισμού, της επιβολής του δυνατού έναντι του αδύνατου με κάθε μέσο, της αντίληψης «ο θάνατός σου η ζωή μου».

Αυτό το φρικτό ιδεολόγημα που λέγεται εθνικοσοσιαλισμός, πού θα μπορούσε άραγε να βρει τους συμμάχους του; «Αυτά τα ιδιοτελή καθάρματα που είναι έτοιμα να μας υπηρετήσουν» όπως είχε δηλώσει ο Χίτλερ σε κάποιον συνεργάτη του, όταν ο τελευταίος αναρωτήθηκε «ποιοι θα είναι αυτοί που θα συνεργαστούν μαζί μας στις κατεχόμενες χώρες;».

Οι σύμμαχοί του δεν θα μπορούσαν να είναι άλλοι από τους πρώην και νυν άντρες της Ειδικής Ασφάλειας δίωξης των κομμουνιστών, τον υπόκοσμο (μπράβοι, χασισέμποροι, νταβατζήδες) που ήλεγχαν τα πορνεία στο Βαρδάρη όπως και πρώην μέλη της φασιστικής οργάνωσης Π.Α.Ο.
Αυτές οι τρεις κατηγορίες ατόμων ήταν αυτοί που στελέχωσαν την ομάδα του Δάγκουλα. Χωροφύλακες της Ειδικής Ασφάλειας που προπολεμικά κυνηγούσαν και βασάνιζαν κομμουνιστές εργάτες όταν αυτοί αγωνίζονταν για το οκτάωρο. Ανθρωποι του υποκόσμου, ήταν η δεύτερη κατηγορία. Το βαθύ κράτος αναλάμβανε πάντοτε να κάνει τις βρώμικες δουλειές που το ίδιο το κράτος δεν θα μπορούσε να πραγματοποιήσει. Αυτό συνέβαινε πάντα. Οι ίδιοι άνθρωποι τη δεκαετία του ’60 Γιοσμάς, Εμμανουηλίδης κ.λ.π. δολοφόνησαν στη Θεσσαλονίκη το Μάη του 1963 το Γρηγόρη Λαμπράκη. Αλλά και οι σημερινοί απόγονοι των ΕΣ-ΕΣ είναι γνωστό πλέον σε όλους ότι είναι άνθρωποι του υποκόσμου.

Και τέλος, η τρίτη κατηγορία των ανθρώπων του Δάγκουλα ήταν αυτή των μελών φασιστικών οργανώσεων όπως αυτή της Π.Α.Ο. στη Μακεδονία που με συντονισμένες επιθέσεις κατάφερε ο Ε.Λ.Α.Σ. να διαλύσει.

Η διάκριση που προσπαθούν να κάνουν κάποιοι ιστοριογράφοι είναι ότι αυτή η τελευταία κατηγορία δεν εντάσσεται στα Τ.Α. διότι η κατοχική κυβέρνηση Ράλλη δεν είχε πάρει απόφαση να δημιουργήσει Τάγματα Ευζώνων στη Μακεδονία. Αρα οι άνθρωποι αυτοί, όπως λένε, εξαναγκάστηκαν να φτιάξουν ομάδες και να ζητήσουν όπλα από τους Γερμανούς λίγο πριν αυτοί αποχωρήσουν, για να υπερασπιστούν τις ζωές και τις περιουσίες τους από τον Ε.Λ.Α.Σ. που ήθελε να μονοπωλήσει την Αντίσταση, μην αφήνοντας σε κανέναν άλλον περιθώριο δράσης.
Μέσα σε αυτήν την κατηγορία εντάσσουν το σύνολο των τουρκόφωνων ποντίων της Μακεδονίας, Ανατολικής, Κεντρικής και Δυτικής.
Αυτό όμως που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν ιστορικό είναι ότι όλοι αυτοί οι παραπάνω που ο Ε.Λ.Α.Σ. δεν τους άφησε περιθώριο να πολεμήσουν τον κατακτητή γιατί ήθελε να μονοπωλήσει την Αντίσταση και να κατακτήσει μεταπολεμικά την εξουσία, δεν έδωσαν ούτε μια μάχη εναντίον των Γερμανών σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ακόμα κι όταν απόκτησαν όπλα, τίποτα δεν τους εμπόδισε αν ήθελαν να είχαν ένα παράλληλο αντάρτικο με τον Ε.Λ.Α.Σ. που θα πολεμούσε κι αυτό τους Γερμανούς.

Και ενώ η κυβέρνηση Παπανδρέου καταδίκασε επίσημα όλους αυτούς σαν δοσιλογικά τμήματα και τους καλούσε να στρέψουν τα όπλα τους εναντίον των Γερμανών, οι ταγματασφαλίτες όχι μόνο δεν παρέδωσαν τον οπλισμό τους, αλλά και εδώ στη Θεσσαλονίκη όπως και σε ολόκληρη τη χώρα, προετοίμασαν την αποχώρηση των Γερμανών και περίμεναν όσοι δεν έφυγαν μαζί τους, την εναλλαγή φρουράς από τους Αγγλους.

Τίποτα δεν είναι τυχαίο στην ιστορία των κοινωνιών αλλά ακόμα κι όταν υπάρξει αυτό το τυχαίο, εντάσσεται πάντα μέσα στο πλαίσιο της ιστορικής αναγκαιότητας. Μπορεί οι εθνικιστές να είχαν κάποιες αψιμαχίες με τους Ιταλούς, να έδωσαν κάποιες μάχες με τους Βούλγαρους, αλλά το ότι δεν πειράχθηκε από αυτούς ούτε ένας Γερμανός στρατιώτης έχει κι αυτό την εξήγησή του. Ο γερμανικός φασισμός ήταν ο βασικός κορμός σταθεροποίησης του καπιταλιστικού συστήματος στην Ελλάδα. Όπως κι αργότερα ο αγγλικός και αμερικάνικος ιμπεριαλισμός. Γι’ αυτό και δεν υπήρξε καμία σύγκρουση ανάμεσα στους εθνικόφρονες και στους Αγγλοαμερικάνους στρατοκράτες.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η Ελλάδα, από την απελευθέρωσή της ακόμα από τον τούρκικο ζυγό ήταν μια χώρα εξαρτημένη στο ξένο κεφάλαιο. Η δοσιλογική ελληνική μεγαλοαστική τάξη που ήταν πάντοτε δουλική απέναντι στους ξένους προστάτες της, (κάτι που φαίνεται ξεκάθαρα και σήμερα), θεώρησε ότι στην κατοχή ‘41-’44 ο γερμανικός φασισμός εξυπηρετούσε καλύτερα τα συμφέροντα της για το ξεπέρασμα της κρίσης. Αρκετά γρήγορα κατάλαβε ότι η γερμανική κατοχή ήταν κάτι προσωρινό που όταν θα περνούσε θα έπρεπε η ίδια, σαν τάξη, να παραμείνει στην εξουσία. Γι’ αυτό αρχικά συνεργάστηκε με τους Γερμανούς, έπειτα δημιούργησε και χρησιμοποίησε τα Τ.Α. και στο τέλος συνεργάστηκε με Αγγλους και Αμερικάνους ιμπεριαλιστές.

Η στρατηγική και η τακτική της ήταν ξεκάθαρη. Το αναφέρει άλλωστε και ο αρχηγός των Τ.Α., I. Ράλλης: «Οι Γερμανοί είναι ζήτημα χρόνου το πότε θα αποχωρήσουν, το θέμα είναι να μην πάρουν οι κομμουνιστές την εξουσία». Έτσι, φαίνεται ολοκάθαρα για ποιο λόγο φτιάχτηκαν τα Τ.Α. και γιατί οι άντρες της Ειδικής Ασφάλειας και της Αστυνομίας Πόλεων έπαιξαν αυτόν το ρόλο.

Και φυσικά η άποψη ότι η Αριστερά βγήκε στο βουνό, όχι για να πολεμήσει τους Γερμανούς αλλά για να αρπάζει την εξουσία, στερείται ιστορικής σοβαρότητας. Το λάθος της Αριστερός βρίσκεται ακριβώς στο ότι ενώ στην Κατοχή ήταν η μόνη συγκροτημένη πολιτικά-οργανωτικά δύναμη που στάθηκε στο λαό και δημιούργησε την ένοπλη Αντίσταση, την κρίσιμη στιγμή άφησε κενό χώρο στους Αγγλους και τον Παπανδρέου με τις γνωστές συμφωνίες Λιβάνου-Καζέρτας, με αποτέλεσμα να έρθει η Βάρκιζα και η ήττα. Ενώ λοιπόν η Αριστερά είχε κάθε λόγο να αναλάβει τα ηνία της χώρας, η έλλειψη ξεκάθαρης στρατηγικής για την κατάκτηση της εξουσίας και κατά συνέπεια τακτικής την οδήγησαν στην ήττα.

Λίγους μήνες πριν φύγουν οι Γερμανοί σε κάποια χωριά της Ελλάδας οι κάτοικοι ζήτησαν όπλα από τους κατακτητές. Ένα συγγενικό μου πρόσωπο μου είπε για το χωριό Αχλαδόκαμπος, ένα χωριό της Νότιας Αργολίδας στα σύνορα με την Αρκαδία, ότι ήταν ένα από αυτά που ήρθαν σε επαφή με τους Γερμανούς και πήραν όπλα για να προστατέψουν, όπως είπαν, το χωριό τους από τους αντάρτες. Αραγε δεν έβλεπαν οι κάτοικοι του χωριού ότι οι Γερμανοί σε όλα τα μέτωπα ηττώνται και είναι ζήτημα χρόνου το πότε θα αποχωρήσουν από την Ελλάδα; Προφανώς και γνώριζαν οι προύχοντες του χωριού τα τεκταινόμενα της εποχής, παρόλα αυτά οδήγησαν τους κατοίκους στο δοσιλογισμό και κατά συνέπεια στην καταστροφή του από τον Ε.Λ.Α.Σ.

Τι ήταν αυτό που τους οδήγησε εκεί; Όταν επισκέφτηκα εκείνα τα μέρη, το καλοκαίρι του 2008, πήγα σε εκείνο το χωριό από περιέργεια και είδα ότι σε εκείνο το ημιορεινό χωριό, από κάτω βρίσκονταν ένα πλούσιος κάμπος. Όλη η αλήθεια ανάμεσα στα χωριά του Κισά-Μπατσάκ, του Σκαπέρδα, που αρχικά επέλεξαν να μην ενταχθούν στα Τ.Α. αλλά αργότερα συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, τα πρώτα Τ.Α. που δημιουργήθηκαν επίσημα από την κατοχική κυβέρνηση Ράλλη, τους άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας και τον υπόκοσμο, συνοψίζεται σε μια ρήση του Καρλ Μαρξ που λέει: «ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΙΝΑΙ».

Η ιστορία γράφεται ανάμεσα σε αυτούς που φοβούνται να χάσουν κάτι, (την καπιταλιστική τους ιδιοκτησία), και σε αυτούς που θέλουν να απελευθερώσουν μια κοινωνική κατάσταση, δημιουργώντας μια καινούργια κοινωνική σχέση. Κάπως έτσι διαμορφώνεται η συνείδηση στους ανθρώπους και είναι αυτή που λίγο-πολύ διαμορφώνει τις απόψεις όλων μας. Για να το δούμε ακόμα πιο στενά, εννοώ ακόμα και των αριστερών ιστοριογράφων από τη μία όπως και των υπολοίπων που στοχεύουν στην απαξίωση της Εθνικής Αντίστασης και στην πλήρη υποταγή των συνειδήσεων απέναντι στο σύστημα. Αλλωστε, όποιος ελέγχει το παρελθόν ελέγχει και το μέλλον. Και βέβαια, αυτό που πρέπει να συμπληρώσουμε, είναι ότι μπορεί αρκετοί άνθρωποι να μην ήταν τότε κατασταλαγμένοι ιδεολογικοπολιτικά και να μην είχαν τη θεωρητική κατάρτιση για να υπερασπιστούν μια ιδεολογία, λίγο-πολύ όμως όλοι γνώριζαν το τι συνέβαινε στον κόσμο και με τη στάση τους - ενεργή ή απαθή - καθορίζονταν και ο βαθμός συνείδησής τους. Εν τελεί, όπως οι αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. γνώριζαν τι συνέβαινε στον κόσμο και τι επιδίωκε το Ε.Α.Μ., άλλο τόσο γνώριζε και το άλλο στρατόπεδο το ρόλο των ΕΣ-ΕΣ, το τι έγινε με τους Εβραίους και πού στόχευαν μεταπολεμικά οι ηγέτες των Τ.Α. Είναι άσχημο, μετά από 70 και πλέον χρόνια, να επιχειρείται να μειωθεί η νοημοσύνη των ανθρώπων εκείνης της ιστορικής περιόδου.

Ένα άλλο ερώτημα που προκύπτει με βάση τα παραπάνω στοιχεία είναι το εξής: θα μπορούσαν άνθρωποι σαν τον Δάγκουλα και τον Σκαπέρδα να λειτουργήσουν μέσα στον Ε.Λ.Α.Σ.; Ήταν τυχαίο πως όλος αυτός ο υπόκοσμος, οι μπράβοι, οι νταβατζήδες, οι χασισέμποροι, βρέθηκαν πλάι στην εθνικόφρονη παράταξη; Όσο αφορά τον Ε.Λ.Α.Σ., όταν ξεκίνησε ο Άρης τον αγώνα πήγε με την ομάδα του αρχικά στους «κλαρίτες» και αφού τους εξήγησε με απλά λόγια τους σκοπούς της οργάνωσης που ήταν η απελευθέρωση της πατρίδας, τους κάλεσε να συμπαραταχθούν στις γραμμές του Ε.Λ.Α.Σ.
Μιλώντας τους με ανθρώπινη γλώσσα, τους είπε ότι με την απελευθέρωση της χώρας από τους Γερμανούς, θα απελευθερωθούν και αυτοί από τα δεσμά του ληστή. Πιο συγκεκριμένα τους είπε: «Να κατεβείτε κι εσείς κάτω να φάτε ένα ζεστό πιάτο φαΐ' και να ζήσετε σαν άνθρωποι, όχι όπως τώρα που ζείτε σαν τα αγρίμια. Η πατρίδα σας χρειάζεται γιατί είστε καλοί και έμπειροι πολεμιστές». Συνεχίζοντας, τους διεμήνυσε ότι ο σκοπός που ξεκινάει ο Ε.Λ.Α.Σ. είναι πολύ σοβαρός, εφάμιλλος με αυτόν του 1821 και δεν θα ανεχθεί ο καινούργιος αυτός αντάρτικος στρατός, ενέργειες που θα προσβάλλουν την τιμή του και θα τον οδηγήσουν σε απαξίωση από την πλευρά του ελληνικού λαού. Εννοώντας ληστείες, πλιάτσικα κ.λ.π. Σε περίπτωση που συμβεί αυτό, ο Ε.Λ.Α.Σ. είναι υποχρεωμένος να τους εξοντώσει. Πράγματι, το σύνολο των «κλεφτών» εκείνης της εποχής δέχθηκε να ακολουθήσει τον Αρη μέχρι το τέλος. Εκτός από μια ομάδα κλαριτών, τους Αγοριδαίους, που δεν υπάκουσαν και που μέσα από τις γραμμές του Ε.Λ.Α.Σ. έκαναν ατασθαλίες, με αποτέλεσμα να περάσουν ανταρτοδικείο και να τουφεκιστούν.

Είναι εκατοντάδες τα παραδείγματα πειθαρχίας που μας έχουν αφηγηθεί οι αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. που αποδεικνύει γιατί αυτός ο στρατός αναπτύχθηκε και δεν περιθωριοποιήθηκε. Όπως μας έχει πει ένας αντάρτης, όταν περνούσαν από χωριά που δεν ήταν γνωστά σε αυτούς, δεν επιτρέπονταν να κόψουν από τα δέντρα ούτε ένα φρούτο για να μην θεωρηθεί κλεψιά. Η τροφοδοσία του Ε.Λ.Α.Σ. γίνονταν μόνο όταν η αντιπροσωπεία των ανταρτών έρχονταν σε επαφή με την «επιμελητεία του αντάρτη» στα χωριά που ήταν φιλικά προς τον Ε.Λ.Α.Σ. Εννοείται πως σε περιοχές που συνεργάζονταν με τον κατακτητή μετά από μάχη, ακολουθούσε απαλλοτρίωση των προϊόντων τους. Εν ολίγοις, ο Ε.Λ.Α.Σ. δεν ήταν ένα σύνολο από ατομικότητες που πολεμούσαν απλά τους Γερμανούς και από ‘κει και πέρα έκαναν ό,τι ήθελαν, αλλά μια οργάνωση που όλοι όφειλαν να πειθαρχούν στις συλλογικές αποφάσεις και στα καθήκοντά της.

Οι ίδιοι οι αντάρτες μαχητές θεωρούσαν ότι κυοφορούσε μέσα τους ένας άλλος κόσμος, για αυτό και διατηρούσαν συνειδητή πειθαρχία. Έτσι κατορθώθηκε να φτιαχτεί ο μεγαλύτερος εθελοντικός στρατός στην ιστορία της χώρας. Να γιατί άνθρωποι σαν τον Σκαπέρδα και τον Δάγκουλα δεν μπόρεσαν να σταθούν στον Ε.Λ.Α.Σ. και διάφοροι άλλοι τυχοδιώκτες βρέθηκαν στο αντίπαλο στρατόπεδο.

Και βέβαια, το ερώτημά μας είναι: πώς όλος αυτός ο υπόκοσμος (εκβιαστές, μαυραγορίτες κ.λ.π.) αν δεν βρίσκονταν στο χώρο της εθνικοφροσύνης πλάι στους ναζί του Χίτλερ, πού αλλού θα μπορούσε να βρεθεί;

Ένας από τους κώδικες της αντρικής τιμής λέει πως ένας άντρας οφείλει να κοιτάει τον άλλον μες στα μάτια. Κάποιος αντάρτης του Ε.Λ.Α.Σ.-Ο.Π.Λ.Α., όταν βρέθηκε τυχαία σε έναν έλεγχο από τα Τ.Α., μας είπε ότι οι ταγματασφαλίτες δυσανασχετούσαν όταν κάποιος τους κοιτούσε ευθεία στα μάτια.
Τί να  δήλωνε άραγε αυτό; Ψευτομαγκιά, φόβο, ντροπή; Και τα τρία μαζί; Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως μετά την επικράτηση της Ακρας Δεξιάς στον εμφύλιο πόλεμο, οι περισσότεροι από αυτούς ντρέπονταν να δηλώσουν ανοικτά ότι την περίοδο της κατοχής ήταν στα Τ.Α., με προσφιλές παράδειγμα αυτό του δικτάτορα Παπαδόπουλου που το έκρυβε επιμελώς.
Το ίδιο κάνουν και οι σημερινοί απόγονοι των παραπάνω, που ντρέπονται να δηλώσουν ανοιχτά ότι είναι ναζιστές και χωρίς ίχνος τσίπας, από τη μία φωνάζουν «τιμή σε χύτες και ταγματασφαλίτες» και από την άλλη θέλουν να καταθέσουν στεφάνι στο Χορτιάτη για τα θύματα που προξένησαν οι Γερμανοί και τα Τ.Α.

Σίγουρα οι Χρυσαυγίτες έχουν κάθε λόγο να ντρέπονται να δηλώσουν ανοιχτά στον κόσμο το ποιοι είναι και τι πρεσβεύουν, απλά θα θυμίσουμε μια ρήση ενός δικού τους θεωρητικού, που είχε πει κάποτε: «Αν δεν μπορείς να κάνεις θυσίες για τις ιδέες σου, τότε δεν αξίζεις είτε εσύ είτε οι ιδέες σου». Και όπως αποδεικνύεται για άλλη μια φορά πως δεν αξίζουν ούτε αυτοί, ούτε οι ιδέες τους.

Υπάρχει ακόμα η συντηρητική άποψη από την εποχή του εμφυλίου μέχρι και σήμερα, που λέει ότι οι αντάρτες «χτυπούσαν» περισσότερο τους Έλληνες αντιπάλους τους παρά τους Γερμανούς. Η άποψη αυτή στερείται πολιτικής σοβαρότητας γιατί οι γερμανικές απώλειες δεν ήταν λίγες. Από την άλλη, απ’ τη στιγμή που τα Τ.Α. και οι συνεργάτες τους πολεμούσαν πλάι στις γερμανικές ναζιστικές δυνάμεις κατοχής τοποθετούνταν από μόνοι τους στις ξένες δυνάμεις κατοχής και είναι λογικό να είχαν τέτοια αντιμετώπιση από τους αντιστασιακούς.

Αυτό συνέβη σε όλες τις κατεχόμενες χώρες στην Ευρώπη. Στη Γαλλία μάλιστα, αρκετές χιλιάδες δοσίλογοι καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν μεταπολεμικά. Το σημαντικότερο όμως από όλα, με βάση την έρευνά μας για δημιουργία αυτού του βιβλίου, είναι πως δεν υπήρξε μπλόκο, βασανιστήριο ή ολοκαύτωμα που δεν είχαν συμμετάσχει ή δώσει πληροφορίες οι Έλληνες συνεργάτες των Γερμανών.
Με δικές τους πρωτοβουλίες, χωρίς να ασχολούνται πολύ οι Γερμανοί, έκαναν εκκαθαρίσεις ή μαζικές εκτελέσεις όπως αυτές των 101 ατόμων στο Γαλλικό ποταμό και τους 147 σκοτωμένους μέσα σε μια νύχτα σε διάφορα σημεία της πόλης. Αναπόφευκτα λοιπόν οι Έλληνες συνεργάτες των Γερμανών αποτελούσαν τον πρώτο στόχο των αντιφασιστικών δυνάμεων και με βάση τις παραπάνω ενέργειες ήρθε σαν αποτέλεσμα ο Μελιγαλάς, οι Γαργαλιάνοι, το Κιλκίς, η Τριάδα κ.λ.π.

Το σημαντικότερο όμως γεγονός που παραμένει αναμφισβήτητο παρά τη ματαιότητα ορισμένων να προσπαθούν να παρουσιάσουν την Αντίσταση ως άσκοπη λόγω των πολλών θυμάτων είναι: ο Ε.Λ.Α.Σ. και ο ελληνικός λαός με την ένοπλη του αντίσταση καθήλωσαν στην Ελλάδα (10-12) Μεραρχίες γερμανικές που σε διαφορετική περίπτωση οι παραπάνω Μεραρχίες θα είχαν φύγει προς το βορά και θα είχε κερδηθεί ο πόλεμος της Ευρώπης απ’τους ναζί. Νά ποια ήταν η σημαντικότερη προσφορά του ελληνικού αντιστασιακού κινήματος.

Τελευταία συνηθίζεται πολύ να λέγεται ότι την ιστορία την γράφουν οι νικητές.Όμως οι νικημένοι επιστρέφουν πάντοτε για να πάρουν εκδίκηση με την ιστορική μνήμη.Ας μην επιτρέψουμε σήμερα σε ορισμένους να πάρουν τη ρεβάνς απ’την ιστορική μνήμη.

Πριν από περίπου τέσσερα χρόνια, μεσούσης της καπιταλιστικής κρίσης και αρχή της ανόδου του φασισμού στην Ελλάδα, μου ήρθε η ιδέα να κάνω μια ιστορική έρευνα για την περίοδο της κατοχής που θα περιλαμβάνει ό,τι πληροφορίες υπήρξαν από τις μάχες (μικρές και μεγάλες) που έγιναν στην πόλη της Θεσσαλονίκης, αλλά και στις γύρω από αυτήν περιοχές. Θεωρώντας ότι δεν υπήρξε κάποιο παρόμοιο βιβλίο που να καλύπτει αυτή την ύλη, επιχείρησα να προβώ σε αυτό το εγχείρημα. Αν και θεωρώ ότι η δράση εκείνης της εποχής δεν μπορεί να εξαντληθεί μέσα σε ένα βιβλίο. Πάντοτε θα υπάρχουν πληροφορίες που δεν κατόρθωσαν να βρουν τον αποδέκτη τους και που ίσως δεν τον βρουν και ποτέ. Προφανώς η κάθε έρευνα μπορεί να βρει συνεχιστές που θα προσθέσουν νέες πληροφορίες ή ακόμα και να αμφισβητήσουν παλιές και να καταλήξουν σε διαφορετικά συμπεράσματα. Εξάλλου τα επιχειρήματα είναι αυτά που προσδίδουν στην έρευνα την όποια ιστορική βαρύτητα.

Το ξέσπασμα λοιπόν της καπιταλιστικής κρίσης σε συνδυασμό με την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη ήταν η αιτία να κάνω αυτή την ιστορική έρευνα.

Σε αυτή τη μάχη της ιστορικής μνήμης απέναντι στη λήθη της εξουσίας, τα μονοπάτια που είχα να διαβώ ήταν γνωστά. Μαρτυρίες ανθρώπων ή συγγενών τους που έδρασαν εκείνη την εποχή, μελέτη πλούσιας ιστορικής βιβλιογραφίας, ψάξιμο σε εφημερίδες και επίσημα έγγραφα της κατοχικής περιόδου.

Όσο για εμάς δεν έχουμε να κρύψουμε κάτι. Αλλωστε από παλαιότερα τις προθέσεις μας τις έχουμε δείξει. Ανήκουμε σε εκείνη τη σχολή όλων αυτών που δεν γράφουν ποίηση, φιλοσοφία, ιστορία για να κάνουν το κέφι τους αλλά για να αλλάξουν τον κόσμο. Και συνάμα είμαστε ελεύθεροι γιατί δεν δεσμευόμαστε από κάποια ακαδημαϊκή καριέρα. Εν ολίγοις θεωρούμε πως δεν έχει ουσία να κάνει κανείς μια ιστορική έρευνα χωρίς να στοχεύει στην εποχή του. Αλλωστε η ιστορική εμπειρία είναι αυτή που καθορίζει και την εξέλιξη των επιστημών, της τεχνολογίας, των κοινωνικών σχέσεων και όλων των πτυχών της ζωής. Κι εμείς, μια επιστήμη γνωρίζουμε πραγματικά, την επιστήμη της ιστορίας.

Πραγματοποιώντας δύο μεγάλες ιστορικές έρευνες γνώρισα αρκετούς παρτιζάνους εκείνης της εποχής. Μιας εποχής που ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης αποτύπωσε σε ένα από τα ποιήματά του σαν «τη χαμένη γενιά». Ο κάθε αγωνιστής είχε κάτι συγκλονιστικό επάνω του.
Μία συνάντηση που θα μου μείνει ανεξίτηλη ήταν εκείνο το Δεκέμβρη του 2008. Είχα προγραμματισμένο ένα ταξίδι στην Αθήνα για κάποιες δουλειές και για να συναντήσω μία από τις μεγαλύτερες μορφές του επαναστατικού κινήματος στην Πελοπόννησο την  περίοδο 1941-1949. Τον Αρίστο Καμαρινό.

Εκείνο το απόγευμα της Τετάρτης, τέσσερις μέρες μετά τη δολοφονία Γρηγορόπουλου βρέθηκα κι εγώ μέσα στο Πολυτεχνείο. Εγκλωβισμένος όλη τη νύχτα μέσα στο κτήριο, εισπνέοντας δεκάδες χημικά ασφυξιογόνα χωρίς να έχω κοιμηθεί ούτε λεπτό. Την άλλη μέρα το πρωί στις 11 είχα ραντεβού με τον Αρίστο Καμαρινό. Κι ενώ ήμουν χάλια λόγω της παραπάνω κατάστασης, στο ραντεβού όμως έπρεπε να πάω. Δεν ξέρω αν θα υπήρχε για μένα άλλη ευκαιρία να ξανασυναντηθώ με αυτό τον άνθρωπο. Παρ'όλα αυτά, και ενώ ψάχναμε με τον οδηγό ταξί που δεν ήξερε ούτε και αυτός το σπίτι, συμπτωματικά βρεθήκαμε εκεί ακριβώς την ώρα του ραντεβού. Εκεί ο Αρ. Καμαρινός με περίμενε έξω και εντυπωσιάστηκε για την ακρίβεια που έφτασα στην ώρα μου ενώ δεν γνώριζα την πόλη.

Όσον αφορά στις εντυπώσεις μου για τον ίδιο, τι να πω; Για την ευγένεια και την απλότητα; Για τη διαύγεια της σκέψης του; Για την αντιμετώπιση που είχα απέναντι του σαν έναν ισότιμο άνθρωπο που άκουγε προσεκτικά; Ένας άνθρωπος ζωντανός θρύλος που είχε πολεμήσει σε όλες τις μεγάλες μάχες της Νοτίου Πελοποννήσου στην Κατοχή Μελιγαλά, Γαργαλιάνους... και σε άλλες τόσες στον εμφύλιο πόλεμο και σώθηκε με μυθιστορηματικό τρόπο.

Πάνω στη συζήτηση δεν μπορούσα να μην ρωτήσω τη γνώμη του για την νεολαιίστικη Δεκεμβριανή εξέγερση του ’08 μετά τη δολοφονία δεκαεξάχρονου μαθητή από μπάτσο. Ο Καμαρινός κουνώντας το κεφάλι καταφατικά και χαμογελώντας σεμνά μου είπε: «Εσείς οι νέοι θα πρέπει να προετοιμάζεστε, να μελετάτε το έδαφος, τους δρόμους, τα στενά, τα πάντα, γιατί όλα θα κριθούν στις πόλεις». Αμέσως μετά μου δημιουργήθηκε η απορία να τον ρωτήσω «Και το Κόμμα;». Δεν πειράζει, μου λέει. Ασε το κόμμα να λέει ότι θέλει. Ίσως είναι καλύτερα έτσι. Μου είπε ακόμα για τους μπολσεβίκους που συμμετείχαν σε αυθόρμητες εξεγέρσεις χωρίς να υπάρχει καμιά προοπτική επιτυχίας, αλλά αυτοί βρίσκονταν εκεί δίπλα στο λαό προσπαθώντας να μετατρέψουν την αυθόρμητη εξέγερση σε συνειδητή δράση. Κάτι που θα μου μείνει αξέχαστο από εκείνη τη συνάντηση με τον Αρ. Καμαρινό ήταν το τραγούδι που μου είπε πως έλεγαν οι αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. στην Πελοπόννησο λίγο πριν δώσουν μάχη με τις ναζιστικές δυνάμεις:

“Θύελλες άνεμοι γύρω μας πνέουν τέκνα του σκότους εμάς τριγυρνούν σε ύστερες μάχες καλούμαστε πάλι και άγνωστες τύχες εμάς καρτερούν στη μάχη, στην πάλη, στον τίμιο αγώνα κείνοι που πέσανε θα δοξαστούν και οι απόγονοι στις συγκεντρώσεις τα ονόματά τους θα διαλαλούν”

Ύστερα από αυτή τη συνάντηση μου ήρθε στο μυαλό πως η ιστορία της κατεχόμενης Ελλάδας όπως και ολόκληρη η ιστορία της πάλης των τάξεων μπορούμε να τη δούμε σαν μια σκυταλοδρομία ανθρώπων που πάνε τη ζωή μπροστά ή πίσω ανάλογα με τις δυνάμεις που διαθέτουν. Ο κάθε αθλητής αντιπροσωπεύει την εποχή του, που τελειώνοντας την κούρσα του, δίνει τη σκυτάλη στον επόμενο για να συνεχίσει αυτός.

Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν διαλέγουμε τις εποχές που ζούμε και η σημερινή εποχή είναι δύσκολη γιατί θα πρέπει να διαχειριστούμε την ήττα της συλλογικής σκέψης και πρακτικής του παρελθόντος.

Η πρώτη απόπειρα κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης που επιχειρήθηκε τον 20ο αιώνα με βάση το όραμα και την επιστημονική σκέψη του Μαρξ απέτυχε παντού. Από τις σοσιαλιστικές επαναστάσεις στην Ευρώπη, την Ασία και την Λατινική Αμερική έως τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που έδωσαν τη θέση τους σε έναν πιο άγριο και αδηφάγο καπιταλισμό στο δυτικό κόσμο από τη μία και σε σκοταδιστικά θρησκευτικά κινήματα στις χώρες του τρίτου κόσμου, που κι αυτά με τη σειρά τους απαξιώνουν πλήρως την ανθρώπινη ύπαρξη.

Και κάπου εδώ είναι η δυσκολία να κινηθούν οι κοινωνίες προς τα εμπρός. Η πρόσφατη με βάση τον ιστορικό χρόνο κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων και η πλήρης κυριαρχία της εξατομίκευσης στην κοινωνική ζωή έκαναν δυνατή την ανάδυση ενός μικροαστικού τρόπου ζωής και σκέψης που τα σημάδια του βιώνουμε ως και σήμερα. Με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης το 2008 είναι φανερό πως οι κοινωνίες βρέθηκαν απότομα σε μια  έα εποχή. Τώρα δίνεται η δυνατότητα στους ανθρώπους να αναμετρηθούν πραγματικά με την εποχή τους.

Ο καπιταλισμός μπορεί μέχρι σήμερα να έχει κερδίσει όλες τις μάχες όχι όμως και τον πόλεμο. Οι πολιτικοί-ταξικοί αγώνες που υπάρχουν και που προφανώς θα γενικευτούν λόγω της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης είναι αυτοί που θα βάλουν τις βάσεις για την οργάνωση κάτω από την κόκκινη σημαία του προλεταριάτου με το διαχρονικό σύνθημα «τάξη εναντίον τάξης». Μέσα από τη φωτιά και το σίδερο θα ξεπεταχθούν νέα στελέχη, νέοι ηγέτες, νέοι ποιητές, νέοι επαναστάτες, που ξεπερνώντας την πολιτική σύγχυση και την αστική ιδεολογία θα δημιουργήσουν την επαναστατική θεώρηση που θα αντιπροσωπεύει τις συνθήκες της εποχής. Έτσι, λίγο-πολύ γίνονταν πάντα.

Υπήρξαν αρκετοί σταθμοί στην ιστορία του εργατικού κινήματος που σηματοδότησαν τις προλεταριακές επαναστάσεις. Σίγουρα η ανάλυση του Μαρξ ως προς την καπιταλιστική οικονομία και το σχέδιο προς την κοινωνική και ατομική χειραφέτηση αποτελούν την αρχή όλων. Φυσικά η Κομμούνα του Παρισιού η πρώτη στην ιστορία προλεταριακή επανάσταση και βέβαια η επανάσταση των Μπολσεβίκων το 1917 που για πρώτη φορά νικήθηκε η αστική εξουσία, ανοίγοντας το δρόμο για μια σειρά άλλων επαναστάσεων. Η Ρώσικη επανάσταση πέρα του ότι έλυσε σημαντικά προβλήματα της εποχής υπάρχει για να μας υπενθυμίζει κάτι ακόμα. Πως παρά τις δυσκολίες των καιρών μπορεί να σπάσει ο καπιταλιστικός κρίκος. Προφανώς η σημερινή εποχή δεν είναι ίδια με το 1917 και αυτό φαίνεται και στο ότι κομμουνιστικά κόμματα δεν υπάρχουν στις πιο ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες για τουλάχιστον μισό αιώνα. Παρόλα αυτά το ζήτημα της οργάνωσης των λαϊκών τάξεων στην εποχή μας παραμένει ένα σημαντικό στοίχημα για τη σημερινή γενιά.

Όλο και περισσότεροι άνθρωποι συνειδητοποιούν πλέον ότι για να πολεμήσεις και να νικήσεις έναν πολύ ισχυρότερο αντίπαλο θα πρέπει να συγκεντρώσεις τεράστιες δυνάμεις σε όλα τα πεδία. Μια κοινωνία οργανωμένη με στόχους και σχέδιο μπορεί να ελπίζει κάπου, ενώ μια ανοργάνωτη χωρίς όραμα δεν έχει καμιά ελπίδα. Το επαναστατικό κίνημα σήμερα έχει δύο δρόμους να διαλέξει. Ή θα πάρει μια οργανωμένη κομμουνιστική μορφή με ενιαία πολιτική, συνδικαλιστική και ενίοτε ημιστρατιωτική οργάνωση ή θα συνεχίσει να παραπαίει σε μια αναρχίζουσα κατάσταση από μικροοργανώσεις-ομαδοποιήσεις που το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να αναπαράγουν τα πολιτικά και προσωπικά τους αδιέξοδα.

Η σημερινή περίοδος είναι ιστορικά κρίσιμη και σε περιόδους κρίσεων ο φασισμός βρίσκεται πάντα στη γωνία περιμένοντας τη στιγμή να αρπάξει την εξουσία. Χωρίς να παραβλέπουμε ότι ο φασισμός είναι καπιταλισμός στην πιο σκληρή του μορφή και πως τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ανθρωπότητα τις προκαλούν σήμερα οι Η.Π.Α., η Ε.Ε. με τους ληστρικούς τους οργανισμούς (Ν.Α.Τ.Ο., Ε.Κ.Τ.-Δ.Ν.Τ. κ.λπ.), από την άλλη όμως δεν πρέπει να παραβλέπουμε και την άνοδο σε ολόκληρη την Ευρώπη εθνικιστικών και φασιστικών κομμάτων που σε ορισμένες χώρες μάλιστα συγκυβερνούν. Όπως Ουγγαρία, Ουκρανία ή ακόμα Αυστρία, Εαλλία, Ελλάδα κ.λπ.

Επομένως υπάρχει πάντα ο κίνδυνος σε μια απότομη διάλυση της Ε.Ε. σε συνδυασμό με την απουσία ενός οργανωμένου επαναστατικού κινήματος, το διεθνές κεφάλαιο να παραδώσει την εξουσία στα παραπάνω κόμματα σε μια προσπάθειά του να ξεπεράσει την κρίση.

Όσο αφορά τη χώρα μας, προφανώς δεν περιμένουμε μια χώρα σαν την Ελλάδα με ένα Α.Ε.Π. 0,2% της Ε.Ε. να καθοδηγήσει κοινωνικές επαναστάσεις. Έχει παίξει όμως σημαντικό ρόλο την τελευταία οκταετία και μπορεί να παίξει ακόμα μεγαλύτερο στη διαμόρφωση ενός οργανωμένου επαναστατικού κινήματος. Δεδομένου όμως ότι η σημερινή «αριστερή» κυβέρνηση γελοιοποιείται καθημερινά θεωρούμε πως το ελληνικό επαναστατικό κίνημα οφείλει να δώσει τρεις σημαντικές μάχες για να αποτρέψει την όποια προσπάθεια φασιστικής εκτροπής. Τη μάχη της ιστορικής μνήμης που πρέπει να δοθεί σε κάθε τόπο. Με συγγραφή και επανέκδοση ιστορικών βιβλίων εκείνης της ταραγμένης περιόδου των δεκαετιών 1920-1970 τη δημιουργία αντιφασιστικών εκδηλώσεων και προβολών ανάλογου περιεχομένου ταινιών και ντοκιμαντέρ που αφορούν την Ελλάδα αλλά και τις χώρες της Ευρώπης.

Όπως ακόμα, οι αντιφασιστικές δυνάμεις της χώρας οφείλουν να καθιερώσουν την ημέρα απελευθέρωσης από τον Ε.Λ.Α.Σ. της κάθε πόλης, από τους Εερμανούς ναζί κατακτητές και τους συνεργάτες τους.

Η μάχη του δρόμου είναι μια άλλη μάχη που δίνεται μέχρι στιγμής με επιτυχία. Κανένας ζωτικός χώρος, καμία περιοχή δεν πρέπει να αφεθεί στους ρατσιστές και μισαλλόδοξους νεοναζί που το μόνο που γνωρίζουν να κάνουν είναι πογκρόμ, μαχαιρώματα, δολοφονίες. Δυστυχώς αυτήν την μάχη τη δίνει σχεδόν μόνη της η αναρχική νεολαία, χωρίς την ουσιαστική στήριξη κομματιών της αριστεράς και αυτό είναι προς τιμήν του αντιεξουσιαστικού κινήματος.

Τρίτον και σημαντικότερο που είναι ταυτόχρονα ζήτημα θεωρητικό και πρακτικό και δεν αφορά μόνο την Ελλάδα αλλά ολόκληρο τον κόσμο είναι: για να νικήσεις το φασισμό θα πρέπει να αποδείξεις στους ανθρώπους ότι θα μπορεί να υπάρξει ζωή μετά τον καπιταλισμό. Έναν καπιταλισμό που θα πρέπει να τον δούμε σαν μια κοινωνική σχέση που κρατάει τα κλειδιά της επιβίωσης και με αυτά εκβιάζει τους ανθρώπους.

Εν αντιθέσει με το δικό μας στρατόπεδο, το επαναστατικό, που αναμένει από τους ανθρώπους εθελοντικό, συνειδητό και μακροχρόνιο αγώνα για τη δημιουργία αταξικής κοινωνίας και κάπου εκεί είναι η δυσκολία.

Για να προχωρήσει παραπέρα η θεωρητική σκέψη θα πρέπει να απαντηθούν τρία σημαντικά ερωτήματα του παρελθόντος που παραμένουν μετά το 1917 έως και σήμερα άλυτα: Γιατί κανένα επαναστατικό κίνημα στον κόσμο δεν κατόρθωσε να νικήσει τη σοσιαλδημοκρατία; Τι ήταν αυτό που απέτυχε στις νικηφόρες επαναστάσεις του 20ου αιώνα και φθάσαμε ως εδώ; Όπως και γιατί το άλλο ρεύμα του εργατικού κινήματος, ο αναρχισμός δεν κατόρθωσε να επικρατήσει πουθενά στον κόσμο;

Παρόλα αυτά οφείλουμε να παίρνουμε υπόψη μας ότι οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία τους τις περισσότερες φορές ασυνείδητα, ενώ κάποιες λίγες φορές περισσότερο συνειδητά όπως η εποχή που αναφερόμαστε στο βιβλίο. Ιδιαίτερα η σημερινή γενιά έχει πολλά να μάθει από τη διαδρομή του αντιφασιστικού κινήματος της Θεσσαλονίκης (1941-1944) που παρόλη την καθυστέρησή του να ξεκινήσει το μαζικό ένοπλο αντάρτικο στην πόλη ολοκλήρωσε την αποστολή του όπως οφείλει να ολοκληρώνει ένα επαναστατικό κίνημα.

Μια υπόσχεση που παραμένει ανοιχτή από την εποχή εκείνη είναι πως πέρα από τη ρήξη με τον παλιό παρηκμασμένο κόσμο, την πίστη για την κοινωνική χειραφέτηση και τη βεβαιότητα της προόδου, ο επαναστάτης κομμουνιστής ενσάρκωνε ταυτόχρονα την πίστη του στο άτομο και τη δυνατότητά του να εξελιχθεί και να προοδεύσει παρά τις όποιες δυσκολίες της ζωής.

Όπως έχει πει και ο Μαρξ μέσα από την ίδια τους την πράξη οι άνθρωποι αλλάζουν ταυτόχρονα τόσο την κοινωνία όσο και την ίδια τους τη συνείδηση.

Η ανθρωπότητα έχει ανάγκη σήμερα όσο ποτέ άλλοτε από ανθρώπους που να αγαπούν τη ζωή και να πιστεύουν στο δίκιο, που η ανιδιοτέλεια και το ήθος τους να μπορούν να συγκριθούν με εκείνη των πρώτων κομμουνιστών. Όλων εκείνων των νέων παιδιών που προτίμησαν ένα υγρό σκοτεινό κελί από μια αναξιοπρεπή ελευθερία. Όλων εκείνων των ανθρώπων που «έπεσαν» για να θριαμβεύσει η ζωή, έστω και αν αυτό το όνειρο έμεινε ανολοκλήρωτο. Κάποιοι αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. κατεβαίνοντας από κάποιο βουνό της Ηπειρωτικής Ελλάδας για να βρεθούν στη μάχη, γνωρίζοντας καλά πως ορισμένοι από αυτούς δε θα γυρίσουν πίσω... τραγουδούσαν ένα τραγούδι προτρέποντας τους ίδιους και τον κόσμο γύρω τους να μην αναβάλουν τίποτα για το αύριο. Σε περιόδους πολέμων και καταστροφών οι άνθρωποι ζούνε πιο έντονα και πιο αληθινά την κάθε στιγμή σαν να είναι η τελευταία. Το τραγούδι αυτό έλεγε:

«Κόψε το ρόδο πριν μαραθεί. Ο χρόνος φεύγει πετάει Κι ο ανθός που σήμερα χαμογελά Αύριο θα ’χει πεθάνει».

Όλα τα παραπάνω αποτελούν για εμάς ίσως τη μόνη μας κληρονομιά.

 Πιστεύοντας ακράδαντα πως όπως κάθε θεωρητικό ζήτημα που βρίσκει την απάντησή του στην πράξη, έτσι και οι μελλούμενες γενιές μέσα από τους αγώνες τους θα δώσουν τις απαντήσεις για τα λάθη του παρελθόντος, δημιουργώντας ταυτόχρονα τον κόσμο του μέλλοντος. Εκείνο όμως που μας έχει δείξει ολόκληρη η ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών είναι ότι: χωρίς επαναστατική θεώρηση δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατική οργάνωση. Χωρίς επαναστατική οργάνωση δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνική επανάσταση. Και αυτό που λείπει σήμερα είναι σίγουρα η επαναστατική θεώρηση που θα αντιπροσωπεύσει τις συνθήκες της εποχής.
Τότε έννοιες όπως ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, θα αποκτήσουν πραγματικό περιεχόμενο, αγκαλιάζοντας την ανθρωπότητα σαν ένα όμορφο τριαντάφυλλο στο μακρύ ταξίδι της Ιστορίας.

Ο επίλογος από το βιβλίο του Τάσου Κατσαρού "Οι αντάρτες δεν προσκυνούν"
{[['']]}

Καλλιτέχνες, διανοούμενοι και πολιτικοί «εφ' όπλου λόγχη»... #7

Σύμφωνα με μαρτυρίες των ίδιων (ή τρίτων), στα «Δεκεμβριανά» πήραν μέρος – με τον έναν ή άλλον τρόπο – αρκετοί «επώνυμοι» (από τότε ή αργότερα) άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών.

 Ανάμεσά τους οι:

Από τις τάξεις του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ

Οι μουσικοσυνθέτες Μίκης Θεοδωράκης(*), Μάνος Χατζιδάκις, Ιάννης Ξενάκης (και αρχιτέκτονας). Οι ποιητές Μιχάλης Κατσαρός (και ζωγράφος), Αλέξης Πάρνης (και θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος), Τίτος Πατρίκιος. Οι διανοούμενοι και πανεπιστημιακοί Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος (φιλόσοφος, καθηγητής πανεπιστημίου και ακαδημαϊκός), Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ (ιστορικός/βυζαντινολόγος, καθηγήτρια πανεπιστημίου και ακαδημαϊκός), Κώστας Αξελός (φιλόσοφος, καθηγητής πανεπιστημίου). Οι ηθοποιοί Αιμίλιος Βεάκης, Μίμης Φωτόπουλος, Δήμος Σταρένιος. Οι Θανάσης Χατζής (συγγραφέας), Μέμος Μακρής (γλύπτης), Μάνος Ζαχαρίας (σκηνοθέτης) κ.ά.

ΕΛΑΣίτης ήταν στα «Δεκεμβριανά» και ο ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού Νίκος Γόδας, ο οποίος στις 13 Ιούλη 1945 καταδικάστηκε από το «κράτος των εθνικοφρόνων» σε θάνατο και έμεινε στη φυλακή της Κέρκυρας μέχρι το ξημέρωμα της 19ης Νοέμβρη 1948, όταν και εκτελέστηκε ως αμετανόητος κομμουνιστής, με τελευταία του επιθυμία να φοράει τη φανέλα του Ολυμπιακού!


Στον κυβερνητικό στρατό

Τα πιο γνωστά ονόματα που αναφέρονται είναι οι πολιτικοί Γεώργιος Ράλλης (πρωθυπουργός το 1980-81), Αναστάσιος Πεπονής (υπουργός σε πολλές κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ), Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης (πανεπιστημιακός και πολιτικός, διετέλεσε υπουργός στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή και εν συνεχεία υπουργός σε κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου). Επίσης ο ταξίαρχος τεθωρακισμένων Στυλιανός Παττακός (το γνωστό πρωτοπαλίκαρο της απριλιανής χούντας του 1967), ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Ζάχος Χατζηφωτίου, κ.ά.
O 19χρονος τότε Μίκης Θεοδωράκης εικονίζεται και σε φωτογραφία κρατώντας μια σημαία, κατά τη διάρκεια του ματωμένου συλλαλητηρίου του ΕΑΜ στην Πλατεία Συντάγματος (Κυριακή 3 Δεκέμβρη 1944). Τον Μάρτιο του 2015 ο Μίκης είχε δηλώσει ότι επιθυμεί ο τάφος του να γράφει «Πολέμησε στον Δεκέμβρη»! Ο Μίκης ήταν από το 1943 μέλος του εφεδρικού ΕΛΑΣ, ενώ κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου (1946 – 1949) συνελήφθη και εξορίστηκε στην Ικαρία και στη Μακρόνησο

«Δεκέμβρης '44» και ο Εμφύλιος στον κινηματογράφο

Μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού είναι οι κινηματογραφικές αναφορές στα «Δεκεμβριανά». Εκτός από την κορυφαία ταινία «Ο Θίασος» (1975) του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ελάχιστες είναι οι ταινίες μεγάλου μήκους με φόντο τον «Δεκέμβρη '44» και τον Εμφύλιο που ακολούθησε.

* «Η αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδας» (1948) - Των Μάνου Ζαχαρία και Γιώργου Σεβαστίκογλου. Πρόκειται για (γυρισμένο στον Γράμμο) ντοκιμαντέρ, που παρήχθη για τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ).



* «Η κάθοδος των εννέα» (1984) - Του Χρήστου Σιοπαχά.



* «Καλή Πατρίδα Σύντροφε» (1986) - Του Λευτέρη Ξανθόπουλου.


* «Ο Ηνίοχος» (1995) - Του Αλέξη Δαμιανού (σσ. κατά τον ίδιο αντανακλούσε και βιώματά του ως καπετάνιου του ΕΛΑΣ στη Ρούμελη, αλλά από άλλους αμφισβητείται ότι είχε τέτοιο πόστο και δράση στην Εθνική Αντίσταση).



* «Ψυχή βαθιά» (2009) - Του Παντελή Βούλγαρη.


Πηγή: Ζήσης Ι. Καραβάς, δημοσιογράφος - "Κουτί της Πανδώρας"

{[['']]}

Ο Σκόμπι και το πουλί (του)... #6

Ποιος ήταν ο βρετανός στρατηγός-πιστός εκτελεστής των εντολών και του σχεδίου του Τσώρτσιλ στα «Δεκεμβριανά»

Αναμφίβολα, κεντρικό/πρωταγωνστικό ρόλο στα «Δεκεμβριανά» διαδραμάτισε ο Άγγλος στρατηγός Ρόναλντ Μακένζι Σκόμπι (1893-1969). Ο Σκόμπι πολέμησε κατά τον A' Παγκόσμιο Πόλεμο, το τέλος του οποίου τον βρήκε με τον βαθμό του λοχαγού. Τα χρόνια του Μεσοπολέμου υπηρέτησε στο βρετανικό Γενικό Επιτελείο και έγινε σημαντικό στέλεχός του. Κατά τον B' Παγκόσμιο Πόλεμο, με τον βαθμό του υποστρατήγου, διετέλεσε διοικητής μεραρχίας στη Βόρεια Αφρική και στο Τομπρούκ το καλοκαίρι του 1941, όταν τα γερμανικά στρατεύματα υπό τον στρατηγό Ρόμελ πολιόρκησαν την πόλη. Το 1942 ο Σκόμπι τοποθετήθηκε διοικητής της νήσου Μάλτας.

Στον ελληνικό Εμφύλιο ενεπλάκη με τη Συμφωνία της Καζέρτας (27 Σεπτέμβρη 1944), η οποία προέβλεπε ότι ο στρατηγός Ρόναλντ Σκόμπι, διοικητής των αγγλικών στρατευμάτων που επρόκειτο να αποβιβαστούν στην Ελλάδα, ανελάμβανε και την ανωτάτη διοίκηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, τουτέστιν και των ανταρτικών δυνάμεων που δρούσαν στη χώρα. «Αι ανταρτικαί δυνάμεις τίθενται υπό τας διαταγάς της Ελληνικής Κυβερνήσεως, η οποία τας θέτει υπό τας διαταγάς του Στρατηγού Σκόμπι», ήταν η ακριβής διατύπωση στο κείμενο της εν λόγω Συμφωνίας.

O Άγγλος στρατηγός Ρόναλντ Μακένζι Σκόμπι (αριστερά) με τον Άγγλο στρατάρχη Χάρολντ Αλεξάντερ στο Μέγαρο Σλήμαν επιθεωρούν τα βρετανικά στρατεύματα (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)

Έτσι, κατά τις μάχες της Αθήνας τον Δεκέμβρη '44, ουσιαστικά ήταν το απόλυτο (στρατιωτικό) αφεντικό της αντιΕΑΜικής παράταξης. Άλλωστε, όντας μπιστικός του Γουίνστον Τσώρτσιλ ήταν και ο κυριότερος εκτελεστής των σχεδίων του βρετανού πρωθυπουργού για την υπαγωγή της Ελλάδας στην αγγλική σφαίρα επιρροής. Είναι χαρακτηριστικό και εξόχως αποκαλυπτικό το περιεχόμενο του μηνύματος (με εντολές για τα «Δεκεμβριανά») που έστειλε στον Σκόμπι ο Τσώρτσιλ: «Είσθε υπεύθυνος διά την τήρησιν της τάξεως εις Αθήνας και διά την καταστροφήν όλων των ομάδων EAM-ΕΛΑΣ αι οποίαι πλησιάζουν εις την πόλιν. Δύνασθε να λάβετε όλα τα μέτρα που θα θεωρήσετε σκόπιμα διά τον έλεγχον των οδών και την παγίδευσιν των ταραξιών... μη διστάσετε να πυροβολήσετε εναντίον παντός ενόπλου... Μη διστάσετε να ενεργήσετε ως να ευρίσκεσθε εις μόλις καταληφθείσαν πόλιν όπου έχει εκραγεί επαναστατικόν κίνημα». Παράλληλα, με άλλο τηλεγράφημά του στον άγγλο πρεσβευτή στην Αθήνα Ρέτζιναλντ Λίπερ, τον ειδοποιούσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Έλληνας πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου όφειλαν να υποτάσσονται στις εντολές του Σκόμπι!

Την 1η Δεκέμβρη 1944, ο Σκόμπι κοινοποίησε στον ΕΛΑΣ διαταγή του και κυκλοφόρησε προκήρυξη (σκορπίστηκε από βρετανικά αεροπλάνα σ' όλη τη χώρα) με την οποία καθόριζε ημερομηνία αποστράτευσης των ανταρτικών δυνάμεων τη 10η Δεκέμβρη και απειλούσε τον λαό ότι αν δεν εφαρμοστεί η διαταγή του «θα κλονιστεί η σταθερότητα του εθνικού νομίσματος» και «θα πεινάσει»!.. Ταυτόχρονα με το ιταμό τελεσίγραφο του Σκόμπι, που απαιτούσε τον μονόπλευρο αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου συγκαλούσε την κυβέρνηση, χωρίς τη συμμετοχή των υπουργών του ΕΑΜ, και αποφάσιζε την άμεση διάλυση της Εθνικής Πολιτοφυλακής σε πολλές περιφέρειες της χώρας. Οχι όμως – όπως ζητούσε το ΕΑΜ – και την πλήρη αποστράτευση όλων των ενόπλων δυνάμεων (τουτέστιν και των ΕΔΕΣ- Ορεινής Ταξιαρχίας- Ιερού Λόχου και των σχηματισμών Μέσης Ανατολής), την εκκαθάριση των σωμάτων ασφαλείας και των κρατικών υπηρεσιών, καθώς και την τιμωρία των προδοτών.

Ο στρατηγός Σκόμπι ανέλαβε την ανώτατη διοίκηση των ελληνικών δυνάμεων που δρούσαν στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 1944 με τη συμφωνία της Καζέρτας (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)

Ηταν, λοιπόν, επακόλουθο η λαϊκή κατακραυγή και η κήρυξη/οργάνωση από το ΕΑΜ γενικής απεργίας και συλλαλητηρίου διαμαρτυρίας στην Πλατεία Συντάγματος την Κυριακή 3 Δεκέμβρη, όπου τα «όργανα της τάξεως και ασφαλείας» των Σκόμπι - Γ. Παπανδρέου άνοιξαν (πολύνεκρο) πυρ εναντίον των άοπλων διαδηλωτών, με αποτέλεσμα να γενικευτούν οι συγκρούσεις των «Δεκεμβριανών» σε όλη την Αθήνα, επί 33 μέρες (μέχρι και τις 5-6 Γενάρη 1945).

Ο Σκόμπι εκτέλεσε τις εντολές του Τσώρτσιλ όχι μόνο με παραδειγματική πειθαρχία αλλά και με περισσό ζήλο, όπως καταδεικνύει και το γεγονός ότι στις 4.12.1944 κήρυξε τον στρατιωτικό νόμο χωρίς καν να ενημερώσει γι' αυτό την ελληνική κυβέρνηση! Ωστόσο, δεν έχαιρε καθολικής εκτίμησης στους βρετανούς επιτελείς. Για παράδειγμα, ο άγγλος υπουργός εκπρόσωπος στο Συμμαχικό Στρατηγείο (και αργότερα πρωθυπουργός της Βρετανίας) Χάρολντ Μακμίλαν, είχε χαρακτηρίσει τον Σκόμπι «βλάκα (stupid), χωρίς διόλου μυαλό». Αλλά και ο Άγγλος στρατάρχης Χάρολντ Αλεξάντερ δεν εκτιμούσε τις στρατιωτικές ικανότητες του Σκόμπι. Μάλιστα, λόγω των αρχικών επιτυχιών του ΕΛΑΣ στη «Μάχη της Αθήνας», εξαιτίας των οποίων οι Βρετανοί είχαν εγκλωβιστεί μεταξύ Ομόνοιας και Συντάγματος, ο Σκόμπι θεωρήθηκε από τον Αλεξάντερ ως υπαίτιος για την υποτίμηση της στρατιωτικής ισχύος και της ικανότητας του ΕΛΑΣ.

Βρετανικά άρματα μάχης έχουν στρέψει τα κανόνια τους στα γραφεία του ΕΑΜ στην Κοραή

Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι ο Αλεξάντερ διέταξε την άμεση έλευση από την Ιταλία στην Αθήνα του υποστράτηγου Τζων Χώκσγουερθ και του ταξιάρχου Χιου Μάνεριγκ, οι οποίοι πλαισιώθηκαν από το εμπειροπόλεμο επιτελείο του 10ου Σώματος Στρατού και συστάθηκε η Στρατιωτική Διοίκηση Αθηνών, η οποία διεξήγαγε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ως το τέλος της μάχης, άλλα έμεινε στην αφάνεια για να μην πληγεί το κύρος του στρατηγού Σκόμπι.

Μετά τη λήξη των «Δεκεμβριανών», ο Σκόμπι παρέμεινε στην Ελλάδα για ακόμη έναν χρόνο, ως τις εκλογές του 1946. Το 1947 αποστρατεύθηκε με πολλές τιμές και παράσημα. Ανακηρύχθηκε ιππότης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, ενώ το 1951 τιμήθηκε με τον τίτλο του διοικητή του Πύργου του Λονδίνου, τον οποίο έφερε ως το 1954.

«Τιμή και δόξα», άλλου τύπου βέβαια, επεφύλαξε στον μισητό εχθρό Σκόμπι και το ΕΑΜικό κίνημα. Το σκωπτικό τραγουδάκι «Το πουλί του Σκόμπι», που είχαν σκαρώσει οι αριστεροί, ήταν πολύ του συρμού στις κλειστές μαζώξεις τους. Γιατί μετά τα «Δεκεμβριανά» ήταν πολύ επικίνδυνο ή και ποινικό αδίκημα να τραγουδάς τέτοιου είδους άσματα. Παρεμπιπτόντως, υπήρχε και παραλλαγή με το «βρακί»:

«Το βρακί του Σκόμπι

Είναι όλο κόμποι

Όταν λυθούν οι κόμποι

Θα φανεί του Σκόμπι

Η μεγάααληηη του τσουτσού...»

Ολόκληρο «Το πουλί του Σκόμπι», όπως ακούγεται στην κορυφαία ελληνική ταινία, τον «Θίασο» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, είναι το ακόλουθο:

«Το πουλί του Σκόμπι

είναι κόμποι κόμποι

κι έβγαλε φιρμάνι

για να ξεθυμάνει

μες στο Κολωνάκι

ψάχνει γι' αγοράκι

το πουλί του Σκόμπι

είναι κόμποι κόμποι

κι αν λυθούν οι κόμποι

τι θα γίνει, Σκόμπι

με την αγγλική πολιτική.

Στρατηγέ μου Σκόμπι

θα 'ρθουν κι άλλοι κόμποι

Κάνε χίλια κόλπα

Μάζεψες τα όπλα

Βασιλιά να φέρεις

δεν θα καταφέρεις

Ο λαός δεν τρώει φασισμό

από σόι

Θα σηκώσει πάλι

πάνω το κεφάλι

απ' την αγγλική πολιτική».

Ελασίτες παίρνουν θέσεις στους δρόμους της Αθήνας κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών του 1944

Η εκπληκτική σκηνή στον «Θίασο» του Θ. Αγγελόπουλου

Η μουσική επιμέλεια στον «Θίασο» (1975) του Θόδωρου Αγγελόπουλου ανήκει στον εξαίρετο Λουκιανό Κηλαηδόνη. Σε ολόκληρη την ταινία ακούγονται τραγούδια, από ρεμπέτικα και αντάρτικα μέχρι swing και εμβατήρια, άλλα διασκευασμένα και άλλα αυθεντικά εποχής. Ανάμεσά τους και τα πιο χαρακτηριστικά «πολιτικά στιχουργήματα» των δύο βασικών αντίπαλων παρατάξεων, με τα οποία έχει στηθεί μια εκπληκτική (τεχνικά και αισθητικά) σκηνή στην ταβέρνα, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1946. Στη μία μεριά κάθονται οι δεξιοί-βασιλικοί και στην άλλη οι αριστεροί-δημοκρατικοί, γνωρίζοντας ασφαλώς κάθε παρέα πού ανήκει ιδεολογικά/πολιτικά η άλλη. Και η «μάχη» εν προκειμένω δίνεται με όπλα στίχους και τραγούδια (και χορό, οι αριστεροί με τις κοπέλες τους, αλλά οι βασιλικοί αντρικά ζευγάρια ως μπακούρια...). Ιδού τα εκατέρωθεν τραγουδιστικά πυρά:

ΒΑΣΙΛΙΚΟΙ: Των Άγγλων τα κανόνια/ κι η νέα διαταγή/ εκάναν τους αντάρτες/ να τρέχουν σαν λαγοί/ την κόκκινη αρκούδα/ να πάρει τα βουνά/ ω, γενναίε βασιλιά.

ΑΡΙΣΤΕΡΟΙ: Δεν μας τρομάζουν/ των Αγγλων τα κανόνια/ ούτε του Σκόμπι/ η νέα διαταγή./ Το 'χουμε γράψει/ στο Σύνταγμα με αίμα/ ελευθερία και όχι κατοχή.

ΒΑΣ.: Έτσι θέλουμε/ και θα τον φέρουμε/ τον βασιλιά, τον βασιλιά/ που θα μας φέρει λευτεριά.

ΑΡ.: Γιούπι για-για-, γιούπι-γιούπι για/ δεν τον θέλουμε τον βασιλιά/ θέλουμε λαοκρατία/ λαϊκή κυριαρχία/ γιούπι για-για, γιούπι-γιούπι για.

ΒΑΣ.: Γιούπι για-για, γιούπι-γιούπι για/ των Ταγμάτων Ασφαλείας τα παιδιά/ με τους Άγγλους χέρι-χέρι/ και με τα παιδιά της «Χ»/ ως τη Μόσχα θε να κάνουν κατοχή.

ΑΡ.: Το πουλί του Σκόμπι/ είναι κόμποι κόμποι/ κι έβγαλε φιρμάνι/ για να ξεθυμάνει/ πάει στο Κολωνάκι/ για να βρει αγοράκι/ το πουλί του Σκόμπι/ είναι κόμποι κόμποι/ κι αν λυθούν οι κόμποι/ τι θα γίνει, Σκόμπι/ με την αγγλική πολιτική, κλπ.

ΒΑΣ.: Γύρνα ξανά/ στην παλιά σου φωλιά/ βασιλιά./ Ο λαός σου εσένα ζητά/ γύρνα ξανά./ Κι όταν θα 'ρθεις/κουκουέδες εδώ δεν θα βρεις/ εθνοφύλακες θα 'ναι φρουροί/ γύρνα ξανά.

 ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

Τα αποκαλυπτικά τηλεγραφήματα του Τσώρτσιλ #5

Τα πρόσωπα που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο (ΙΙ)

 Στις 5 Δεκεμβρίου 1944, ο Βρετανός πρωθυπουργός Γουίνστον Τσώρτσιλ με τηλεγράφημά του προς τον Άγγλο πρεσβευτή στην Αθήνα Ρέτζιναλντ Λίπερ, τον ειδοποιούσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Έλληνας πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου όφειλαν να υποτάσσονται στις εντολές του Βρετανού στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι! Διευκρινίζεται ότι με τη Συμφωνία της Καζέρτας (Σεπτέμβριος του 1944), ο Σκόμπι ορίσθηκε αρχιστράτηγος των αγγλικών και ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στην Ελλάδα, καθώς μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα, ακολούθησε η αποβίβαση των βρετανικών δυνάμεων που όμως ενεπλάκησαν στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο.

Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Τσώρτσιλ (τ. 6, βιβλίο 1ο, σ. 256) στο τηλεγράφημα προς τον Λίπερ έγραφε: «Πρέπει να παρακινήσετε τον Παπανδρέου να πράξει το καθήκον του και να τον διαβεβαιώσετε, ότι εις την περίπτωσιν αυτήν θα τον υποστηρίξωμεν μ’ όλας τας δυνάμεις. Παρήλθεν πλέον η εποχή καθ’ ην μια οιαδήποτε ομάς Ελλήνων πολιτών ηδύνατο να ματαιώνει την εξέγερσιν του όχλου. Η μόνη ελπίς του είναι να εργασθεί μεθ’ ημών διά την αποσόβησιν ενδεχομένης συμφοράς (…)

Ανέθεσα το όλον ζήτημα της αμύνης των Αθηνών και τη διατήρηση της εννόμου τάξεως εις τον στρατηγόν Σκόμπι και τον διαβεβαίωσα ότι θα τον ενισχύσωμεν με όσας δυνάμεις χρειάζεται προς τούτο. Τόσον εσείς, όσο και ο Παπανδρέου, πρέπει να συμμορφωθείτε προς τας οδηγίας του, εις ό,τι αφορά τη δημόσιαν τάξιν και την ασφάλειαν. Πρέπει να συνδράμετε τον στρατηγόν Σκόμπι με πάντα δυνατόν τρόπον και να εισηγηθείτε εις αυτόν τη λήψιν παντός μέτρου, το οποίον, κατά τη γνώμην σας, ήθελε καταστήσει το έργον του περισσότερον ευχερές και αποτελεσματικόν».

Όπως όμως αποκαλύφθηκε 30 χρόνια αργότερα (1974), όταν το Φόρεϊν Όφις, κατά την πάγια τακτική, δημοσίευσε τον αντίστοιχο τόμο με τα σχετικά έγγραφα, ο Τσώρτσιλ απέκρυψε από τα απομνημονεύματά του το ακόλουθο εδάφιο που υπήρχε στο εν λόγω τηλεγράφημα προς τον Λίπερ: «Πρέπει να υποχρεώσετε τον Παπανδρέου. Αν παραιτηθεί, φυλακίστε τον έως ότου συνέλθει, όταν πια θα έχουν τελειώσει οι μάχες. Θα μπορούσε το ίδιο καλά, να αρρωστήσει και να μην μπορεί να τον πλησιάσει κανείς (…)»!!!

Στον ίδιο τον Σκόμπι ο Τσώρτσιλ απέστειλε το εξής μήνυμα: «Είσθε υπεύθυνος διά την τήρησιν της τάξεως εις Αθήνας και διά την καταστροφήν όλων των ομάδων EAM-ΕΛΑΣ αι οποίαι πλησιάζουν εις την πόλιν. Δύνασθε να λάβετε όλα τα μέτρα που θα θεωρήσετε σκόπιμα διά τον έλεγχον των οδών και την παγίδευσιν των ταραξιών... μη διστάσετε να πυροβολήσετε εναντίον παντός ενόπλου... Μη διστάσετε να ενεργήσετε ως να ευρίσκεσθε εις μόλις καταληφθείσαν πόλιν όπου έχει εκραγεί επαναστατικόν κίνημα».

Επιπλέον, για το ποιοι ήθελαν και από καιρό σχεδίαζαν τα Δεκεμβριανά, αποκαλυπτική και πολύ εύγλωττη είναι και η ακόλουθη αναφορά στο βιβλίο του Βάσου Μαθιόπουλου «Δεκέμβρης του 1944». Όπως γράφει, ο ίδιος ο Τσώρτσιλ σε μήνυμα που έστειλε στις 7 Νοέμβρη 1944 στον Υπουργό του επί των Εξωτερικών Άντονι Ήντεν ομολογεί το προσχεδιασμένο του εγκλήματος: «Κατά τη γνώμη μου, αφού πληρώσαμε τόσα (με τη «συμφωνία των ποσοστών», παραχωρήσεις στον Στάλιν), περιμένω οπωσδήποτε μια σύγκρουση με το ΕΑΜ και δεν θα πρέπει να την αποφύγουμε, υπό τον όρο να διαλέξουμε καλά το έδαφός μας (χώρο - χρόνο - σχεδιασμό)». Είχε καταστρωθεί λοιπόν το σχέδιο σύγκρουσης, ανεξάρτητα από το αν οι κομμουνιστές θα αποφάσιζαν να καταλάβουν βίαια την εξουσία ή θα δέχονταν ειρηνικό συμβιβασμό...

Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός με τον Βρετανό Πρωθυπουργό Γουίνστον Τσώρτσιλ στην Αθήνα τα Χριστούγεννα του 1944

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Ένας ιεράρχης σε ρόλο πολιτικού γεφυροποιού

Εκείνη την ταραγμένη περίοδο των Δεκεμβριανών (και εν συνεχεία του Εμφυλίου), διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο και ο τότε Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός (κατά κόσμον Δημήτριος Παπανδρέου), στο πρόσωπο του οποίου συμπυκνώνεται η διαπλοκή της εκκλησιαστικής και της πολιτειακής εξουσίας, καθώς ο εν λόγω ιεράρχης διατέλεσε Αντιβασιλέας (31.12.1944 – 27.9.1946) και (για μερικές ημέρες/17.10.1945 – 1.11.1945) Πρωθυπουργός.

Άνθρωπος με εξαιρετική μόρφωση και διοικητικές ικανότητες, ο Δαμασκηνός (γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1891 στη Δορβιτσά της ορεινής Ναυπακτίας) ανέπτυξε πλούσια δράση και πριν από την ανάληψη της αντιβασιλείας. Η συμβολή του στην ανοικοδόμηση της σεισμόπληκτης Κορίνθου (1928) προς εκπλήρωση της οποίας μετέβη στην Αμερική, η ίδρυση στα κατοχικά χρόνια του Εθνικού Οργανισμού Χριστιανικής Αλληλεγγύης (ΕΟΧΑ) με παραρτήματα σε πολλές περιοχές και κύρια αποστολή την προώθηση τροφίμων, και η σύνταξη του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος του 1943, είχαν τη σφραγίδα του Δαμασκηνού.

Βρετανοί στρατιώτες χρησιμοποιούν τον βράχο της Ακρόπολης, απ' όπου μπορούν να στοχεύσουν – ο ΕΛΑΣ απέφυγε να τραυματίσει τις αρχαιότητες (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)

Μεγάλο αγώνα έδωσε ο Δαμασκηνός για τη διάσωση των Ιουδαίων στο θρήσκευμα Ελλήνων πολιτών και των τσιγγάνων, που από το 1943 άρχισαν μαζικά να οδηγούνται σε ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης. Κατ’ εντολήν του, ως Αρχιεπισκόπου, εκδίδονταν πιστοποιητικά βαπτίσεως για τους Εβραίους ώστε να εμφανίζονται ως Χριστιανοί και να αποφεύγεται η σύλληψη και απέλασή τους!

Επίσης, στήριξε σθεναρά τη μαζική απεργία της 7ης Σεπτεμβρίου 1942, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να μην αποσταλεί κανένας Έλληνας επίστρατος στο ρωσικό μέτωπο κατά τη στρατιωτική «επιχείρηση Μπαρμπαρόσα». Αντιτάχθηκε στην απόφαση της ναζιστικής Γερμανίας να κάνει πολιτική επιστράτευση Ελλήνων με σκοπό να εργαστούν στη Γερμανία (Φεβρουάριος – Μάρτιος 1943). Μάλιστα επισκέφθηκε τον Γερμανό πληρεξούσιο από τον οποίο ζήτησε να ανακληθεί η απόφαση λέγοντας: «Εγώ ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, θα πω να σημάνουν τα σήμαντρα της πανελληνίου εξεγέρσεως και μαζί με τις γενικές απεργίες, θα φέρω με όλους τους πολιτικώς στρατευσίμους ένοπλα τα βήματά μου προς τα ελεύθερα ελληνικά βουνά»! Οι διαπραγματεύσεις κράτησαν μια ολόκληρη ημέρα. Οι Γερμανοί και οι Ιταλοί ζητούσαν ανταλλάγματα, μεταξύ των οποίων ήταν η αποκήρυξη της αντίστασης ή του κομμουνισμού. Ο Δαμασκηνός αρνήθηκε λέγοντας «αυτούς που θέλουν την ελευθερία του τόπου τους δεν τους ξεχωρίζω σε καλούς και κακούς. Προσεύχομαι για όλους»!

Ο Δαμασκηνός διετέλεσε αντιβασιλέας από 31.12.1944 μέχρι 27.9.1946, έπειτα από έντονες διεργασίες και διαπραγματεύσεις και την αρχική άρνηση του βασιλιά Γεωργίου Β'. Συγκεκριμένα, ο Βρετανός Πρωθυπουργός Γουίνστον Τσώρτσιλ μετέβη στην Ελλάδα στις 25.12.1944 για να συσκεφτεί με τους αρχηγούς των κομμάτων στο υπουργείο Εξωτερικών και να συναντηθεί με τον Δαμασκηνό. Κατά την επιστροφή του στην Αγγλία φαίνεται πως έπεισε τον Γεώργιο για την ανάγκη ορισμού αντιβασιλέως, όπως καταδεικνύεται από το τηλεγράφημα που έστειλε στον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου στις 30.12.1944, μία μέρα πριν από τον διορισμό του Δαμασκηνού στην επίμαχη θέση και τη συνεπακόλουθη προεδρία της ιεραρχίας υπό του Ιωαννίνων Σπυρίδωνος Βλάχου.
Βρετανοί στους δρόμους της πρωτεύουσας, με τη «Μάχη της Αθήνας» να έχει ανάψει (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)

Η λήξη της αντιβασιλείας Δαμασκηνού επήλθε στις 27 Σεπτέμβρη 1946, έπειτα από την επάνοδο του Γεωργίου (με το δημοψήφισμα της 1.9.1946). Ενδιαμέσως και συγκεκριμένα από τις 17.10.1945 μέχρι 1.11.1945 που παρέδωσε την πρωθυπουργία στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ο Αντιβασιλεύς Δαμασκηνός ανέλαβε και Πρωθυπουργός, όταν προκλήθηκε κυβερνητική κρίση (για το θέμα της πρόταξης των εκλογών χωρίς διενέργεια δημοψηφίσματος για το πολιτειακό/βασιλεία).

Ο Δαμασκηνός απεβίωσε στις 20.5.1949, όταν πλέον είχε αφοσιωθεί στα αρχιεπισκοπικά του καθήκοντα. Ασφαλώς, είναι δύσκολο εγχείρημα η αποτίμηση του έργου ενός ανθρώπου που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα πολιτικά (και εκκλησιαστικά) δρώμενα σε μια περίοδο μη ομαλή, όπως αυτή του εμφυλίου. Πάντως, εκ του αποτελέσματος (με τα όσα συνέβησαν μετά τα Δεκεμβριανά, σε βάρος της ηττημένης ΕΑΜικής παράταξης, με την καταστρατήγηση των όρων της Συμφωνίας της Βάρκιζας), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πέτυχε στον ρόλο του πολιτικού «γεφυροποιού», για τον οποίον τοποθετήθηκε Αντιβασιλεύς, ως προσωπικότητα πανελληνίου κύρους (λόγω και της αντιστασιακής του δράσης στην Κατοχή) που θα μπορούσε ν' αναλάβει πρωτοβουλίες για την εθνική συμφιλίωση.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}

Η διαφωνία και η απουσία του (πρωτο)καπετάνιου του ΕΛΑΣ #4

Τα πρόσωπα που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο (Ι)

Τη στιγμή της Απελευθέρωσης της Ελλάδας, και δη της Αθήνας, από τους ναζί (12 Οκτώβρη 1944), οι αντιστασιακές δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, πιθανότατα θα μπορούσαν να θέσουν όλη τη χώρα υπό τη διακυβέρνηση της υπαρκτής Κυβέρνησης του Βουνού, της ΠΕΕΑ, υπό τον Αλέξανδρο Σβώλο, καταλαμβάνοντας έτσι ομαλά τη μετακατοχική εξουσία και δημιουργώντας τετελεσμένα, τα οποία δεν θα μπορούσαν να αγνοήσουν εύκολα οι Βρετανοί και ο ελεγχόμενος απ’ αυτούς Γεώργιος Παπανδρέου. Ωστόσο, η κύρια γραμμή στο ΚΚΕ εκείνη την κρίσιμη εποχή υπήρξε η πολιτική επιλογή της συνεννόησης και της συνδιαλλαγής με τις προπολεμικές δυνάμεις, με τις οποίες είχε έρθει σε συμφωνία στον Λίβανο και στην Καζέρτα, προτάσσοντας τη δημοκρατική μετεξέλιξη της Ελλάδας και την οριστική απαλλαγή από τη μοναρχία.

Τη θέση της ρήξης και της στρατιωτικής σύγκρουσης εξέφραζε κυρίως ο Άρης Βελουχιώτης (κατά κόσμον Θανάσης Κλάρας), ο οποίος κατά τη συγκρότηση (2 Μάη 1943) του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ είχε οριστεί καπετάνιος, με τον Στέφανο Σαράφη στρατιωτικό αρχηγό, ενώ την τριανδρία συμπλήρωνε ο αντιπρόσωπος του ΕΑΜ Ανδρέας Τζήμας (με το ψευδώνυμο Βασίλης Σαμαρινιώτης).

Στις 29 Οκτωβρίου 1944 και με αφορμή την επέτειο του «ΟΧΙ», συγκαλείται στην πλατεία Ελευθερίας της Λαμίας πανηγυρική συγκέντρωση του ΕΑΜ με παμφθιωτική λαϊκή παρουσία. Ο Άρης Βελουχιώτης εκφωνεί από το μπαλκόνι του Δημαρχείου τον ιστορικό μακροσκελή πανηγυρικό λόγο.

Λίγες μέρες αργότερα (Νοέμβριος 1944), και έχοντας διαφωνήσει ριζικά με την επιλογή της ηγεσίας του ΚΚΕ για τη συμμετοχή του ΕΑΜ στην κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας» του Γ. Παπανδρέου (είχε συγκροτηθεί 20 Οκτώβρη 1944), σε «Σύσκεψη των Καπεταναίων» στη Λαμία ο Άρης πρότεινε να ετοιμαστεί ο ΕΛΑΣ ν' αντιμετωπίσει αναμενόμενη σύγκρουση με τους Άγγλους, λέγοντας: «Αν ζήσει κανένας σας, να θυμάται τα λόγια αυτά. Οι Εγγλέζοι θα σας σφάξουν όλους σαν αρνιά. Εγώ στα χέρια τους δεν θα πέσω, γιατί τα βουνά με ξέρουν. Με την πέτρα προσκέφαλο, την ψείρα συντροφιά, την κάπα σκέπασμα, δεν θα με ιδούνε ζωντανό στα χέρια τους. Αυτό θέλω να το θυμάστε, αν κανένας σας ζήσει..».

Μάλιστα λίγο πριν από τον τραγικό Δεκέμβρη του '44, ο Άρης έστειλε στην ηγεσία του ΚΚΕ σχέδιο προτείνοντας τη χρησιμοποίηση όλου του δυναμικού των ενόπλων ανταρτών του ΕΛΑΣ από τη Στερεά και την Πελοπόννησο για την κατάληψη της Αθήνας και κατ' επέκταση της εξουσίας, κατά την αποχώρηση των Γερμανών. Εξάλλου, και ο στρατηγός Σαράφης στα απομνημονεύματά του μιλάει για πρόταση του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ να χτυπηθούν οι Εγγλέζοι σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, που απορρίφτηκε από το ΚΚΕ. Και όχι μόνο οι εν λόγω προτάσεις δεν λήφθηκαν υπόψη, αλλά ο Βελουχιώτης κρατήθηκε σε απόσταση από την Αθήνα και έτσι δεν πήρε μέρος στα Δεκεμβριανά, καθώς είχε σταλεί μαζί με τον στρατηγό Σαράφη στην Ήπειρο για να διαλύσουν τις υπό τον Ναπολέοντα Ζέρβα δυνάμεις του ΕΔΕΣ.

Ο κομβικός ρόλος του Γεωργίου Παπανδρέου

Καταλυτικός για τη σύγκρουση των Δεκεμβριανών, αλλά και γενικότερα για τον Εμφύλιο, υπήρξε ο ρόλος του Γεωργίου Παπανδρέου. Ο μετέπειτα «Γέρος της Δημοκρατίας», όχι μόνο γνώριζε την απόφαση και τα σχέδια του βρετανού πρωθυπουργού Γουίνστον Τσώρτσιλ για «συντριβή του ΕΑΜ», σε χρόνο που θα ευνοούσε τους Άγγλους, αλλά ως Πρωθυπουργός της Ελλάδας συμμετείχε ενεργά στην υλοποίηση αυτής της πολιτικής.

Συγκεκριμένα, ο Γ. Παπανδρέου έφτασε από το Κάϊρο στην Αθήνα στις 18 Οκτώβρη 1944 και δύο μέρες αργότερα σχημάτισε την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας με τη συμμετοχή και έξι ΕΑΜικών Υπουργών. Τότε που μιλώντας σε λαοθάλασσα, υπό την πίεση των συνθημάτων του ΕΑΜικού πλήθους, εκστόμισε το ιστορικό «και εις την λαοκρατίαν πιστεύομεν»!

Ένα από τα πρώτα ζητήματα που έπρεπε να επιλύσει η νέα κυβέρνηση ήταν η αποστράτευση των αντιστασιακών οργανώσεων και η δημιουργία εθνικού στρατού. Στις 5 Νοεμβρίου 1944 ο Γ. Παπανδρέου ανακοίνωσε ότι ύστερα από συνεργασία που είχε με τον στρατηγό Ρόναλντ Μακένζι Σκόμπι (διοικητής των Βρετανικών Δυνάμεων στην Ελλάδα), ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ θα αποστρατεύονταν ως τις 10 Δεκεμβρίου 1944. Όμως ο Σκόμπι, που κατ' εντολήν του Τσώρτσιλ είχε το γενικό πρόσταγμα, την 1η Δεκέμβρη κοινοποίησε στον ΕΛΑΣ διαταγή-τελεσίγραφο για την άμεση αποστράτευση των ΕΑΜικών ανταρτικών δυνάμεων.

Συνεπώς, γίνεται φανερό ότι το κρίσιμο ζήτημα της αποστράτευσης/αφοπλισμού του ΕΛΑΣ, ο Γ. Παπανδρέου το χειρίστηκε με τέτοιον («ανένδοτο» και μονόπλευρο) τρόπο, επιδιώκοντας να παρασύρει το ΚΚΕ σε «Στάσιν» και να συντρίψει το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ακόμη, λοιπόν, και αν αποδώσει κανείς ευθύνες και στο ΚΚΕ – κυρίως για την εξέλιξη των «Δεκεμβριανών» –, συνάγεται αβίαστα ότι ο «αρχιτέκτονας της σύγκρουσης» σε αυτή τη φάση του Εμφυλίου ήταν ο Γ. Παπανδρέου! Αυτό προκύπτει, άλλωστε, από επιστολή του ιδίου στην «Καθημερινή» (δημοσιεύτηκε στις 2 Μαρτίου 1948).

Ιδού χαρακτηριστικά όσο και αποκαλυπτικά (βλέπε ενδιάμεσο σχολιασμό) αποσπάσματα:

«Η προσαρμογή του ΚΚΕ εις την Εθνικήν Ένωσιν (σσ. δηλ. η συμμετοχή στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας) έχει συντελεσθεί υπό την σιωπηράν προϋπόθεσιν της παρουσίας εν Ελλάδι σημαντικών βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων (...)

[σχόλιο: Ο όρος «σιωπηρά προϋπόθεσις» σε ποια πλευρά αναφέρεται; στον ίδιο Γ. Παπανδρέου ως Πρωθυπουργό (που γνώριζε ή προσκαλούσε τη βρετανική παρουσία) ή στο ΚΚΕ (που υποτίθεται ότι είχε «μυστικά» ενημερωθεί και σιωπούσε); Στην πρώτη περίπτωση ήταν δόλος, στη δεύτερη ήταν πρόσθετη ένδειξη υποχωρητικότητας του ΚΚΕ, άρα και ένδειξη ότι δεν απέβλεπε σε βίαιη κατάληψη της εξουσίας].

(...) «Διά να ευρεθούν εδώ οι Βρετανοί, οι οποίοι ήταν απαραίτητοι διά την Νίκην (σσ. κατά του ΕΛΑΣ – ΚΚΕ), έπρεπε προηγουμένως να είχεν υπογραφή το Σύμφωνον της Καζέρτας (27 Σεπτεμβρίου 1944)... Καθώς μόνον το Σύμφωνον της Καζέρτας, όπου ο ΕΛΑΣ διά του αρχηγού του (Στέφανου Σαράφη) είχε υπογράψει την υπαγωγήν του εις το Βρετανικόν Στρατηγείον και προσεκάλεσε τους Βρετανούς εις την Ελλάδα, καθίστα συμμαχικώς εύκολον την παρουσίαν των Βρετανών» (...) Αλλά υπάρχει και το δεύτερον στάδιον, ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ. Διότι εφ’ όσον το ΚΚΕ παρέμεινε πάνοπλον, η Ελληνική Κυβέρνησις, καθώς ελέγαμεν τότε, ήτο απλώς “η περικεφαλαία του ΕΑΜικού Κράτους” (...).

[σχόλιο: Άρα, η Συμφωνία ήταν δόλος από τη μία πλευρά, αλλά και ένδειξη υποχωρητικότητας του ΕΛΑΣ (ΚΚΕ) από την άλλη, παρά την εμμονή στον (μονόπλευρο) αφοπλισμό του ΕΛΑΣ; Ποιος λοιπόν ήθελε τα Δεκεμβριανά, που ο Γ. Παπανδρέου τα αξιολογεί στην επιστολή του ως «δώρον του Υψίστου»;]

(...) «Αλλά διά να έλθη ο Δεκέμβριος (του 1944) έπρεπε προηγουμένως να είχομεν έλθει εις την Ελλάδα. Και τούτο ήτο δυνατόν μόνο με την συμμετοχήν του ΕΛΑΣ εις την Κυβέρνησιν, δηλαδή με τον Λίβανον» (όπου αποφασίστηκε η συγκρότηση Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας)...

[σχόλιο: Δηλαδή και η πρόσκληση στον Λίβανο ήταν δόλος; Ή μήπως οι υποχωρήσεις του ΕΛΑΣ-ΚΚΕ υποδηλώνουν από την πλευρά τους πρόθεση για πολιτική προς ομαλοποίηση δημοκρατικού πολιτεύματος με ισότιμη συμμετοχή όλων στην πολιτική ζωή;].

(...) «Το συμπέρασμα είναι ότι ο Δεκέμβριος (1994) ημπορεί να θεωρηθή “δώρον του Υψίστου”» (...)

[σχόλιο: Πέραν του φρικιαστικού να θεωρείται ως «δώρον Υψίστου» μια πολυαίμακτη αλληλοσφαγή ανθρώπων. Μήπως ο Γ. Π. αποκαλύπτει έτσι ότι επεδίωκε την αιματοχυσία του Δεκέμβρη '44 και στην πρόσκληση γι’ αυτόν τον σκοπό του «μεγάλου ηγέτη» Τσώρτσιλ, ο οποίος επιδίωκε από πριν την «επικείμενη» σύγκρουση;]

(...) «Και διά να γίνη η Στάσις – το “δώρον του Υψίστου” – έπρεπε προηγουμένως να επιμείνω εις την άμεσον αποστράτευσιν του ΕΛΑΣ και να θέσω το ΚΚΕ ενώπιον του διλήμματος ή να αποδεχθή ειρηνικώς τον αφοπλισμόν του ή να επιχειρήση την Στάσιν υπό συνθήκας όμως πλέον, αι οποίαι ωδήγουν εις την συντριβήν του. Αυτή είναι η ιστορική Αλήθεια».

Μάλιστα. Σαφέστερη ομολογία του προσχεδιασμένου εγκλήματος δεν μπορούσε να υπάρξει...


Ο Άρης Βελουχιώτης σε «Σύσκεψη των Καπεταναίων» στη Λαμία, όπου πρότεινε να ετοιμαστεί ο ΕΛΑΣ να αντιμετωπίσει αναμενόμενη σύγκρουση με τους Άγγλους. Η πρόταση του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ απορρίφθηκε ενώ ο Βελουχιώτης κρατήθηκε σε απόσταση από την Αθήνα



Πηγή: Ζήσης Ι. Καραβάς, δημοσιογράφος  - "Κουτί της Πανδώρας"
{[['']]}

Ποιοι άνοιξαν πυρ στην Πλατεία Συντάγματος; #3

 Η «Ματωμένη Κυριακή» της 3ης Δεκέμβρη 1944

 Σε μια εκδήλωση διαμαρτυρίας (ίσως και επίδειξης ισχύος) από το ΕΑΜ για τον αφοπλισμό που ουσιαστικά επρόκειτο για μονόπλευρη διάλυση του ΕΛΑΣ, διοργανώθηκε την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 1944 μεγάλο παναθηναϊκό συλλαλητήριο στην Πλατεία Συντάγματος, παρά την κυβερνητική απαγόρευση.

Για τον επιδιωκόμενο μονόπλευρο αφοπλισμό του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ υπάρχει και επίσημη ομολογία του Γεωργίου Παπανδρέου, όπως προκύπτει από την επιστολή του στην «Καθημερινή» (2.3.1948) όπου αναφέρει: «Την 21ην Αυγούστου 1944 συνηντήθην εις την Ρώμην με τον Βρετανόν Πρωθυπουργόν. Και όταν μου έθεσε το ερώτημα, ποια είναι η πολιτική μου, απήντησα: “Εξοπλισμός του Κράτους - Αφοπλισμός του ΕΑΜ”...»! Και σε άλλο σημείο της ίδιας επιστολής: «Και εις την Ελλάδα το ΚΚΕ είχε καταστή παντοδύναμον και είχε συγκροτήσει και την Κυβέρνησιν των Βουνών - την ΠΕΕΑ. Και η αγωνία, από την οποία αδιαλείπτως κατειχόμην ήτο: Πώς θα κατελύετο; Δύο ήσαν τα στάδια διά να φθάσωμεν εις την Νίκην: Πρώτον, η έλευσις εις τας Αθήνας! Και δεύτερον, ο αφοπλισμός του ΚΚΕ»!

Παρεμπιπτόντως, όπως γράφει ο ιστορικός Γ.Α. Λεονταρίτης, φαίνεται ότι η απαγόρευση προκάλεσε πιο μαζική συμμετοχή του εαμικού κόσμου στο συλλαλητήριο, και σχολιάζει: «Δεν πρέπει να αποκλειστεί και η άποψη ότι απαγορεύτηκε η συγκέντρωση με τη βεβαιότητα ότι δεν θα πειθαρχήσει το ΕΑΜ και έτσι θα μπορούσε να καταγγελθεί ότι άρχισε την εξέγερση και ότι η Κυβέρνηση υποχρεώθηκε να αμυνθεί ένοπλα…».

3 Δεκεμβρίου 1944: Νεκροί διαδηλωτές του ΕΑΜ στην πλατεία Συντάγματος (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)

Υπολογίζεται ότι πήραν μέρος πάνω από 100.000 άνθρωποι, ενώ κάποιοι ιστορικοί τους ανεβάζουν και στις 500.000. Το συλλαλητήριο βάφτηκε στο αίμα, καθώς οι διαδηλωτές δέχθηκαν καταιγισμό πυρών από την πλευρά των δυνάμεων ασφαλείας, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 24 άτομα/κατ' άλλες πηγές 28 ή 33 και να τραυματισθούν περίπου 150 (σ' αυτούς τους αριθμούς συγκλίνουν οι περισσότερες πηγές). Άγγλοι δημοσιογράφοι, που σοκαρισμένοι παρακολουθούσαν και κατέγραφαν από το ξενοδοχείο «Μ. Βρετανία» το μακελειό, ανέφεραν ότι πάνω από μία ώρα οι αστυνομικοί πυροβολούσαν στο ψαχνό τους διαδηλωτές – παρά τις διαμαρτυρίες κάποιων παριστάμενων βρετανών αξιωματικών – και ο τόπος γέμισε νεκρούς και τραυματίες, ανάμεσά τους και γυναικόπαιδα (ανταπόκριση των «Times» του Λονδίνου στις 4/12).

Την επομένη (4 Δεκέμβρη), το ΕΑΜ εκτός από τη γενική απεργία – άγγιξε το 100%, καθώς κανένα εργοστάσιο δεν κινήθηκε, κανένα μαγαζί δεν άνοιξε – οργάνωσε νέα διαδήλωση. Η συμμετοχή του λαού της Αθήνας και του Πειραιά ήταν τεράστια – το πλήθος ξεπέρασε τις 600.000 –, σε μια συγκλονιστική ατμόσφαιρα πένθους και μαχητικότητας, συνοδεύοντας τους νεκρούς της προηγούμενης μέρας στο Α' νεκροταφείο όπου έγινε η κηδεία τους.

Όταν ο όγκος της πένθιμης πομπής έφτασε στο Σύνταγμα, οι διαδηλωτές γονάτισαν, ορκίστηκαν στη μνήμη των νεκρών και έψαλαν το «Πένθιμο Εμβατήριο». («Επέσατε θύματα, αδέλφια εσείς, σε άνιση πάλη κι αγώνα...»). Από εκείνο το μεγαλειώδες δεύτερο συλλαλητήριο έχει μείνει στην Ιστορία – αποτυπωμένο και σε φωτογραφία – το σύνθημα του πανό που κρατούσαν οι μαυροφορεμένες κοπέλες: «Όταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας, διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα – ΕΑΜ».

Αστυνομικοί πυροβολούν στο πλήθος των διαδηλωτών στις 3 Δεκεμβρίου 1944 (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)

Στην επιστροφή από το νεκροταφείο, όμως, πραγματοποιήθηκε νέα δολοφονική επίθεση κατά του πλήθους από το ξενοδοχείο «Μητρόπολις» (κέντρο του ΕΔΕΣ), τη Γενική Ασφάλεια, καθώς κι από μέλη της Οργάνωσης Χ και πρώην ταγματασφαλίτες που διέμεναν σε ξενοδοχεία της Ομόνοιας, με τραγικό απολογισμό άλλους 34 νεκρούς και 70 τραυματίες! Την ίδια μέρα ο ΕΛΑΣ εξουδετέρωνε τη σφηκοφωλιά των Χιτών στο Θησείο (παρά την επέμβαση με άρματα μάχης των Βρετανών, οι οποίοι ωστόσο μπόρεσαν και μετέφεραν τον αρχηγό της Οργάνωσης Χ, Γεώργιο Γρίβα, στο αγγλοκρατούμενο κέντρο της Αθήνας), ενώ ως το απόγευμα ο ΕΛΑΣ είχε καταφέρει να αφοπλίσει το 60% των αστυνομικών τμημάτων της πρωτεύουσας και σχεδόν όλων στον Πειραιά.

Στις 5 Δεκέμβρη και αφού οι διαδηλωτές χτυπιούνται για τρίτη συνεχή μέρα, δυνάμεις του ΕΛΑΣ χτυπούν ξανά κι αυτές και οι συγκρούσεις γενικεύονται. Ταυτόχρονα, μπαίνουν για τα καλά στη μάχη οι Εγγλέζοι χρησιμοποιώντας τανκς και εν συνεχεία βομβαρδιστικά αεροπλάνα!

Για το ποιοι άνοιξαν πυρ τη ματωμένη Κυριακή της 3ης Δεκέμβρη, κατά καιρούς διατυπώθηκαν διάφορες εκδοχές. Οι κυριότερες: α) ότι πυροβόλησε απρόκλητα η αστυνομία β) ότι τα πυρά ήταν βρετανικά για τη δημιουργία προβοκάτσιας γ) ότι πυροβόλησαν κάποιοι από το πλήθος, με αποτέλεσμα να απαντήσουν οι αστυνομικές δυνάμεις.

Ποια είναι η αλήθεια; Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, ο (τότε) αρχηγός της Αστυνομίας Αθηνών Άγγελος Έβερτ (σσ. πατέρας του μετέπειτα προέδρου της ΝΔ Μιλτιάδη Έβερτ), παραδέχτηκε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Ακρόπολις» (5.12.1958) ότι ο ίδιος έδωσε τη διαταγή: «Βάσει των υπευθύνων διαταγών, τας οποίας είχα, διέταξα υπευθύνως την βιαίαν διάλυσίν των»! Υπηρεσιακά, λοιπόν, την εντολή την έδωσε ο Έβερτ, αλλά το θέμα είναι ποιος έδωσε την πολιτική εντολή στον Έβερτ. Επ' αυτού, οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι το (δι)έπραξε ο Γ. Παπανδρέου, αλλά υπάρχει και η εκδοχή ότι ήταν δάχτυλος κύκλων της μοναρχικής Δεξιάς που είχαν πρόσβαση στα Σώματα Ασφαλείας και τον στρατό.

Οι πρώτοι νεκροί της 3ης του Δεκέμβρη 1944 στην πλατεία Συντάγματος (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, εκείνο το αιματοβαμμένο βράδυ της 3ης Δεκεμβρίου '44 δήλωνε από τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών: «Σήμερα η συνείδησή μας είναι καθαρή. Όλη η ευθύνη ενώπιον της Ιστορίας και του Έθνους, ανήκει στους ηγέτες της άκρας αριστεράς», ισχυριζόμενος ότι «οι ομάδες των διαδηλωτών ήταν εξοπλισμένοι, πυροβόλησαν τα όργανα της τάξεως και αυτά αμυνόμενα αντιπυροβόλησαν και σημειώθηκαν θύματα»!..

Πώς όμως εξηγείται το γεγονός ότι μόνο οι διαδηλωτές είχαν θύματα, ενώ στα «αμυνόμενα όργανα της τάξεως που πυροβολήθηκαν» δεν υπήρξαν όχι νεκροί αλλά ούτε τραυματίες; Επί πλέον, αυτόπτες μάρτυρες υπεράνω πάσης υποψίας τον διέψευδαν! Όπως αναφέρει ο Γ. Λεονταρίτης στο βιβλίο του «Ποιοι ήθελαν τα Δεκεμβριανά», ο Άγγλος αξιωματικός Μπίφορντ Τζόουνς είχε δηλώσει: «Όσοι από τους θεατές βρισκόμασταν στη γραμμή του πυρός, περιμέναμε από στιγμή σε στιγμή το ΕΑΜ να απαντήσει με όπλα. Πάνω στη σκεπή των κεντρικών γραφείων του ΚΚΕ, που βρίσκονταν στην πλατεία, υπήρχαν πολυβόλα, τα οποία μπορούσαν να γαζώσουν ολόκληρη τη γειτονιά με καταιγιστικό πυρ. Το ΕΑΜ όμως περιορίστηκε σε βρισιές και απειλές. Δεν νομίζω πως υπήρχαν οπλισμένοι διαδηλωτές. Η οργή του πλήθους ήταν τέτοια, ώστε, εάν ήσαν οπλισμένοι, θα είχε ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος εκείνη τη στιγμή»…

Ανάλογες δηλώσεις με την παραπάνω του Τζόουνς είχαν κάνει ο Αμερικανός πρεσβευτής Μακ Βη και ο βοηθός στρατιωτικός ακόλουθος της αμερικανικής πρεσβείας, λοχαγός Μακ Νηλ.

Αλλά και ο Heinz Richter στο βιβλίο του «Η Εθνική Αντίσταση και οι συνέπειές της» έχει γράψει: «Η απρόσκοπτη επιστροφή της ελληνικής εξόριστης Κυβέρνησης τον Οκτώβρη του 1944 επιβεβαίωσε για μια ακόμη φορά ότι το ΕΑΜ και το ΚΚΕ δεν επιδίωκαν σε καμιά περίπτωση ανάληψη της εξουσίας (...) Οι Βρετανοί και η Κυβέρνηση, αντίθετα, επιδίωκαν την αντιπαράθεση, η οποία και πραγματοποιήθηκε στις 3 του Δεκέμβρη 1944, όταν η ελληνική Αστυνομία άνοιξε πυρ ενάντια σε μια αποδεδειγμένα άοπλη διαδήλωση της Αριστεράς». Να σημειωθεί ότι τα αιτήματα του συλλαλητηρίου ήταν «ομαλότητα, κατοχύρωση των λαϊκών ελευθεριών μέσω άμεσης διεξαγωγής δημοψηφίσματος και η προετοιμασία διενέργειας ελεύθερων εκλογών».

Βρετανοί στρατιώτες μεταφέρουν σε φορείο τραυματίες και νεκρούς (φωτ. Ντμίτρι Κέσελ)

Επίσης, στο βιβλίο «Αυτός ήταν ο Δεκέμβρης» των Μενέλαου Λουντέμη και Μέλπως Αξιώτη, αναφέρεται ότι στις 2 Δεκέμβρη ο Υπουργός Εφοδιασμού Θεμιστοκλής Τσάτσος είπε στον βρετανό πρεσβευτή Λίπερ: «Το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε να δώσει στην Αστυνομία εντολή να σταματήσει τη διαδήλωση ακόμη και με τα όπλα».

Ακόμη αξίζει να σημειωθεί ότι στο βιβλίο «Ο Δεκέμβριος 1944» του Βάσου Μαθιόπουλου, αναφέρεται ότι ο στρατηγός Λεωνίδας Σπαής, Υφυπουργός στρατιωτικών στην Κυβέρνηση Παπανδρέου τον Δεκέμβριο του 1944, έχει γράψει: «…αποφασίστηκε να χρησιμοποιηθούν κατά του ΕΑΜ τα Τάγματα Ασφαλείας. Η εισήγηση ήταν των Άγγλων, η απόφαση δική μου… Χρησιμοποιήσαμε 12.000» (σσ. από τις 27.000 ταγματασφαλίτες).

Αποκαλυπτική είναι και η ακόλουθη δήλωση του Γ. Παπανδρέου στις 30 Δεκέμβρη 1944: «Το ΕΑΜ μέχρι ηλιθιότητος, επιμένει στην πολιτική της εθνικής ενότητος» (Γρ. Φαράκου «Μαρτυρίες και Στοχασμοί»). Κατόπιν όλων των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι: «Τα “Δεκεμβριανά” τα προκάλεσαν και τα ξεκίνησαν οι Άγγλοι, με την κυβέρνηση Παπανδρέου και τις αντιΕΑΜικές δυνάμεις. Όχι “εν βρασμώ” ή από λάθος υπολογισμούς, αλλά μεθοδευμένα από καιρό».


 ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger