Προσφατες Αναρτησεις

Ο Λαμπράκης πριν το τρίκυκλο

«Δεν μπορεί κανείς επιτέλους να μ’ απαλλάξει απ’ αυτόν τον άνθρωπο;»
Βασίλισσα Φρειδερίκη, Μάιος 1963
Oι άνθρωποι διαμορφώνουν την Ιστορία, αλλά ταυτόχρονα διαμορφώνονται απ’ αυτήν.
«A Pacifist’s Life and Death. Grigorios Lambrakis and Greece in the Long Shadow of Civil War», εκδ. Cambridge Scholars Publishing, Νιούκαστλ 2016
Την απλή αυτή αλήθεια μας θύμισε, για μια ακόμη φορά, η βιογραφία του Γρηγόρη Λαμπράκη από την ιστορικό Εύη Γκοτζαρίδη που κυκλοφόρησε πρόσφατα στην Αγγλία («A Pacifist’s Life and Death. Grigorios Lambrakis and Greece in the Long Shadow of Civil War», εκδ. Cambridge Scholars Publishing, Νιούκαστλ 2016).
Εξιστορώντας τη ζωή του αριστερού Ελληνα βουλευτή ως μια διαρκή αλληλεπίδραση με τις θυελλώδεις εξελίξεις της εποχής, το βιβλίο ασχολείται εξαντλητικά με την περιγραφή αυτών των τελευταίων, τονίζοντας ιδίως όλες εκείνες τις πτυχές της μεταπολεμικής ελληνικής πραγματικότητας που είναι λιγότερο γνωστές στο διεθνές κοινό, αλλά αποδείχθηκαν καθοριστικές για την εξέλιξη (και το βιολογικό τέλος) του ίδιου του βιογραφούμενου: αστυνομικό κράτος, ασφυκτικά ελεγχόμενος κοινοβουλευτισμός, επιτήρηση του συμμαχικού παράγοντα, οργανωμένη υπόθαλψη ενός φασιστικού παρακράτους με σκοπό την εξωθεσμική καταστολή του εσωτερικού εχθρού...
Διαλεγόμενη κριτικά με την πρώτη βιογραφία του Λαμπράκη που εκδόθηκε αμέσως μετά τον θάνατό του από τον Κονίδη Πορφύρη, η συγγραφέας εμπλουτίζει όσα γνωρίζαμε για την εμβληματική αυτή μορφή του μετεμφυλιακού προοδευτικού κινήματος, με προσφυγή σε ανέκδοτα αποσπάσματα του προσωπικού του ημερολογίου, συνεντεύξεις οικείων του και συμπληρωματικό αρχειακό υλικό από διάφορες πηγές.
Η τελευταία φωτογραφία του Γρηγόρη Λαμπράκη, λίγο πριν από τη δολοφονία του (22/5/1963) Η τελευταία του φωτογραφία, λίγο πριν από τη δολοφονία του (22/5/1963) | ΑΣΚΙ
Πιστή σε μια παράδοση αποκλειστικής ενασχόλησης με την πολιτική δράση του βιογραφούμενου, αποφεύγει διακριτικά ν’ αναφερθεί στην εξίσου έντονη, αντισυμβατική ερωτική ζωή του· δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τις υπόλοιπες πτυχές του προσωπικού του βίου, που σκιαγραφούνται λεπτομερειακά, φωτίζοντας επιλογές και αντιφάσεις που έχουν ήδη έρθει στο φως από διάφορες πλευρές.
Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο θα σταθεί και το σημερινό μας αφιέρωμα, παρακολουθώντας –με βάση το βιβλίο της Εύης Γκοτζαρίδη– τη διαδρομή του μελλοντικού αγωνιστή και μάρτυρα της Αριστεράς, από τα πρώτα του βήματα ώς τη μοιραία συνάντηση με τους «αγανακτισμένους πολίτες» της Ασφάλειας και το τρίκυκλο του Γκοτζαμάνη, εκείνη τη βραδιά της 22ης Μαΐου 1963 στη Σαλονίκη.

Από την Κερασίτσα στο Βερολίνο

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης με τον αδελφό του Θόδωρο και τον πατέρα τουΟ Γρηγόρης Λαμπράκης με τον αδελφό του Θόδωρο και τον πατέρα του | 
Η ζωή του Γρηγόρη Λαμπράκη ξεκινά σαν μια τυπική ιστορία ατομικής κοινωνικής ανόδου μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος.
Γεννημένος το 1912 στην Κερασίτσα Αρκαδίας, το ενδέκατο από τα 14 παιδιά ενός ξυλουργού που έκανε δυο γάμους, ο Γρηγόρης έβγαλε το Δημοτικό στο χωριό του, το «Ελληνικό» Σχολείο (Ημιγυμνάσιο) στην Τεγέα, το Γυμνάσιο στην Τρίπολη και μια ιδιωτική σχολή Λογιστικής στον Πειραιά, προοριζόμενος από τον πατέρα του να τον διαδεχθεί στο οικογενειακό μαγαζί.
Οι δυο μεγαλύτεροι από τους ετεροθαλείς αδερφούς του είχαν ξενιτευτεί για πάντα στις ΗΠΑ, ενώ ο νεότερος -ονόματι Θεόδωρος- ήταν ήδη χειρουργός στον Πειραιά.
Αυτός θ’ αναλάβει τα έξοδα για τις περαιτέρω σπουδές του Γρηγόρη, πείθοντας τον πατέρα τους να τον απαλλάξει από την ασφυκτική προοπτική μιας καθήλωσης στη βαθιά επαρχία.
Το 1933 ο Γρηγόρης γράφεται στην Ιατρική, απ’ όπου θ’ αποφοιτήσει τον Μάιο του 1939.
Στο μεσοδιάστημα, ο Θεόδωρος απολύθηκε για πολιτικούς λόγους από το «Τζάνειο» και, μαζί μ’ έναν επίσης απολυμένο συνάδελφό του, άνοιξε την ιδιωτική κλινική «Λευκός Σταυρός».
Περισσότερο κι από τις σπουδές, αυτό που σημάδεψε τον νεαρό Γρηγόρη ήταν ωστόσο οι επιτυχίες του στον αθλητισμό.
Το 1935 έρχεται πρώτος στο άλμα εις μήκος και στο άλμα τριπλούν στους Βαλκανικούς Αγώνες της Κωνσταντινούπολης, εγκαινιάζοντας μια εξάχρονη καριέρα που θα του χαρίσει συνολικά 12 χρυσά παμβαλκανικά μετάλλια (7 ατομικά και 5 ομαδικά) και θα τον αναδείξει 10 φορές πρωταθλητή Ελλάδας, με ρεκόρ που θα καταρριφθεί μόνο το 1959.
Στιγμιότυπα της διαδρομής του Γρηγόρη Λαμπράκη: παραλαβή μεταλλίου από τα χέρια του βασιλιά ΓεωργίουΣτιγμιότυπα μιας διαδρομής: παραλαβή μεταλλίου από τα χέρια του βασιλιά Γεωργίου | E. GKOTZARIDIS, A PACIFIST’S LIFE AND DEATH
Εκτός από την αναμενόμενη δόξα, οι επιδόσεις αυτές θα του ανοίξουν επίσης διάφορες πόρτες στον επαγγελματικό στίβο, όπως προκύπτει από διάφορα σημεία της αφήγησης.
Λιγότερο προφανείς είναι οι πολιτικές προεκτάσεις αυτών των ασχολιών.
Από τις διαθέσιμες μαρτυρίες δεν προκύπτει κάποια ενασχόληση του επαρχιώτη αθλητή φοιτητή με τον συνδικαλισμό ή τα κοινωνικά κινήματα, στα θυελλώδη εκείνα χρόνια των μέσων της δεκαετίας του ’30.
Στη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας τον συναντάμε, αντίθετα, στέλεχος της ΕΟΝ στα ΑΕΙ.
«Ιδρυθείσης της Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας, ενεγράφην από τους πρώτους, εργασθείς με θέλησιν και πίστιν για τον ωραίο σκοπό τον οποίο επιδιώκει ο φαλαγγιτισμός», διαβάζουμε σε αυτοβιογραφικό σημείωμά του της εποχής εκείνης.
«Από τας πρώτας ημέρας ανέλαβον την διοίκησιν της φυσικής αγωγής των Ανωτάτων Σχολών, κατορθώσας να δώσω σάρκα και οστά εις το τμήμα τούτο. Για την εν γένει εθνικιστικήν μου δράσιν, πλειστάκις με συνεχάρη ο Κυβερνητικός Επίτροπος Νεολαίας κ. Κανελλόπουλος».
Η ενθουσιώδης αυτή αφήγηση συμπληρώνεται με ύμνους προς τον δικτάτορα, «εις τον οποίον η Ελλάς οφείλει την σημερινήν της αναγέννησιν και την σημερινήν της ισχύν» (σ. 37).
Αμεση απόρροια αυτής της ένταξης υπήρξε η καχυποψία των αντιφασιστών συναδέλφων του για το άτομό του (σ. 45).
Ο πάγος θα διαρραγεί μόνο τον χειμώνα του 1938, όταν ο «εθνικιστής» Λαμπράκης καταθέτει ως μάρτυρας υπεράσπισης (και πετυχαίνει την αθώωση) ενός αριστερού συμφοιτητή του που είχε συλληφθεί από φαλαγγίτες της ΕΟΝ στη διάρκεια αντιδικτατορικής μικροδιαδήλωσης στα Χαυτεία (σ. 47).
Ασφαλέστερο δείκτη για τις πραγματικές αντιλήψεις του εκείνη την εποχή αποτελεί πάντως το πρωτόλειο άρθρο που δημοσίευσε στον «Αρκαδικό Τύπο» της Τρίπολης, μερικούς μήνες πριν από την κήρυξη της μεταξικής δικτατορίας (1/12/1935).
Ο 23χρονος φοιτητής προβάλλει εκεί μια εξιδανικευμένη εικόνα της αθλητικής άμιλλας ως το ευγενές αντίδοτο στην εθνικιστική αναπαραγωγή των μνημονικών τραυμάτων του πρόσφατου αιματηρού παρελθόντος:
«Η Ελλάς, η κοιτίς του πολιτισμού, προ έξ ακριβώς ετών μετεχειρίσθη τον κλασσικόν αθλητισμόν ως κρίκον επικοινωνίας και συναδελφώσεως των Βαλκανικών λαών διά της ετησίας τελέσεως των Βαλκανικών αγώνων. [...]
Η Τουρκία υπεδέχθη εφέτος τους αθλητικούς αντιπροσώπους των χωρών, αι οποίαι εις το παρελθόν κατέφυγον εις την ισχύν των όπλων και τα αιματοβαφή πεδία των μαχών διά να εξομαλύνουν [sic] τας εκάστοτε διαφοράς των και να ικανοποιήσουν τας σωβινιστικάς των απόψεις και τα συμφέροντα των επιδιώξεών των.
Εις τας ειδυλλιακάς χλοεράς κοιλάδας του Αίμου, τα οστά των φονευθέντων νέων εκαλύφθησαν πλέον από την σποδόν της λησμοσύνης» (σ. 16).
Εξίσου εξιδανικευτική είναι όμως και η εικόνα που αποκομίζει από το Βερολίνο του 1936, ως μέλος της ελληνικής ολυμπιακής ομάδας.
Ο ενθουσιασμός που αποτυπώνεται στο ημερολόγιό του γι’ αυτό το ταξίδι αντανακλά, βέβαια, εν μέρει την ψυχολογία του νεαρού επαρχιώτη που έρχεται πρώτη φορά σ’ επαφή με την αναπτυγμένη Ευρώπη, ως τιμώμενο μάλιστα μέλος μιας επίσημης εθνικής αντιπροσωπείας:
«Επραγματοποιείτο ίσως το μεγαλειωδέστερον όνειρον της ζωής μου. Δεν περίμενα ποτέ πως εγώ, από ένα άσημο χωριό, θα αντιπροσώπευα τα Ελληνικά χρώματα εις παγκοσμίους αγώνας» (σ. 17).
Ο Γρήγορης Λαμπρακής παρέα με τον παλαίμαχο Σπύρο Λούη, αξιωματικούς της Βέρμαχτ αλλά και τον ολυμπιονίκη Τζέσε Οουενς στο ολυμπιακό Βερολίνο του 1936Πάνω: παρέα με τον παλαίμαχο Σπύρο Λούη, αξιωματικούς της Βέρμαχτ αλλά και (κάτω) τον ολυμπιονίκη Τζέσε Οουενς στο ολυμπιακό Βερολίνο του 1936 | ΑΣΚΙ / E. GKOTZARIDIS, A PACIFIST’S LIFE AND DEATH
Από την άλλη, η οργάνωση και η «τάξη» που συναντά στη χιτλερική Γερμανία του προκαλούν σαφώς θετική εντύπωση, δίχως ιδιαίτερους προβληματισμούς για τη σκοτεινή πίσω όψη τους (σ. 18-19).
Οπως και τα υπόλοιπα μέλη της ελληνικής ομάδας, κατά την είσοδό του στο στάδιο θα χαιρετίσει ναζιστικά· ο «ολυμπιακός» χαιρετισμός ελάχιστα διαφέρει, άλλωστε, από τον χιτλερικό (σ. 21-22).
Η γερμανοφιλία δεν θα τον εγκαταλείψει και τα επόμενα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων μαθαίνει γερμανικά με όνειρο μια υποτροφία στο κατεξοχήν «λίκνο της επιστήμης».
Οι ίδιοι οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοί του, Νικόλαος Λούρος και Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, είναι άλλωστε φανατικοί γερμανολάτρες, με απόψεις εξαιρετικά συγγενείς προς την ευγονική του Γ΄ Ράιχ.
Ο πρώτος θα προσεγγίσει το 1932 τους ναζί, προτείνοντας ν’ αναλάβει τη μεταλαμπάδευση του γερμανικού -και εθνικοσοσιαλιστικού- πνεύματος στην Ελλάδα (σ. 65-6).
Ο δεύτερος, συγγενής εξ αγχιστείας του στρατάρχη Φον Λιστ (σ. 57), θα γίνει θλιβερά γνωστός σαν ένας από τους δωσίλογους «πρωθυπουργούς» της Κατοχής.
Τα τελευταία χρόνια, η εγχώρια ναζιστική προπαγάνδα έχει επανειλημμένα σπεκουλάρει διαδικτυακά πάνω στην «αποκάλυψη» αυτών των προπολεμικών πτυχών της ζωής του Λαμπράκη – αντιγράφοντας τις παλιότερες προπαγανδιστικές επιδόσεις της Δεξιάς γύρω από το «μεταξικό» νεανικό παρελθόν άλλων αγωνιστών, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης.
Η σκανδαλοθηρία αυτή έχει, ωστόσο, κοντά ποδάρια: προϋποθέτει μια παντελώς αντιιστορική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι γεννιούνται ήρωες (ή προδότες) και παραμένουν αναλλοίωτοι στον χρόνο, δίχως να επηρεάζονται (πόσο μάλλον να καθορίζονται) από τις ενδιάμεσες εξελίξεις.
Στην πραγματικότητα, βέβαια, συμβαίνει το εντελώς αντίθετο.
Και, στην ελληνική περίπτωση, αυτό ακριβώς είναι που τσούζει τους «εθνικιστές» μας: όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, και η Ελλάδα βρέθηκε κάτω από το πέλμα των «υπερβόρειων» ομοϊδεατών τους, όλοι εκείνοι οι νέοι, όπως ο 29χρονος γιατρός από την Κερασίτσα, πέρασαν –παίζοντας το κεφάλι τους– στην αντίπερα όχθη.

Κατοχή, Αντίσταση, Δεκέμβρης

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης παρέχει δωρεάν ιατρικές εξετάσεις αθλητών επί Κατοχής
Στην πρώτη φάση της Κατοχής, ο Λαμπράκης –όπως και τόσοι άλλοι– ασχολείται κυρίως με τον αγώνα για την επιβίωση.
Αγώνα όχι μόνο ατομικό, αλλά και συλλογικό: τον φονικό χειμώνα του 1941-42 πρωτοστατεί στη δημιουργία της Ενωσης Ελλήνων Αθλητών, συλλογικότητας που διεκδικεί από τις κατοχικές αρχές τη λειτουργία συσσιτίου και αποσπά από τον ΣΕΓΑΣ τη διάθεση του 30% των εισπράξεων από τις αθλητικές συναντήσεις για βοηθήματα προς τους άπορους αθλητές (σ. 51-55).
Οταν το Δ.Σ. του ΣΕΓΑΣ καταφεύγει στο Ιταλικό Φρουραρχείο για ν’ απαγορεύσει εκδήλωση της «ανταγωνιστικής» ΕΑΑ, ο Λαμπράκης και άλλα μέλη της τελευταίας θα σπάσουν τα γραφεία του στο Κολωνάκι (σ. 53).
Σε καλύτερη μοίρα ο ίδιος, ως γιατρός και δη επαρχιώτης, προσφέρει επίσης στους συναθλητές του δωρεάν ιατρικές υπηρεσίες (βλ.φωτογραφία- E. GKOTZARIDIS, A PACIFIST’S LIFE AND DEATH) και φροντίζει για την τροφοδοσία τους με «θρεψίνη» (σ. 55).
Από ένα σημείο τουλάχιστον και μετά, η ΕΕΑ αποτελεί πάντως τμήμα του ευρύτερου ΕΑΜικού κινήματος (σ. 53).
Ο ίδιος ο Λαμπράκης εντάσσεται στο ΕΑΜ στις αρχές του 1943, επηρεασμένος από την πρόσφατη εκτέλεση ενός συγχωριανού και παιδικού του φίλου από τους κατακτητές, και μετέχει ενεργά στη νικηφόρα παλλαϊκή εξέγερση του Φεβρουαρίου-Μαρτίου ενάντια στην πολιτική επιστράτευση.
Στις 25 Μαρτίου 1943 πρωτοστατεί μάλιστα στο επεισοδιακό στεφάνωμα της προτομής του Ξάνθου, στο Κολωνάκι, παρά τις επανειλημμένες επιθέσεις της καραμπινιερίας στους διαδηλωτές (σ. 61-2).
Το επόμενο διάστημα, τέλος, διοχετεύει φαρμακευτικό υλικό στον ΕΛΑΣ (σ. 70).
Παρόμοια στράτευση επιδεικνύουν και ορισμένοι τουλάχιστον από τους στενότερους συγγενείς του.
Ο αδερφός του Θεόδωρος του αφήνει τη διαχείριση της κλινικής του και βγαίνει στο βουνό, ως γιατρός του αντάρτικου νοσοκομείου που εγκαταστάθηκε στο σανατόριο της Πέτρας, στον Ολυμπο (σ. 73)· ο αδερφός τους Μήτσος συλλαμβάνεται το 1944 από τους Γερμανούς στην Κερασίτσα ως κομμουνιστής και στέλνεται στο Νταχάου, απ’ όπου θα επιστρέψει μετά τον πόλεμο επιληπτικός, με σακατεμένη υγεία (σ. 167)· ένας ξάδερφος (Οδυσσέας Τσουκόπουλος) βγαίνει στο βουνό με τον ΕΛΑΣ Πελοποννήσου κι ένας άλλος (Γιάννης Τσουκόπουλος) εκτελείται τον Σεπτέμβριο του 1944 από τους ταγματασφαλίτες στην Τρίπολη (σ. 106-7).
Αν στη δημόσια δράση του ο νεαρός Γρηγόρης δεν διστάζει μπροστά στις συγκρούσεις, δεν συμβαίνει ωστόσο το ίδιο στον στενό επαγγελματικό του χώρο – το μαιευτήριο «Μαρίκα Ηλιάδη», όπου εργάζεται ως ειδικευόμενος κι εν συνεχεία ως γιατρός από το 1939 μέχρι το 1945.
Αρκετά εύγλωττη είναι η άρνησή του να πάρει θέση στη σύγκρουση μεταξύ των καθηγητών του, όταν στις προπολεμικές επιστημονικές έριδές τους έρχεται να προστεθεί η διαμετρικά αντίθετη στάση τους απέναντι στην ξένη κατοχή: σε αντίθεση με τους περισσότερους συναδέλφους του, δεν υποβάλλει παραίτηση όταν ο Νικόλαος Λούρος διώχνεται το 1942 από το μαιευτήριο και την εκεί κατοικία του, επειδή αρνήθηκε να υποβάλει δήλωση νομιμοφροσύνης στον Ιταλό βασιλιά (σ. 63).
Ενώ μάλιστα είχε ξεκινήσει την ειδίκευσή του με τον Λούρο, θα τη συνεχίσει με τον αντίπαλό του Λογοθετόπουλο, πρωθυπουργό της τότε δωσιλογικής κυβέρνησης· με αυτόν επόπτη υποστηρίζει στις 6/4/1943 τη διατριβή του, μετά τον πόλεμο θ’ απαλείψει όμως το όνομά του από τη δημοσίευσή της (σ. 87-8).
Στη διάρκεια των Δεκεμβριανών ο Λαμπράκης θα παραμείνει ως χειρουργός στο «Μαρίκα Ηλιάδη».
Αμέσως μετά την ανακατάληψη της περιοχής από την κυβερνητική Εθνοφυλακή, στις 20 Δεκεμβρίου συλλαμβάνεται, μεταφέρεται στο Γενικό Κρατικό και κατόπιν στο στρατόπεδο της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας στο Γουδί, για να καταλήξει στο βρετανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Χασάνι (νυν Ελληνικό), όπου θα παραμείνει μέχρι τη Βάρκιζα (σ. 86-7).
Από το πρόσφατο ρεπορτάζ των συναδέλφων Νικόλα Ζηργάνου και Γιώργου Πετρόπουλου σχετικά με τον φάκελό του στην Ασφάλεια πληροφορούμαστε πως τη σύλληψή του προκάλεσε η καταγγελία ενός πρώην διευθυντή του, που τον υποδείκνυε σαν ηθικό αυτουργό της «αποπείρας συλλήψεώς» του από τον ΕΛΑΣ, κι ότι στην πορεία διατυπώθηκαν εις βάρος του ακόμη και καταγγελίες ότι «διετέλεσε αρχηγός της ΟΠΛΑ», υπεύθυνος μάλιστα για «τέσσαρις εκτελέσεις εθνικιστών εκ του ως άνω Νοσοκομείου» («Εφ.Συν.», 13/5/2017, σ. 34-5).
Από το ημερολόγιό του διαπιστώνουμε πάντως ότι αυτές οι τερατολογίες, τις οποίες και η ίδια η Ασφάλεια έκρινε τελικά αβάσιμες, δεν έγιναν πιστευτές ούτε καν από τους δεσμοφύλακές του.
Αρκετοί από τους τελευταίους τού εκδήλωσαν την αλληλεγγύη τους και προσπάθησαν να πετύχουν την απόλυσή του πολύ πριν από την εκεχειρία.

Τα χρόνια της ιδιώτευσης

Στα χρόνια του Εμφυλίου ο Λαμπράκης αποτελεί τυπική περίπτωση Αθηναίου που δεν ακολούθησε το δεύτερο αντάρτικο και προσπάθησε να επιβιώσει όπως όπως.
Τον Αύγουστο του 1945 διορίστηκε επιμελητής στο «Τζάνειο» και τον Νοέμβριο μετακινήθηκε στο «Αλεξάνδρα» (σ. 89) – μεταβολή που, όπως προκύπτει από τον φάκελό του, οφειλόταν πιθανότατα σε παρέμβαση της Ασφάλειας για εκδίωξή του από την πρώτη θέση.
Από τον φάκελό του διαπιστώνεται επίσης ότι απείχε από τις εκλογές του 1946, ότι στις 11/6/1948 υπέγραψε στην Ασφάλεια δήλωση καταδίκης του ΚΚΕ (διευκρινίζοντας πως ο ίδιος υπήρξε ΕΑΜίτης αλλά ουδέποτε κομμουνιστής) και ότι στις 19/5/1949 υπέβαλε αίτηση για χορήγηση πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων, το οποίο του χορηγήθηκε αμέσως («Εφ.Συν.», όπ.π.).
Δεν ήταν, άλλωστε, ο μόνος. Το μεγαλύτερο μέρος των αριστερών της πρωτεύουσας ακολούθησε την ίδια εποχή παρόμοια διαδρομή, αρνούμενο να πάρει μέρος σε μια ένοπλη αναμέτρηση δίχως την παραμικρή προοπτική, από τη στιγμή μάλιστα που (σε αντίθεση με μεγάλο μέρος της υπαίθρου) η κρατική και παρακρατική τρομοκρατία δεν πήραν εδώ τέτοια διάσταση ώστε να καθιστούν προτιμότερο έναν αξιοπρεπή θάνατο.
Εκτός από τα ανακλαστικά της επιβίωσης, την αποστασιοποίησή του από το δεύτερο αντάρτικο θα σφραγίσει επίσης η τραγική μοίρα του ξαδέρφου του Αλέκου Τσουκόπουλου, ταγματάρχη του ΔΣΕ που τουφεκίστηκε τον Φλεβάρη του 1949 από τους προϊσταμένους του ως υπεύθυνος για ένα θανάσιμο λάθος που επέφερε μεγάλες απώλειες (σ. 106-7).
Μεταξύ 1948 και 1950, ο αγώνας του Λαμπράκη επικεντρώνεται έτσι κυρίως στην προσπάθεια για επαγγελματική ανέλιξη σ’ ένα άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, όπου οι επιλογές του των κατοχικών χρόνων βαραίνουν πολλαπλά (σ. 91-6).
Στις 30/3/1949 καταθέτει τη διατριβή του επί υφηγεσία, με εισηγητή τον Νικόλαο Λούρο· η εξέτασή του θα καθυστερήσει όμως περισσότερο από έναν χρόνο, για λόγους που μάλλον έχουν να κάνουν με τους ανοιχτούς λογαριασμούς του 1942.
Για να υπερνικήσει τις αντιστάσεις, ο νεαρός επιστήμονας δεν περιορίζεται στο διάβασμα αλλά, όπως πληροφορούμαστε από το ημερολόγιό του, προειδοποιεί τους άμεσα ενδιαφερόμενους ότι, σε περίπτωσή απόρριψής του, θα φτάσει μέχρι την αυτοκτονία (σ. 93).
Την επιτυχή έκβαση της τελικής δημόσιας εξέτασής του (23/5/1950) θ’ ακολουθήσει ο διορισμός του ως υφηγητή στην Ιατρική Σχολή (18/7/1950) και η έκδοση των δυο πρώτων τόμων της «Κλινικής Ενδοκρινολογίας» (1954-1956), που τον καθιστούν κορυφή στην εγχώρια ιατρική αγορά.
Οσο για την κοινωνική δράση του, αυτή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας θα περιοριστεί στην ανθρωπιστική προσφορά δωρεάν ιατρικών εξετάσεων για απόρους μία μέρα την εβδομάδα στο ιατρείο του – και στην Τρίπολη, μία μέρα τον μήνα (σ. 102).

Επιστροφή στην πολιτική

Προεκλογική αφίσα του Γρηγόρη Λαμπράκη το 1961Προεκλογική αφίσα του 1961 | E. GKOTZARIDIS, A PACIFIST’S LIFE AND DEATH
Καθοριστική στιγμή για την επάνοδο του Λαμπράκη στην πολιτική ζωή θ’ αποτελέσει η πετυχημένη εκλογική κάθοδος του αδερφού του Θεόδωρου ως υποψηφίου της κεντροαριστερής ΕΠΕΚ, στους κόλπους της αντικαραμανλικής Δημοκρατικής Ενωσης, τον Φλεβάρη του 1956. Τον Ιούλιο του 1956, λίγους μόνο μήνες μετά την εκλογή του, ο Θεόδωρος θα πεθάνει από καρδιακή προσβολή (σ. 102).
Ο Γρηγόρης θ’ ακολουθήσει τα ίχνη του, ταλαντευόμενος για ένα διάστημα μεταξύ διαφορετικών επιλογών στον χώρο της ευρύτερης Κεντροαριστεράς.
Τόσο οι προφορικές μαρτυρίες που επικαλείται στο βιβλίο η κ. Γκοτζαρίδη (σ. 111) όσο και ο φάκελός του στην Ασφάλεια («Εφ.Συν.», 13/5/2017, σ. 35-7) περιέχουν αρκετές νύξεις γι’ αυτές τις παλινδρομήσεις.
Το 1958 φέρεται να βολιδοσκόπησε ανεπιτυχώς την ΕΠΕΚ για τη θέση του αδερφού του και να απέρριψε ανάλογη πρόταση της ΕΔΑ, με το σκεπτικό πως «ενδιαφέρεται μόνο για την επιστήμη και τον αθλητισμό, όχι για την πολιτική» – επιλογή για την οποία δήλωνε μετανιωμένος μετά τις εκλογές της 11ης Μαΐου που ανέδειξαν την ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση.
Ο Γρηγόρης Λαμπράκης αντιμέτωπος με τη Χωροφυλακή στον Μαραθώνα (21/4/1963Αντιμέτωπος με τη Χωροφυλακή στον Μαραθώνα (21/4/1963 | 
Λιγότερο βάσιμοι φαίνονται οι ισχυρισμοί ότι και το 1961 επιχείρησε να πολιτευθεί με τη νεοσύστατη Ενωση Κέντρου, αλλά τον απομάκρυνε η απαίτηση καταβολής ενός υπέρογκου ποσού στα ταμεία της· κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για σύγχυση με τα προ τριετίας συμβάντα.
Οταν άλλωστε προκηρύχθηκαν οι εκλογές του 1961, η ΕΔΑ όχι μόνο αποτελούσε σοβαρότερη δύναμη από το πολυδιασπασμένο Κέντρο, αλλά και ο Λαμπράκης είχε εκδηλωθεί υπέρ της ήδη από το 1958, με τη δημόσια υποστήριξη της υποψηφιότητας του ξαδέρφου του Οδυσσέα Τσουκόπουλου στην Αρκαδία.
Μια προσαγωγή του μάλιστα στη Χωροφυλακή Τριπόλεως, την παραμονή των εκλογών, με την «κατηγορία» της χρησιμοποίησης του Ι.Χ. του για διασπορά φέιγ-βολάν, θα παράσχει το έναυσμα για τον υπηρεσιακό επαναχαρακτηρισμό του ως «κομμουνιστή» από την Ασφάλεια (30/8/1958).
Το 1961 θα κατέβει τελικά στις εκλογές ως ανεξάρτητος συνεργαζόμενος με την ΕΔΑ και θα εκλεγεί δεύτερος βουλευτής στην Α΄ Πειραιά με 2.582 σταυρούς, πολύ πίσω από τον Αντώνη Μπριλλάκη που πριμοδοτήθηκε από το κόμμα (14.162 σταυροί) και σχετικά μικρή διαφορά από τον τρίτο υποψήφιο, Α. Βουλοδήμο (2.448 σταυροί).

Σύμβολο δυναμισμού

Αυτό που διακρίνει τον Λαμπράκη από τους περισσότερους συναδέλφους του στον ενάμιση μόλις χρόνο που κύλησε ανάμεσα στην εκλογή και τη δολοφονία του, είναι η κατεξοχήν μαχητική στάση του απέναντι σ’ ένα καθεστώς ασύστολης κρατικής τρομοκρατίας.
Σύμβολο μιας νέας δημοκρατικής γενιάς, που δεν βαρύνεται με το τραύμα της στρατιωτικής ήττας και στην πορεία θα προσδώσει στην ελληνική δεκαετία του 1960 τον χαρακτήρα μιας αγωνιστικής και πολιτισμικής ταυτόχρονα αναγέννησης, δεν περιορίζεται στα μεγάλα λόγια αλλά παλεύει –κυριολεκτικά– να επιβάλει τον έμπρακτο σεβασμό της δημοκρατικής νομιμότητας.
Η πολιτική του πλατφόρμα συνδύαζε την υπεράσπιση της ειρήνης και την προσπάθεια περιορισμού των στρατιωτικών εξοπλισμών (σταθερά της πολιτικής τής παγκόσμιας Αριστεράς ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1950) με το όραμα ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους (η οικοδόμηση του οποίου θα γινόταν εφικτή με τη δραστική μείωση των πολεμικών δαπανών και τον αναπροσανατολισμό της εγχώριας και παγκόσμιας παραγωγής) και τον αγώνα για δημοκρατία.
Αναπαράγοντας το κείμενο μιας σχετικής ομιλίας του (17/5/1962), η συγγραφέας δεν παραλείπει να επισημάνει πόσο οικεία ακούγεται στη σημερινή Ελλάδα των μνημονίων, μισόν αιώνα μετά την εκφώνησή της:
«Κρίση, αδιέξοδο, καθυστέρηση, όλο ίδιες λέξεις επαναλαμβάνονται.
Χορεύουν γύρω-γύρω στον ίδιο χορό του Ζαλόγγου. Ελλάδα πλούσια, Ελλάδα υπανάπτυκτη, Ελλάδα κοιτίδα του πολιτισμού.
Ελλάδα με τους χιλιάδες αγράμματους και τα ερειπωμένα σχολεία, Ελλάδα με σχολεία χωρίς δασκάλους, Ελλάδα με δασκάλους χωρίς δουλειά» (σ. 153).
Εξίσου οικείες ακούγονται οι διαμαρτυρίες του για την ανάδειξη στην ευρωπαϊκή ηγεσία του ΝΑΤΟ κάποιων Γερμανών στρατηγών με φρικαλέα προϋπηρεσία στις τάξεις της χιτλερικής Βέρμαχτ (σ. 155-60).
στην Ο Γρηγόρης Λαμπράκης πορεία της CND για την ειρήνη στο Ολντερμάστον (12-15/4/1963
Ορατή είναι, τέλος, η προσπάθειά του για διασύνδεση των αγώνων για ειρήνη, κοινωνικό κράτος και δημοκρατία με τα αντίστοιχα τεκταινόμενα στη Δυτική, κυρίως, Ευρώπη.
Αποκορύφωμα, η εμβληματική συμμετοχή του στο τετραήμερο αντιπυρηνικό συλλαλητήριο της CND στο Ολντερμάστον τον Απρίλιο του 1963 (βλ. φωτογραφία) και η επεισοδιακή προσπάθεια μεταφύτευσής του στην Ελλάδα, με τη μορφή της (απαγορευμένης) πρώτης μαραθώνιας πορείας, τις επόμενες ημέρες.
Το ημερολόγιό του από την κινητοποίηση της CND αποτυπώνει με τον σαφέστερο τρόπο αυτή την ανακάλυψη ενός νέου διεθνισμού, βασισμένου στον αγώνα για κοινές αξίες κι όχι στην υπαγωγή σε κάποιο γεωστρατηγικό μπλοκ (σ. 190-4).
Το ειρηνιστικό κίνημα της δεκαετίας του ’60 βρέθηκε στο επίκεντρο της εθνικόφρονος καταστολής Το ειρηνιστικό κίνημα της δεκαετίας του ’60 βρέθηκε στο επίκεντρο της εθνικόφρονος καταστολής |ΑΣΚΙ / E. GKOTZARIDIS, A PACIFIST’S LIFE AND DEATH
Πάνω απ’ όλα, ο Λαμπράκης θα ξεχωρίσει, ωστόσο, για την επίμονη μαχητικότητά του ενάντια στο κράτος των εθνικοφρόνων, την απουσία ενδοιασμών ν’ ανταποδώσει λόγο στον λόγο και πλήγμα στο πλήγμα.
Καθόλου άσχετη με το γεγονός ότι τα προσωπικά του βιώματα διέφεραν πολύ από εκείνα των ηττημένων του 1949, η μαχητικότητά του αυτή θα οδηγήσει στη στοχοποίηση και την τελική προγραφή του:
 Στις 13 Μαρτίου 1963 ξαπλώνει μέσα στη Βουλή με μια γροθιά τον βουλευτή Κιλκίς της ΕΡΕ και παλιό διοικητή των εκεί ταγματασφαλιτών, Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο, όταν αυτός τον αποκάλεσε «πούστη», απείλησε την ΕΔΑ με «θάψιμο» και σήκωσε χέρι στον Αντώνη Μπριλλάκη.
 Στις 21 Απριλίου, παλεύει πεισματικά μόνος ενάντια σε τεράστιες αστυνομικές δυνάμεις, για τη συμβολική πραγματοποίηση της μαραθώνιας πορείας που απαγόρευσε, ως «εθνικά επικίνδυνη», η κυβέρνηση Καραμανλή.
 Στις 26 Απριλίου φτάνει στο Λονδίνο, για να συμπαρασταθεί στην Μπέτυ Αμπατιέλου, σύζυγο του βαρυποινίτη κομμουνιστή συνδικαλιστή Αντώνη Αμπατιέλου, που διεκδικεί μαχητικά μια ακρόαση από τη Φρειδερίκη για να επαναφέρει στην επικαιρότητα το ζήτημα των πολιτικών κρατουμένων που σαπίζουν στα κάτεργα του Ελληνικού Βασιλείου.
Με δηλώσεις του προς τις βρετανικές εφημερίδες (29/4) προειδοποιεί τη Φρειδερίκη ότι «με την πολιτική της οδηγεί τον θρόνο στον όλεθρο».
Η στοχοποίησή του ως ηθικού αυτουργού του διεθνούς διασυρμού της βασίλισσας από τον δεξιό Τύπο θα «νομιμοποιήσει» ηθικά την εξόντωσή του στα μάτια των μελλοντικών δολοφόνων του.
 Στις 9 Μαΐου υπερασπίζεται την Αμπατιέλου από το βήμα της Βουλής, μπροστά στον διάδοχο Κωνσταντίνο και τον υπασπιστή του, ταγματάρχη Αρναούτη.
 Υστατη αντιστασιακή του πράξη θ’ αποτελέσει η άνοδός του στη συμπρωτεύουσα για τα εγκαίνια των γραφείων των «Φίλων της Ειρήνης», παρά τις υπόγειες πιέσεις, τις απειλές και τις προειδοποιήσεις για τη ζωή του.
Αντιλαμβανόταν πολύ καλά πως, όταν ένας βουλευτής υποχωρεί μπροστά στο παρακράτος, στέλνει μήνυμα για την υποταγή μιας ολόκληρης κοινωνίας.
Με την αθέλητη δε θυσία του συνέβαλε έτσι τελικά όσο λίγοι στην αποδόμηση του αστυνομικού κράτους εκείνων των χρόνων.

Πηγή: Τάσος Κωστόπουλος - "Εφημερίδα των Συντακτών"
{[['']]}

Ας μιλήσουμε για τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας. Μέρος 11ο - Κ* ΒΟΞ: "Ο ένοπλος αγώνας είναι αναπόσπαστο τμήμα μίας στρατηγικής που έχει ως στόχο την επαναστατική ανατροπή."


Εκτιμώντας ότι τις παρακάτω απόψεις για τις οργανώσεις ένοπλης πάλης ασπάζεται ένα μεγάλο μέρος του κόσμου που έχει αναφορά στην αναρχική ιδεολογία, παραθέτουμε την εισήγηση που έγινε εκ μέρους των καταληψιών του Κ* ΒΟΞ στην εκδήλωση «Ένοπλος Αγώνας, Επαναστατικό Κίνημα και Κοινωνική Επανάσταση» και η οποία πραγματοποιήθηκε στις 5 Νοέμβρη 2014, σε αίθουσα του Πολυτεχνείου Αθήνας. 

Να σημειώσουμε ότι στο εισηγητικό κείμενο γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην οργάνωση «Επαναστατικός Αγώνας», αφού ήταν η εποχή που είχε συλληφθεί ο Νίκος Μαζιώτης και καταζητούταν η σύντροφος του Πόλα Ρούπα: 


Μία προσέγγιση του θέματος της σημερινής συζήτησης προϋποθέτει μία πιο συνολική τοποθέτηση σχετικά με την πολιτική βία σου ασκείται απέναντι στο κράτος από το κίνημα, ανεξάρτητα από τις μορφές πολιτικής βίας που επιλέγονται. 

Μια τοποθέτηση δηλαδή σχετικά με τις πρακτικές της πολιτικής βίας τις οποίες υιοθετεί το ανατρεπτικό κίνημα, και εξαιτίας των οποίων βρίσκεται στο στόχαστρο της κρατικής καταστολής. Θεωρούμε δεδομένο ότι η άσκηση πολιτικής βίας με αντικαθεστωτικά και ταξικά χαρακτηριστικά, είναι μία απαραίτητη πρακτική για το κίνημα, και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μία πρακτική αντίστασης και επίθεσης μαζί. 

Πρόκειται για μία μορφή πολιτικής δράσης, συμπληρωματική με τις υπόλοιπες μορφές δράσης του κινήματος και γίνεται με τα μέσα που επιλέγονται από το κίνημα κάθε φορά. Πρέπει να σημειωθεί ότι, πέρα από τα όποια άμεσα ή μακροπρόθεσμα αποτελέσματα που μπορεί να έχει η επιλογή της πολιτικής βίας, το πιο σημαντικό είναι, ότι εξ’ αντικειμένου τοποθετείται στον πυρήνα της επαναστατικής διαδικασίας. 
Κι αυτό συμβαίνει γιατί μέσω της άσκησης πολιτικής βίας πρώτον, γίνεται πράξη η αμφισβήτηση του κρατικού μονοπωλίου στη βία, και δεύτερον αποτυπώνεται στην πράξη ότι μία επαναστατική διαδικασία έχει ως στόχο την κατάλυση του καπιταλισμού. Εδραιώνεται με άλλα λόγια στην πράξη η θέση ότι η μόνη επαναστατική προοπτική είναι η βίαιη συντριβή του κράτους. 

Πιο αναλυτικά, η αμφισβήτηση του κρατικού μονοπωλίου στη βία, η αμφισβήτηση δηλαδή της αποκλειστικής δυνατότητας των κρατικών οργάνων (αστυνομία, νομοθέτες, δικαστικοί) να ασκήσουν βία απέναντι σε όποιον χρειάζεται, είναι αμφισβήτηση της ίδιας της ουσίας του κράτους, δηλαδή της κατασταλτικής του δύναμης. Γιατί, το κράτος, για να παγιώσει την κυρίαρχη ιδεολογία και να αναπαράγει τις καπιταλιστικές σχέσεις εξουσίας πρέπει να αποσπάσει την κοινωνική συναίνεση. Και όταν η απόσπαση της συναίνεσης δεν είναι εφικτή μέσω της οικονομικής ή κοινωνικής πολιτικής, τότε το κράτος λειτουργεί ως μηχανισμός καταστολής και καταπίεσης, αποκαλύπτοντας την πραγματική του φύση. 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αντίληψης για τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, είναι σαφές ότι η μορφή της πολιτικής βίας που ασκείται από το κίνημα, (δηλαδή τα μέσα που επιλέγονται καθώς και η έντασή τους), καθορίζονται σε κάθε συγκυρία από το ίδιο το κίνημα, μέσα στις εσωτερικές του διαδικασίες. Και η επιλογή των μορφών δράσης οφείλουν να είναι ανεξάρτητες από τη διάκριση που επιβάλλεται από το κράτος, μέσω της καταστολής σχετικά με το ποια δράση είναι νόμιμη και ποια παράνομη. Ανεξάρτητα δηλαδή από τα «όρια της νομιμότητας» τα οποία άλλωστε συρρικνώνονται όλο και περισσότερο την εποχή που διανύουμε. 

Βάζουμε τον όρο «όρια της νομιμότητας» σε εισαγωγικά γιατί δεν είναι νομοθετικά-συνταγματικά κατοχυρωμένα, αλλά καθορίζονται σε κάθε συγκυρία από την έκβαση της ταξικής πάλης. Οπότε και ο ένοπλος αγώνας αποτελεί ένα κομμάτι του κινήματος, και μάλιστα, εν δυνάμει, είναι αναπόσπαστο τμήμα μίας στρατηγικής που έχει ως στόχο την επαναστατική ανατροπή. 

Άλλωστε μαζικός ένοπλος αγώνας σημαίνει εμφύλιος ταξικός πόλεμος. Με την έννοια αυτή, είναι σαφείς και οι λόγοι της ειδικής κατασταλτικής και ιδεολογικής αντιμετώπισης που το κράτος επιφυλάσσει στους φορείς της πολιτικής βίας και ιδιαίτερα στους ένοπλους αντάρτες. 

Βασικό χαρακτηριστικό της στρατηγικής του κράτους στην αντιμετώπιση των πολιτικών του αντιπάλων είναι να εμφανίζεται ενιαίο, συμπαγές και ισχυρό, να δημιουργεί δηλαδή ένα ενιαίο ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο καταστολής. Αυτό το πλαίσιο καταστολής σε κάθε συγκυρία εκφράζει τον τρόπο που τα συμφέροντα της αστικής τάξης για κοινωνική ειρήνη και αναπαραγωγή του κεφαλαίου καθορίζουν και διαμορφώνουν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς επιβολής εξουσίας και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς πειθάρχησης της κοινωνίας. 

Ανεξάρτητα, δηλαδή, από τις όποιες ενδοαστικές αντιθέσεις που υπάρχουν σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, όταν η ίδια η αστική κυριαρχία αμφισβητείται έμπρακτα ή τίθεται υπό αμφισβήτηση μέσω της έλλειψης κοινωνικής συναίνεσης, η αστική τάξη, το κράτος και όλες οι θεσμικές τους λειτουργίες συγκροτούν ένα συμπαγές μπλοκ, ξεπερνούν τις διαφορές τους και επιτίθενται στον κοινό ταξικό εχθρό τους. 

Ομογενοποιούνται δηλαδή για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν ένα επαναστατικό κίνημα που αμφισβητεί την ίδια τους την ύπαρξη. Γι’ αυτό και το κίνημα, πολεμώντας απέναντι σε αυτό το ενιαίο κρατικό μέτωπο οφείλει από την πλευρά του να εμφανίζεται ενιαίο απέναντι στην κρατική καταστολή, και, ακόμα περισσότερο σε όσους διώκονται για την επαναστατική τους δράση, για συμμετοχή σε ένοπλες οργανώσεις. 

Οπότε, για να έρθουμε στο ζήτηση της αλληλεγγύης, πιστεύουμε ότι: η μη στήριξη των διωκόμενων από το κράτος συνεπάγεται και την άρνηση αναγνώρισης της σημασίας της πολιτικής βίας, άρα την άρνηση του δικαιώματος άμυνας, αντίστασης και επίθεσης απέναντι στην βία του κεφαλαίου. Σημαίνει δηλαδή, την έμμεση αποδοχή του κρατικού μονοπωλίου στη βία. 

Έτσι και η αλληλεγγύη στους πολιτικούς κρατούμενους, σε όσους δηλαδή διώκονται διότι αγωνίζονται για την επαναστατική ανατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας οφείλει να είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής δράσης, ανεξάρτητα από τη μορφή του αγώνα τους, και κυρίως, ανεξάρτητα από το επίπεδο καταστολής που αντιμετωπίζουν. Και φυσικά, ανεξάρτητα με το κλίμα φόβου και τρομοϋστερίας που οι μηχανισμοί εξουσίας προσπαθούν να σπείρουν στον κόσμο της αντίστασης. Ιδιαίτερα αυτή την εποχή όπου το φάσμα των αγωνιστών που αντιμετωπίζουν την καταστολή διευρύνεται, όσο στενεύουν τα «όρια της νομιμότητας». 

Με βάση την παραπάνω τοποθέτηση, θεωρούμε την αλληλεγγύη, ως ένα απαραίτητο τμήμα της διαδικασίας προς την κοινωνική επανάσταση, ως ένα σημαντικό κομμάτι μιας επιθετικής αντικαθεστωτικής στρατηγικής. Ένα κίνημα οφείλει να έχει συνείδηση, πως η υπεράσπιση των αιχμαλώτων του, των πολιτικών κρατούμενων, είναι πρωταρχικό αξίωμα ζωτικής σημασίας για την ίδια του την ύπαρξη και την εξέλιξή του. 

Δηλαδή, η αλληλεγγύη στους πολιτικούς κρατούμενους αποτελεί αφ’ ενός έναν βασικό πυλώνα του επαναστατικού εγχειρήματος και αφ’ ετέρου μία σχέση με μεγάλη δυναμική, μια σχέση αμφίδρομη μεταξύ αλληλέγγυων και διωκόμενων. Με αυτήν την έννοια, είμαστε αλληλέγγυοι στους πολιτικούς κρατούμενους ανεξάρτητα από το φάσμα του αγωνιστικού-ανατρεπτικού κινήματος από όπου προέρχονται. 

Προφανώς, η αλληλεγγύη δεν προϋποθέτει ταύτιση με το σύνολο των πολιτικών θέσεων των διωκόμενων και την επιλογή των μορφών πάλης και της έντασής τους, εφ’ όσον αυτές έχουν σαφές το πρόταγμα της ανατροπής του καθεστώτος. Με αυτήν τη λογική, στο φάσμα αυτό περιλαμβάνονται οι αγωνιστές και αγωνίστριες που διώκονται και φυλακίζονται για τη δράση τους στα πλαίσια του αντικαπιταλιστικού αγώνα και της επαναστατικής προοπτικής. 

Η αλληλεγγύη στους πολιτικούς κρατούμενους δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, ούτε μερική, αλλά αφορά το σύνολο των πολιτικών κρατούμενων. Και κριτήριο για την ιδιότητα του πολιτικού κρατούμενου αποτελεί και η αγωνιστική τοποθέτηση και στάση του στο δικαστήριο και στη φυλακή και η συνέπεια μεταξύ της διαδρομής και της δράσης του πριν τη σύλληψη και της στάσης του μετά από αυτήν. 

Σημαντικό σημείο στην διαδικασία της αλληλεγγύης και της έκφρασής της είναι η διαπίστωση ότι οι φυλακισμένοι αγωνιστές έχουν να αντιμετωπίσουν μεταξύ άλλων, τις διακαείς προσπάθειες του κράτους και των Μ.Μ.Ε για αποϊδεολογικοποίηση του ένοπλου αγώνα και πολιτική απαξίωση όσων επιλέγουν να ανταπαντήσουν στο κρατικό μονοπώλιο της βίας. Το κράτος αρνείται τον πολιτικό χαρακτήρα των αδικημάτων θέλοντας να παρουσιάσει τους πολιτικούς κρατούμενους ως «κοινούς εγκληματίες» και όχι ως αγωνιστές, αντίπαλους του καθεστώτος. 

Στην πραγματικότητα όμως με την ίδια του τη στάση το κράτος, με τις ειδικές συνθήκες κράτησης, τις φυλακές τύπου Γ’, τις ειδικές δίκες απουσία ενόρκων, την απροκάλυπτη καταπάτηση των ίδιων του των νομικών πλαισίων και γενικώς την «ειδική αντιμετώπιση», αποδεικνύει περίτρανα από μόνο του με τον καλύτερο τρόπο τον πολιτικό χαρακτήρα και ιδιότητα που τόσο θέλει να αποκρύψει και να απαξιώσει. Παρόλα αυτά, πιστεύουμε ότι από τα βασικά καθήκοντα της αλληλεγγύης είναι η πολιτική στήριξη των κρατούμενων και η δυνατότητα που πρέπει να έχουν, μέσα από κινηματικές διαδικασίες για τη διάδοση του λόγου τους. 

Τα αποτελέσματα που μπορεί να επιφέρει η ύπαρξη ενός δυνατού κινήματος αλληλεγγύης είναι πολύ σημαντικά και ουσιαστικά για τους συντρόφους που βρίσκονται σε ομηρία, αλλά και για όλο το κίνημα, καθώς η παρακαταθήκη που αφήνουν οι πρακτικές αλληλεγγύης, (συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, αφισοκολλήσεις, παρουσία στα δικαστήρια, οικονομική και πολιτική στήριξη των διωκόμενων, εκδηλώσεις με παρεμβάσεις των πολιτικών κρατούμενων, αντίσταση στην τρομοϋστερία), επιβεβαιώνουν ότι η αλληλεγγύη είναι το όπλο μας. 

 Όλα αυτά τα χρόνια, σε δεκάδες υποθέσεις, η συσπείρωση γύρω από τη σύσταση κινήσεων αλληλεγγύης, έχει αποδειχθεί καθοριστικής σημασίας όχι μόνο για αυτές καθ’ αυτές τις υποθέσεις, αλλά και γενικότερα για την κοινωνική υπόσταση του ίδιου του κινήματος, τη διαμόρφωση και τη ριζοσπαστικοποίησή του. Από την πρώτη χρονική περίοδο εγκαθίδρυσης της χούντας το 1967, έως και σήμερα, υπάρχει και καταγράφεται στον ελλαδικό χώρο η ένοπλη πολιτική αντιβία κομματιών του επαναστατικού κινήματος. Από τις βομβιστικές επιθέσεις την περίοδο της χούντας μέχρι τις πρόσφατες ένοπλες ενέργειες παρατηρείται μια αδιάλειπτη και συνεχής ένοπλη πάλη πενήντα σχεδόν ετών. 

Με το παράδοξο ενός μικρού πληθυσμιακά λαού και με λίγους ανθρώπους διαχρονικά στις τάξεις των επαναστατικών κινημάτων, που πάντα όμως έβγαζε και συνεχίζει να βγάζει ένοπλους αγωνιστές. Με δεκάδες ανθρώπους να έχουν φυλακιστεί και δολοφονηθεί σε αυτή τη διαδικασία. Μια ιστορική συνέχεια ενός παρελθόντος με μεγαλειώδεις αγώνες και θυσίες, ενός πανίσχυρου θυμικού των εποχών της ένοπλης αντίστασης του ΕΛΑΣ, των Δεκεμβριανών και του εμφυλίου πολέμου. Μιας βαθιάς ριζωμένης συλλογικής αντίληψης ότι αυτές οι θυσίες και το αίμα χιλιάδων αγωνιστών δεν έχουν δικαιωθεί. 

Από την εποχή που οι πρώτοι αντάρτες ανέβηκαν στο βουνό έως σήμερα, οι διαχειριστές της εξουσίας χρησιμοποιούν την ίδια στρατηγική και τις ίδιες μεθόδους για να αντιμετωπίσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους: την αποϊδεολογικοποίηση του ένοπλου αγώνα και των φορέων του και συνακόλουθα την πολιτική τους απαξίωση. «Ληστές» ήταν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, «συμμορίτες» οι μαχητές στα Δεκεμβριανά, «εαμοβούλγαροι ληστοσυμμορίτες» οι αγωνιστές του ΔΣΕ, «πράκτορες και χαφιέδες» οι βομβιστές της χούντας και της μεταπολίτευσης, «ποινικοί και κοινοί εγκληματίες» οι αγωνιστές των τελευταίων ετών. 

Μέσα σε αυτόν τον ιδεολογικό μηχανισμό πειθάρχησης της κοινωνίας και αποϊδεολογικοποίησης του αγώνα εντάσσεται και η τοποθέτηση της επίσημης αριστεράς καθώς και μεγάλου τμήματος της εξωκοινοβουλευτικής, που με την πάγια θέση της περί «λαθρεπιβατών της αριστεράς», αλλά και προβοκατόρων που το κίνημα ουδεμία σχέση έχει μαζί τους, συστρατεύονται με το κυρίαρχο καθεστώς στο εκάστοτε μπλοκ εξουσίας και στη φυσική και ηθική εξόντωση των πολιτικών του αντιπάλων. 

Κι αν διαχρονικά ξεχώριζε η στάση του αναρχικού αντιεξουσιαστικού κινήματος στο πώς αντιμετώπιζε τις ενέργειες ένοπλης βίας, δυστυχώς, τον τελευταίο καιρό διαπιστώνουμε μια πολιτική και πρακτική μετατόπιση ομάδων του κινήματος που τις καθιστά όμορες με τους διαχειριστές της εξουσίας ως προς την ιδεολογικοπολιτική αντιμετώπιση του ένοπλου αγώνα και την αφήγησή τους ως προς τη συνολική ερμηνεία του σκοπού, της προέλευσης και των αποτελεσμάτων της επαναστατικής βίας. 

Κείμενα και ανακοινώσεις του ευρύτερου κινήματος που επιλέγουν αντί για μία, έστω και αυστηρή, πολιτική κριτική, απλά τη συκοφάντηση και την απαξίωση ως την αποϊδεολογικοποίηση των ένοπλων ενεργειών δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να βοηθούν την εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος που θα βρεθούν εμπλεκόμενοι, αλλά και την ενίσχυση της κυρίαρχης κρατικής αφήγησης συνολικά για την επαναστατική βία. 

Το ένοπλο, είτε συμφωνούμε είτε όχι με τις επιλογές του και την πολιτική του τοποθέτηση, είναι κομμάτι του κινήματος και η αποδόμηση, εκ των έσω ειδικά, αυτής της ιστορικής βασικής αρχής των αγωνιζόμενων θα φέρει καταστροφικά και ισοπεδωτικά αποτελέσματα για το σύνολο του αγώνα, αφού δίνει πολιτική νομιμοποίηση σε αυτό που προαναφέραμε, την αποδοχή του κρατικού μονοπωλίου στη βία. Μια κριτική κομματιών του κινήματος που αφορά στα αποτελέσματα και τις παρενέργειες του ένοπλου αγώνα είναι η λογική ότι προκαλεί καταστολή στο ευρύτερο κίνημα μέσα από την κατασταλτική και νομοθετική θωράκιση που αναπτύσσεται από το κράτος μετά από κάθε ένοπλη ενέργεια. 

Εδώ βέβαια υπάρχει η εξής προβληματική. Ή δεχόμαστε την αφήγηση που λέει ότι τα νομοθετήματα και τα κατασταλτικά μέτρα αποσκοπούν στον ένοπλο χώρο, οπότε δεν αφορούν το κίνημα, είτε ότι το νομοθετικό και κατασταλτικό πλαίσιο αφορά στην πραγματικότητα όλο τον αγωνιζόμενο κόσμο, με ή χωρίς ενιαίες επιλογές, άρα θα επιβάλλονταν αργά ή γρήγορα και χωρίς ένοπλες ενέργειες, ή αφορά όποιον επιλέγει τη βίαιη αναβάθμιση των μέσων πάλης (πχ τμήματα του αναρχικού χώρου, κάτοικοι της Κερατέας και της Χαλκιδικής κλπ), οπότε για τη διάρρηξη αυτής της αμφίδρομης σχέσης πολιτική βία - αύξηση της καταστολής, θα πρέπει να δεχτούμε το κρατικό μονοπώλιο στη βία. 

 Η αλήθεια είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια που δεκάδες κοινωνικές ομάδες έχουν δεχτεί την κρατική καταστολή και διαπιστώνοντας ότι ουδεμία σχέση είχαν με επιλογές πολιτικής βίας, δυσκολευόμαστε να δεχτούμε ότι ο ένοπλος αγώνας είναι η ουσιαστική αιτία και το καταλυτικό γεγονός της αύξησης η πρόκλησης της καταστολής. Αντιθέτως, η απουσία του ή η ανακολουθία του με το ευρύτερο κίνημα μπορεί να οδηγήσει ακόμα περισσότερο στην επιβολή των κατασταλτικών και νομοθετικών πολιτικών της εξουσίας. 

 Υπάρχουν δεκάδες ιστορικά παραδείγματα όπου η ύπαρξη ένοπλου κομματιού σε παράλληλη ή αλληλοσυμπληρούμενη θέση με το ευρύτερο κίνημα ήταν ο βασικός λόγος ανάσχεσης της καταστολής παίζοντας καταλυτικό ρόλο υπέρ του κινήματος στο εκάστοτε διαμορφούμενο περιβάλλον συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ αγωνιζόμενων και εξουσιαστών. Το να αφήσουμε πίσω μας μια παγιωμένη συνθήκη δύο πόλων στο εσωτερικό του κινήματος που η μία απαξιώνει και θέτει εκτός του αγώνα το ένοπλο κομμάτι και η άλλη απαξιώνει και λοιδορεί ή θεωρεί αναποτελεσματικές τις μαζικές διαδικασίες είναι μια καλή αρχή για την επανοικειοποίηση της βασικής αξίωσης ενός αγώνα με προοπτική, την πολυμορφία. 

Από το 2003 που έκανε την εμφάνισή του ο Επαναστατικός Αγώνας, αναλύοντας το ιστορικό, οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο της περιόδου, επιτέθηκε σε διεθνείς τραπεζικούς κολοσσούς (Eurobank, Citibank), στο θεσμό της αστικής δικαιοσύνης (δικαστήρια σχολής Ευελπίδων), σε κρατικούς φορείς που λεηλατούν τον κοινωνικό πλούτο (χρηματιστήριο, υπουργείο Οικονομικών, υπουργείο Εργασίας), σε πρωταγωνιστές σκανδάλων (Βουλγαράκης, απαγωγές Πακιστανών, υποκλοπές), σε ιμπεριαλιστές (πρεσβεία ΗΠΑ), στους ένστολους δολοφόνους της δημοκρατίας (ΜΑΤ, αστυνομικά τμήματα), σε πολυεθνικές που θησαυρίζουν από τον κοινωνικό πλούτο και καταστρέφουν το περιβάλλον (Shell). 

Στις 10 Μαρτίου 2010, σε προπαρασκευαστική επιχείρηση του Επαναστατικού Αγώνα, μέλη της οργάνωσης συμπλέκονται με το πλήρωμα ενός περιπολικού της αστυνομίας. Η ανταλλαγή πυροβολισμών είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθεί το μέλος της οργάνωσης Λάμπρος Φούντας. 

Η δράση του Επαναστατικού Αγώνα συνοδεύεται από εκτενείς αναλύσεις της υπάρχουσας πολιτικοοικονομικής και κοινωνικής περιόδου ενώ οι ενέργειες της οργάνωσης χαρακτηρίζονται από την επικαιρότητά τους και την παρέμβασή τους στις εκάστοτε συνθήκες που επικρατούν. Τόσο η δράση όσο και ο πολιτικός λόγος του Επαναστατικού Αγώνα έχουν σαν κεντρικό σημείο αναφοράς την κοινωνική επανάσταση, ειδικά σήμερα που είναι η μόνη ρεαλιστική πρόταση για την έξοδο από τη συστημική κρίση. 

Στις 16 Ιουλίου μετά από ένοπλη συμπλοκή στο Μοναστηράκι με δεκάδες μπάτσους, συλλαμβάνεται τραυματισμένος ο Νίκος Μαζιώτης, μέλος του Επαναστατικού Αγώνα. Ο σύντροφος υπερασπίστηκε τη ζωή και την ελευθερία του με το όπλο στο χέρι. Μια ελευθερία που επέλεξε μαζί με τη συντρόφισσα Πόλα Ρούπα περνώντας στην παρανομία πριν το τέλος της δίκης με σκοπό τη συνέχιση του αγώνα για την κοινωνική επανάσταση. 

Κατά τη διάρκεια της παρανομίας της Πόλας και του Νίκου το κράτος τους επικήρυξε με 2 εκ. ευρώ. Μια επικήρυξη που αποδεικνύει ότι η κοινωνία δεν ταυτίζεται με την άποψη του κράτους περί στυγνών αδίστακτων τρομοκρατών αλλά αναγνωρίζει πολλές φορές, έστω και με έμμεσο τρόπο, ότι η δράση του Επαναστατικού Αγώνα στόχευε εκείνους που εκτελούν την πιο βάρβαρη επίθεση εις βάρος της κοινωνίας. Επέλεξαν την παρανομία για να συνεχίσουν τον αγώνα για την ανατροπή του κεφαλαίου και του κράτους, για τον Ελευθεριακό Κομμουνισμό και την Αναρχία. Μέσα στα πλαίσια αυτά έγινε η επαναδραστηριοποίηση του Επαναστατικού Αγώνα με την επίθεση στις 10 Απριλίου 2014 στο κτίριο της Διεύθυνσης Εποπτείας της Τράπεζας της Ελλάδος στην οδό Αμερικής, όπου στεγάζεται και ο μόνιμος αντιπρόσωπος του ΔΝΤ στην Ελλάδα.

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ
{[['']]}

ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΟΙ: Ο ΤΕΡΡΟΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ

Από το βιβλίο «Λαϊκή βία στην προεπαναστατική Ρωσία»

Για τον Λένιν, ηγέτη της μπολσεβίκικης φράξιας των σοσιαλδημοκρατών, η «σωστή θέση» πάνω στο θέμα του τερρορισμού δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε να διευθετηθεί άπαξ και δια παντός. Η θέση του διέφερε αναλόγως των αλλαγών στους πολιτικούς του στόχους και προτεραιότητες. Ως εκ τούτου, το 1902 κατακεραύνωνε τους εσέρους που υπερασπίζονταν τον τερρορισμό «...η αχρηστία του οποίου, τόσο καθαρά αποδεικνύεται από την εμπειρία του ρώσικου επαναστατικού κινήματος».

Τον προηγούμενο μόλις χρόνο δήλωνε πως το κόμμα του «...ποτέ δεν απέρριψε τον τερρορισμό ως αξία, ούτε και μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο». Πριν το ξέσπασμα του Ι905,οΛένιν επέμενε στις παλαιότερες θεωρητικές απόψεις του και χαρακτήριζε κάθε τερροριστικη δράση ως «...ασύμφορο μέσο αγώνα», απορρίπτοντάς την αναλόγως των συγκυριών, «...αναμένοντας μια αλλαγή των συνθηκών».

Μια σειρά δεδομένων ανάγκασε τον Λένιν να λάβει μια τελική στάση. Πρώτον, δε μπορούσε παρά να αναγνωρίσει το γεγονός πως οι εσέρικες και οι αναρχικές τερροριστικές τακτικές ήταν σαφώς αποτελεσματικότερες στην αποσταθεροποίηση του καθεστώτος, σπέρνοντας το φόβο και τη σύγχυση στις αρχές. Ο Λένιν θα έπρεπε επίσης να παραδεχτεί τη βασιμότητα της εσέρικης άποψης πως η τερροριστική δράση μπορούσε να αποδειχτεί ιδιαίτερα αποτελεσματική στη ριζοσπαστικοποίηση της αγροτιάς και του προλεταριάτου.

Επιπλέον, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν το 1905, με το χάος να απλώνεται -εκτός ελέγχου τόσο από την εξουσία, όσο όμως και από τους επαναστάτες ηγέτες-, ο Λένιν αντιλήφθηκε την αναγκαιότητα του να στρέψει το «αναπόφευκτα αντάρτικο» προς όφελος του κόμματός του και της επανάστασης -έτσι όπως τουλάχιστον αυτός την αντιλαμβανόταν-. Ακόμα και σε θεωρητικά επίπεδο, η τερροριστική δράση φαινόταν περισσότερο δικαιολογημένη σε μια στιγμή που λάμβανε τεράστιες διαστάσεις και αφορούσε κυριολεκτικά κάθε κοινωνικό στρώμα.

Δεν μπορούσε πλέον να αντιμετωπίζεται ως μέσο ατομικής διαμαρτυρίας, αλλά ως στοιχείο της μαζικής  εξέγερσης κατά ολόκληρης της κοινωνικοπολιτικής τάξης. Για τον Λένιν ήταν επίσης πολύ σημαντικό πως «...ο παραδοσιακός ρώσικος τερρερισμός ήταν δουλειά συνωμοτούν των διανοούμενων, ενώ μετά το I905 οι εργάτες έγιναν οι βασικοί του θιασώτες».

Με αυτές τις θεωρήσεις κατά νου, ο Λένιν επιτέλους σύνθεσε τις απόψεις του. Στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, ο τερρορρισμός ήταν κατάλληλος για τους επαναστατικούς σκοπούς, στο βαθμό «...ήταν ικανός να διαχέεται μέσα στο μαζικό κίνημα». Αυτή η θέση ουσιαστικά δε διέφερε από την αντίστοιχη των εσέρων που διακήρυσσε: «.. .καλούμε σε τερρορισμό, όχι αντί της δουλειάς στις μάζες, αλλά προς όφελος αυτής και παράλληλά της». Τώρα που ο καιρός ήταν πια ώριμος, ο Λένιν κάλεσε «...στα πλέον ριζοσπαστικά μέσα, ως τα μοναδικά επαρκή». Δεν απέκλειε την αποκεντρωμένη τερροριστική δράση, συνηγορώντας στο σχηματισμό ένοπλων ομάδων που «...θα διαφέρουν σε μέγεθος, ξεκινώντας ακόμα και από 2-3 άτομα, αυτοοπλισμένων με κάθε μέσο που τους είναι διαθέσιμο». Αυτές οι ομάδες «...πρέπει άμεσα να πάρουν εκπαίδευση μάχης και να αναλάβουν επιχειρήσεις».

Σύμφωνα με μια από τις πιο στενές συνεργάτιδές του, την Έλενα Στάσοβα, ο Λένιν μετατράπηκε σε «... εξτρεμιστή παρτιζάνο του τερρορισμού». Ήδη από τον Οκτώβρη του 1905, ανοιχτά καλούσε τους οπαδούς του κόμματος να εκτελούν χαφιέδες, αστυνομικούς, κοζάκους και μέλη των Μαύρων Εκατονταρχιών, να ανατινάζουν τις εγκαταστάσεις τους και τα αστυνομικά τμήματα, να ρίχνουν οξέα στους αστυνομικούς. Παρέμενε όμως ανικανοποίητος και σε επιστολή του στην κομματική επιτροπή της Πετρούπολης τους επέπληττε: «Με φρίκη, με πραγματική φρίκη, βλέπω πως εδώ και μισό χρόνο μιλάμε για βόμβες, χωρίς να έχετε βάλει ούτε μία».

Ανυπόμονος για άμεση δράση, ο Λένιν έπαιρνε αναρχίζουσες θέσεις για να αντικρούσει τους συντρόφους του: «...όταν βλέπω σοσιαλδημοκράτες να δηλώνουν με περηφάνια “δεν είμαστε αναρχικοί, ούτε κλέφτες και ληστές, είμαστε υπεράνω, απορρίπτουμε την αντάρτικη δράση”, ρωτώ τον εαυτό μου: “αυτοί οι άνθρωποι καταλαβαίνουν τι τους γίνεται;”». Τελικά, τον Αύγουστο του 1906, η επίσημη θέση των μπολσεβίκων εκφράστηκε μέσω του έντυπου οργάνου τους, του «Προλετάριου». Συμβούλευαν τις ομάδες μάχης «...να τερματίσουν την απραξία τους και να αναλάβουν μια σειρά αντάρτικων ενεργειών με στόχο τη μίνιμουμ καταστροφή της προσωπικής ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών και τη μάξιμουμ καταστροφή της προσωπικής ασφάλειας των χαφιέδων, των ενεργών μελών των Μαύρων Εκατονταρχιών, των υψηλόβαθμων αξιωματούχων της αστυνομίας, του στρατού, του ναυτικού και ούτω καθ’ εξής».

Στην πραγματικότητα ωστόσο, η ανησυχία του Λένιν περί μπολσεβίκικης τερροριστικής απραξίας, ήταν αβάσιμη. Οι οπαδοί του σε όλη τη χώρα ήταν αναμεμειγμένοι σε αναρίθμητα περιστατικά βίας. Αυτά τα τερροριστικά ξεσπάσματα ήταν κατά βάση ανεξέλεγκτα από την κομματική ηγεσία, η οποία ήταν αποκομμένη από την πραγματική δράση, κι έτσι αυτές οι ενέργειες είχαν ελάχιστη σύνδεση με τους ευρύτερους πολιτικούς σκοπούς του κόμματος ή την άμεση στρατηγική του.

Επιπλέον, αυτές οι ενέργειες σπάνια αναφέρονταν στα κομματικά επιτελεία, κεντρικά ή περιφερειακά. Στην πραγματικότητα, καθώς οι μπολσεβίκοι δε διέθεταν κάποιο επίσημο όργανο επιφορτισμένο αποκλειστικά με τον τερρορισμό, -κατά το πρότυπο της εσέρικης Οργάνωσης Μάχης- η τερροριστική δραστηριότητά τους λάμβανε έναν αναρχίζοντα χαρακτήρα. Ο μπολσεβίκικος τερρορισμός χτυπούσε μια ποικιλία στόχων, αλλά οι πιο κοινοί ήταν οι ύποπτοι για χαφιεδισμό και προδοσία.

Ενώ η φυσική εξάλειψη χαφιέδων θεωρείτο απαραίτητη για την εκκαθάριση των επαναστατικών γραμμών από άτομα που έθεταν σε κίνδυνο την ομάδα, άλλες τερροριστικές ενέργειες είχαν την εκδίκηση ως κεντρικό κίνητρο. Αυτό π.χ. συνέβαινε με την εκτέλεση δήμιων φυλακών, υπεύθυνων για την επιβολή της θανατικής ποινής σε επαναστάτες κρατούμενους. Οι μπολσεβίκοι εκτελεστές μιας τέτοιας ενέργειας δε θα μπορούσαν φυσικά να περιμένουν πως έτσι θα απέτρεπαν μελλοντικές εκτελέσεις συντρόφων τους.

Οι μπολσεβίκοι ήταν υπεύθυνοι για πολλές παρόμοιες πράξεις εκδίκησης με στόχο αστυνομικούς και κοζάκους, που είχαν έρθει σε αιματηρή αντιπαράθεση με επαναστάτες. Η εκδίκηση και η προσπάθεια εξουδετέρωσης των αντιπάλων τους έστρεψε τη βία των μπολσεβίκων και κατά διαφόρων συντηρητικών στοιχείων του πληθυσμού.

Αυτό ήταν το κίνητρο στις 27 Γενάρη 1906 όταν, κατ’ απόφαση της Επιτροπής Πετρούπολης, μια ομάδα μάχης των μπολσεβίκων επιτέθηκε στην ταβέρνα Τβερ, στέκι των εργατών ναυπηγείων, που ήταν μέλη της μοναρχικής Ένωσης του Ρώσικου Λαού. Τριάντα περίπου θαμώνες δέχτηκαν τρεις βόμβες από τους τερροριστές, κι όταν προσπάθησαν να βγουν από την ταβέρνα, δέχτηκαν τα πυρά των όπλων των μπολσεβίκων. Δύο πέθαναν, είκοσι τραυματίστηκαν και οι δράστες διέφυγαν. Αρκετοί από τους διασωθέντες θα εκτελεστούν αργότερα.

Παρομοίως, στην πόλη Εκατερίνμπουργκ των Ουραλίων, μέλη της μπολσεβίκικης ομάδας μάχης, που καθοδηγούνταν από τον Ιακώβ Σβέρλντοφ, επίμονα τρομοκρατούσαν τα μέλη των Μαύρων Εκατονταρχιών, σκοτώνοντας όσους περισσότερους τσαρικούς μπορούσαν.

Παράλληλα με τις εκτελέσεις ως μέσο εξολόθρευσης των υποστηρικτών του τσαρικού καθεστώτος, οι μπολσεβίκοι επιδίωκαν επίσης να ενσπείρουν τη σύγχυση και τον πανικό στις αρχές, υποβαθμίζοντας έτσι την ικανότητά τους να αμυνθούν στην εξαπλούμενη βία. Οι εξτρεμιστές αντιμετώπιζαν ανηλεώς τους στόχους τους, από επιθεωρητές εργοστασίων, μέχρι αστυνομικούς διαφόρων βαθμών. Σχολιάζοντας αυτές τις τερροριστικές επιθέσεις, κάποιοι μπολσεβίκοι δε μπορούσαν παρά να επισημάνουν την «καταστροφική φύση της βίας για τη βία»: «...το φθινόπωρο του 1907, μάχιμοι νέοι έχασαν τον έλεγχο και άρχισαν να ολισθαίνουν προς τον αναρχισμό, σκοτώνοντας φύλακες, αστυνομικούς και χωροφύλακες. Σε πυρετώδη κατάσταση, πίστευαν πως ήταν αναγκαίο το να δράσουν».

Δύο μπολσεβίκοι τερροριστές «...παρακολουθούσαν τους κοζάκους, απλά περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να διασκεδάσουν με τις βόμβες τους. Οι κοζάκοι ωστόσο πορεύονταν σε φάλαγγα κατά άντρα, κάνοντας έτσι τις γραμμές τους λιγότερο ευάλωτες σε επιθέσεις. Έτσι οι δύο μαχητές έριξαν τις βόμβες τους σε στρατώνα της αστυνομίας, διασκεδάζοντας με το θέαμα που ακολούθησε: όταν τα αναμμένα φυτίλια σφύριζαν, οι αστυνομικοί πηδούσαν από τα παράθυρα».

Η απόφαση για μια εκτέλεση συχνά προέκυπτε αυθόρμητα από κάποιο κομματικό μέλος, χωρίς τη συγκατάθεση της τοπικής ή κεντρικής ηγεσίας. Τέτοια ήταν η περίπτωση της εκτέλεσης του υπαστυνόμου Νικήτα Περλόφ, στις 21 Φεβρουάριου 1907, στο Ντμιτριέβκι. Εκτελέστηκε από δύο μπολσεβίκους, τον Πάβελ Γκούσεφ και τον Μιχαήλ Φρούνζε: «...η εκτέλεση του Περλόφ δεν ήταν ένα οργανωμένο σχέδιο, μια προειλημμένη απόφαση της κομματικής οργάνωσης, αλλά μια στιγμιαία παρόρμηση του Φρούνζε. Κατά τη διάρκεια μιας προπαγανδιστικής συνάντησης, κάποιος είδε από το παράθυρο τον Πέρλοφ να περνά. Ο Φρούνζε πήδηξε πάνω και κάλεσε τον Γκούσεφ να τον ακολουθήσει. Παρά τις διαμαρτυρίες των παριστάμενων, έτρεξαν έξω. Σε λίγο ακούστηκαν πυροβολισμοί».

Ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις η ανάμειξη του κόμματος στον τερρορισμό λίγο είχε να κάνει με το μαζικό κίνημα, εντούτοις υπήρχαν στιγμές που δικαιολογούσαν τη θεωρητική θέση του κόμματος πάνω στο ζήτημα. Σύμφωνα με τον εξέχοντα μπολσεβίκο Βλαντιμίρ Μπόντς-Μπρούεβιτς, όταν το σύνταγμα Σεμενόφσκι μπήκε στη Μόσχα για να καταστείλει την εξέγερση του Δεκέμβρη, μελετήθηκε από την κομματική επιτροπή Πετρούπολης το σενάριο «...να απαχθούν δύο δούκες και να τεθούν υπό σαφή απειλή άμεσης εκτέλεσης σε περίπτωση που χυνόταν έστω και μια σταγόνα προλεταριακού αίματος στους δρόμους της Μόσχας».

Νωρίτερα, η μπολσεβίκικη ομάδα μάχης της Πετρούπολης είχε πραγματοποιήσει απόπειρα ανατίναξης τρένων, που μετέφεραν κυβερνητικά στρατεύματα στη Μόσχα. Τέλος, απαλλοτρίωσαν ένα κανόνι από ναυτικό φυλάκιο, προκειμένου να κανονιοβολήσουν τα χειμερινά ανάκτορα σε περίπτωση όξυνσης της σύγκρουσης.

Συγκεκριμένες άλλες πλευρές της μπολσεβίκικης τερροριστικής δραστηριότητας μπορούν επίσης να εκληφθούν ως κομμάτι της οικονομικής πάλης των μαζών, κυρίως με τη μορφή των απεργιών. Οι επαναστάτες πραγματοποιούσαν επιθέσεις όχι μόνο ενάντια σε βιομηχάνους, διευθυντές εργοστασίων, αστυνομικούς που τους υπερασπίζονταν, αλλά και κατά εργατών που δεν υποστήριζαν τις προλεταριακές κινητοποιήσεις. Οι ξυλοδαρμοί απεργοσπαστών ήταν συνήθεις, όπως και οι εκτελέσεις των πρωτεργατών τους.

Επίσης χρησιμοποίησαν βία ενάντια στην εκλογική διαδικασία για την πρώτη Δούμα, την οποία οι σοσιαλδημοκράτες είχαν αποφασίσει να μποϋκοτάρουν. Παράλληλα με την αντιεκλογική τους αγκιτάτσια, οργάνωσαν επιθέσεις σε εκλογικά κέντρα, κατάσχοντας και καταστρέφοντας τα επίσημα πρακτικά των εκλογικών αποτελεσμάτων. Επίσης, σημειώθηκαν ένοπλες καταλήψεις τυπογραφείων προκειμένου να τυπωθεί έντυπο υλικό.

Αναπτύχθηκε δίκτυο παράνομης εισαγωγής όπλων και εκρηκτικών, θεωρητικά με αποκλειστικό σκοπό τον εξοπλισμό μελλοντικών μαζικών εξεγέρσεων, στην πραγματικότητα όμως προς χρήση αντάρτικων επιθέσεων. Υπεύθυνος για την εισαγωγή των όπλων ήταν ο Μαξίμ Λίτβινοφ, ένα από τα πιο ενεργά στελέχη της λενινιστικής φράξιας. Ο Λεονίντ Κρασίν, μέλος της κεντρικής επιτροπής και επικεφαλής της ΤΕΧΝΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΑΧΗΣ, βασικός οργανωτής όλων των μπολσεβίκικων μάχιμων υποθέσεων κατ’ αυτήν την περίοδο και ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Λένιν, προσωπικά συμμετείχε στη συναρμολόγηση των βομβών: «...Ο Κρασίν,και όχι ο Λένιν, έθεσε σε κίνηση τα μπολσεβίκικα σχέδια για ένοπλες ομάδες, ικανές να χτυπήσουν την κυβέρνηση το 1905. Το Γενάρη ίδρυσε -υπό την κεντρική επιτροπή- την Τεχνικό Γραφείο Μάχης για να εποπτεύει όλες τις παράνομες δραστηριότητες του κόμματος. Ο ίδιος ο Κρασίν σχεδίαζε τις βόμβες, αν και η πιο πολλή δουλειά γινόταν από δύο χημικούς με κώδικά ονόματα Α και Ω. Το όνειρο του ήταν να κατασκευάσει μια βόμβα σε μέγεθος καρυδιού».

Λειτούργησαν ειδικές σχολές για εκπαίδευση μάχης των τερροριστών (π.χ. στο Κίεβο) ή ακόμα ειδικότερα για την τεχνική τους κατάρτιση στην κατασκευή βομβών (π.χ. στο Λβοβ). Αντίστοιχη σχολή λειτούργησε στο φινλανδικό χωριό Κουοκάλα, καθώς και στη Μπολόνια της Ιταλίας το 1910, χρηματοδοτούμενες από απαλλοτριώσεις που είχαν γίνει στη Ρωσία.

Για τους μπολσεβίκους ο τερρορισμός έγινε ένα αποτελεσματικό και συχνά χρησιμοποιούμενο εργαλείο. Ένα εργαλείο όμως που λίγο είχε να κάνει με τις διακηρυγμένες ιδεολογικές αρχές τους. Παρέμεινε ωστόσο αποτελεσματικό όπλο στο οπλοστάσιο ριζοσπαστικών ομάδων και καθώς «...στον επαναστατικό αγώνα όλα τα μέσα είναι δόκιμα».
{[['']]}

Α. ΜΠΕΝΑΡΟΓΙΑ-Σ. ΓΙΟΝΑ Οι πρώτοι εκτοπισμένοι


Από τους ιστορικούς θεωρείται ως η πρώτη οργανωμένη δίωξη του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος στον τόπο μας: στις 8 Ιουνίου 1914 συλλαμβάνονται στη Θεσσαλονίκη και μεδιαταγή του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας Θεμιστοκλή Σοφούλη εκτοπίζονται στη Νάξο, ως «επικίνδυνοι διά την δημοσίαν ασφάλειαν», οι Αβραάμ Μπεναρόγια και Σαμουέλ Γιονά.

*Ο πρώτος ήταν γραμματέας της Σοσιαλιστικής Εργατικής Ομοσπονδίας της πόλης, γνωστότερης ως Φεντερασιόν.

*Ο δεύτερος, γραμματέας του καπνεργατικού συνδικάτου κι επικεφαλής της απεργιακής επιτροπής που μόλις είχε καθοδηγήσει μια από τις μεγαλύτερες -και νικηφόρες- απεργίες του κλάδου.

Στην εξορία θα παραμείνουν για περισσότερα από δυόμισι χρόνια, εγκαινιάζοντας μια πολιτική εξωδικαστικής καταστολής του «κοινωνικού εχθρού» που έμελλε να κρατήσει για δεκαετίες.

Τίποτα σ’ αυτή τη δίωξη δεν ήταν τυχαίο -ούτε τα θύματά της, ούτε η γενικότερη συγκυρία. Η εικοσαήμερη απεργία των καπνεργατών της Μακεδονίας, την άνοιξη του 1914, έχει καταγραφεί όχι μόνο ως η σημαντικότερη μέχρι τότε κινητοποίηση του είδους στον ελλαδικό χώρο, αλλά και ως η πρώτη επαφή της ελληνικής διοίκησης με το αναπτυγμένο εργατικό κίνημα της Θεσσαλονίκης και των άλλων μακεδονικών βιομηχανικών κέντρων.

Μπροστά στη μαζικότητα της κινητοποίησης (κάπου 32.000 απεργοί -ως επί το πλείστον εβραίοι στη Θεσσαλονίκη, Ελληνες και μουσουλμάνοι στη Δράμα, την Καβάλα και το Πράβι) και την αποφασιστικότητά της (αλλεπάλληλες συγκρούσεις με απεργοσπάστες, τη χωροφυλακή και το στρατό), η κυβέρνηση Βενιζέλου θα υποχρεωθεί να μεσολαβήσει για τη μερική ικανοποίηση των καπνεργατικών αιτημάτων και την υπογραφή της πρώτης συλλογικής σύμβασης στην ελληνική ιστορία.

Για πρώτη επίσης φορά στην ιστορία του ελληνικού κράτους, ενάντια στους απεργούς επιστρατεύτηκε, εκτός από τις συνήθεις επικλήσεις υπέρ του νόμου και της τάξης, και η εθνική κινδυνολογία.

Οι ηγέτες της απεργίας, διαβάζουμε σε ένα τυπικό δημοσίευμα των ημερών, «επιδιώκουν να παρασύρουν Ελληνας αδελφούς μας εις τον διεθνισμόν, δηλαδή να μην προσκυνούν τον Σταυρόν και να μην χαιρετούν την γλυκείαν Γαλανόλευκον, αλλά να έχουν ως έμβλημά τους την κόκκινη σημαία του σοσιαλισμού, όστις ως απεδείχθη τουλάχιστον εν Θεσσαλονίκη, είναι απλούστατα μία οργάνωσις στρεφομένη κατά του Ελληνισμού» («Νέα Αλήθεια» 20.4.14).

Ως «αποδεικτικά στοιχεία» αυτής της επιχειρηματολογίας επιστρατεύονται η εθνική σύνθεση των απεργών της συμπρωτεύουσας και, κυρίως, η πολιτική προϊστορία της οργάνωσης που υπήρξε η ψυχή του κινήματος:

*Η Φεντερασιόν ιδρύθηκε το 1909, την επαύριο των μαζικών απεργιακών αγώνων που ακολούθησαν την ανακήρυξη του οθωμανικού συντάγματος από τους Νεότουρκους.

*Δεκτή στη Σοσιαλιστική Διεθνή -όπως και οι αρμένιοι σοσιαλιστές- σαν τμήμα ενός υπό ίδρυση Οθωμανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (που τελικά ουδέποτε συγκροτήθηκε), στελεχωνόταν κυρίως από εβραίους και δευτερευόντως από σλάβους εργάτες.

*Η συμμετοχή των ελλήνων εργατών, συσπειρωμένων κυρίως γύρω από την Εκκλησία και το προξενείο, υπήρξε σχετικά περιορισμένη, όπως και των μουσουλμάνων που -ως τμήμα του «κυρίαρχου έθνους»- εμφάνιζαν εξαιρετικά χαμηλό βαθμό ταξικής συνειδητοποίησης.

*Από τον Αύγουστο του 1910, η ομοσπονδία διαθέτει και εκπρόσωπο στο οθωμανικό Κοινοβούλιο -τον ριζοσπάστη βουλευτή Ντίμιταρ Βλάχωφ, εκλεγμένο το 1908 με το Λαϊκό Ομοσπονδιακό Κόμμα των αριστερών κομιτατζήδων Σαντάνσκι και Πανίτσα.

*Στο εθνικό ζήτημα, η Φεντερασιόν προβάλλει ως λύση την παροχή εκτεταμένης πολιτιστικής αυτονομίας στις επιμέρους εθνότητες της αυτοκρατορίας και τη συνένωση των Βαλκανίων σε μια σοσιαλιστική συνομοσπονδία.

*Ολα αυτά θα τη θέσουν μετά το 1912 στο στόχαστρο των ελληνικών αρχών, που συλλαμβάνουν κι απελαύνουν τα σλαβικής καταγωγής στελέχη της (Ντ. Βλάχωφ, Α. Τόμωφ) και αντιμετωπίζουν τη συνδικαλιστική δραστηριότητά της ως απλό συστατικό στοιχείο των «μηχανορραφιών Βουλγάρων, Τούρκων, Αυστριακών και Ισραηλιτών» κατά της ελληνικής κυριαρχίας (Λιάκος 1985, σ. 101-2).

*Μολονότι στις αρχές του 1914 αυτή η τελευταία έχει όχι μόνο σταθεροποιηθεί αλλά και έχει γίνει πλέον ρητά αποδεκτή από την ίδια τη Φεντερασιόν, το βάρος του πρόσφατου παρελθόντος θα αποδειχτεί καθοριστικό για τα περαιτέρω.

Η αντεπίθεση των κατασταλτικών μηχανισμών ξεκινάει ήδη από την επαύριο της μεγάλης απεργίας, που αποκάλυψε τη διεύρυνση της επιρροής της Φεντερασιόν και στους έλληνες εργάτες της Ανατολικής Μακεδονίας.

Στις 12 Μαΐου, η αστυνομία εισβάλλει στα γραφεία της Ομοσπονδίας και κατάσχει το αρχείο της. Ακολουθεί στα τέλη του μήνα, η δίωξη του αρχισυντάκτη της σοσιαλιστικής εφημερίδας «Αβάντι», Αλβέρτου Αρδίττι, για ένα μάλλον ήπιο άρθρο, στο οποίο εξέφραζε τη διαφωνία του με τη μετατροπή της ονομαστικής γιορτής του βασιλιά σε αργία. Και η κλιμάκωση της καταστολής θα έρθει με την εκτόπιση των Μπεναρόγια και Γιονά, που ουσιαστικά αποκεφαλίζει τη σοσιαλιστική και εργατική κίνηση της Βόρειας Ελλάδας.

Ως νομική βάση για τη δίωξή τους χρησιμοποιήθηκε ο νόμος ΤΟΔ’ του 1871 «περί καταστολής της ληστείας», ένας από τους πρώτους κανόνες του ελληνικού Δικαίου που τέθηκε σε εφαρμογή στην άρτι απελευθερωθείσα Μακεδονία -κατάλληλα τροποποιημένος μάλιστα, έτσι ώστε να επιτρέπει τη διοικητική εκτόπιση με συνοπτικές διαδικασίες όχι μόνο των στενών συγγενών των επικηρυγμένων ως ληστών, αλλά και κάθε ατόμου που κρινόταν ύποπτο για διατάραξη της δημόσιας τάξης. Ασκώντας τα προβλεπόμενα από το νόμο δικαιώματά τους, οι συλληφθέντες άσκησαν ανακοπή κατά της απόφασης.

Μια δικογραφία απόρρητη

Οπως όμως διαβάζουμε σε υπόμνημα της Φεντερασιόν προς τον Βενιζέλο, «εις μάτην οι πληρεξούσιοι δικηγόροι εζήτησαν την δικογραφίαν, ίνα λάβωσι γνώσιν της γνωμοδοτήσεως των αρμοδίων αρχών και των εν αυτή αναφερομένων λόγων, εφ’ ών εβασίζετο το”ύποπτον διά την δημοσίαν ασφάλειαν” των πελατών των. Η Γεν. Διοίκησις ηρνήθη την παράδοσιν της δικογραφίας» (Λιάκος, όπ.π., σ. 134).

Η ανακοπή θα γίνει έτσι στα τυφλά, ενώ οι δύο συνδικαλιστές έχουν ήδη εκτοπιστεί. Το αποτέλεσμά της ήταν προδιαγεγραμμένο: η απόφαση του γενικού διοικητή επικυρώνεται δικαστικά, με την πρόσθετη διευκρίνιση ότι η εξορία των δυο σοσιαλιστών είναι επ’ αόριστον. Οι συνήγοροι της υπεράσπισης θα αποχωρήσουν από τη διαδικασία, όταν διαπιστώνουν ότι οι περίφημες γνωμοδοτήσεις για την επικινδυνότητα των εκτοπισμένων, καθώς και το αποδεικτικό υλικό που έπρεπε να τις στηρίζει, απουσιάζουν ξανά από τη δικογραφία!

Καθαρά αντιδικονομικές, οι παραλείψεις αυτές δεν ήταν καθόλου συμπτωματικές. Το αποδεικνύει η μελέτη των εγγράφων της περιβόητης αυτής δικογραφίας, που εντοπίσαμε στο τμήμα του Αρχείου Βενιζέλου που φυλάσσεται στο Μουσείο Μπενάκη (φάκελος 98).

Αδημοσίευτα μέχρι σήμερα, τα ντοκουμέντα αυτά είναι εξόχως αποκαλυπτικά για τις τεχνικές λεπτομέρειες αλλά και τη συλλογιστική της πρώτης αυτής πολιτικής δίωξης στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος.

Από τη χρονολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, πληροφορούμαστε ότι η όλη διαδικασία ξεκίνησε στις 10 Μαΐου -και, συνεπώς, η αστυνομική επιδρομή στα γραφεία της Φεντερασιόν αποσκοπούσε στη συμπλήρωση των μαρτυρικών καταθέσεων με πιο «σπαρταριστά» στοιχεία. Τίποτα τέτοιο δεν βρέθηκε, οπότε η δίωξη προχώρησε αναγκαστικά με βάση μονάχα αυτές τις καταθέσεις. Οι οποίες μπορεί μεν να μην μπορούσαν να στηρίξουν αξιοπρεπώς οποιοδήποτε κατηγορητήριο, είναι ωστόσο εξαιρετικά διαφωτιστικές για τη λογική με την οποία αναγορεύθηκε για πρώτη φορά στη χώρα μας η σοσιαλιστική δράση σε «αντεθνικό» αδίκημα.

Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας κατά των Μπεναρόγια και Γιονά ήταν ο «Παύλος Ιωάννου Αστεριάδης, ετών 38, μυστικός πράκτωρ».

Πρόκειται για επαγγελματία σαλονικιό χαφιέ που η ελληνική διοίκηση κληρονόμησε από το προηγούμενο, οθωμανικό καθεστώς. Αυτή η προϋπηρεσία του είναι, άλλωστε, εκείνη που του προσέδωσε την ιδιότητα του «εμπειρογνώμονα» όσον αφορά την επικινδυνότητα των δύο σοσιαλιστών:

Ο επαγγελματίας χαφιές…

«Αμφότερους», καταθέτει, «[τους] εγνώρισα κατά το έτος 1908, οπότε ανεκηρύχθη το Τουρκικόν Σύνταγμα. Την εποχήν εκείνην αφίχθη ομάς φοιτητών εκ Σόφιας ίνα επισκεφθή την Θεσσαλονίκην και να συγχαρή το Νεοτουρκικόν Κομιτάτον διά την ανακήρυξιν του Συντάγματος. Των φοιτητών τούτων προΐστατο ο Μπεναρόγιας, όστις εξεφώνησε λόγον Εβραϊστί υπέρ της ευημερίας, του Συντάγματος και συναδελφώσεως του Ισραηλιτικού, Οσμανικού και Βουλγαρικού στοιχείου.

Μετά την απαγγελίαν του λόγου συνεχάρησαν αυτόν διάφοροι Ισραηλίται και τη συστάσει των αρχηγών του Βουλγαρικού Κομιτάτου Σανδάσκη, Πανίτσα και του Βουλγάρου Βουλευτού Βλάχωφ εξελέγη μέλος του τότε εργατικού κέντρου, όπερ συν τω χρόνω ο Μπεναρόγια διά καταλλήλου ενεργείας μετέβαλε εις Σοσιαλιστικόν ή κάλλιον ειπείν ανατρεπτικόν».

Πρόκειται για μια αρκετά διαστρεβλωμένη περιγραφή των συνθηκών κάτω από τις οποίες ιδρύθηκε η Φεντερασιόν -με πάμπολλες, όπως αποδεικνύει η διασταύρωση με άλλες πηγές, ανακρίβειες στις ουσιώδεις λεπτομέρειες. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει είναι η άνεση με την οποία ο «μυστικός πράκτωρ» επικαλείται, ως αποδείξεις της «επικινδυνότητας» των διωκόμενων, τη συνδικαλιστική δράση τους επί τουρκοκρατίας:

«Ο Μπεναρόγια μετά πάροδον ενός μηνός, διά της ευγλωττίας και επιτηδειότητός του κατώρθωσε να διορισθή σύμβουλος του δήθεν [sic] εργατικού κέντρου, όπερ τη συνεργασία του ειρημένου Σαμουέλ Γιουνά, Συμβούλου του αυτού Κέντρου, διέθετε κατά βούλησιν, προκαλέσας ούτω την απεργίαν των εργατών του Τελωνείου και καραγωγέων, μετά την απεργίαν των καπνεργατών, ήτις εγένετο μετά διαδηλώσεως και θορύβου, προκαλέσασα την προσοχήν της τότε Κυβερνήσεως. Κατόπιν τούτων η [οθωμανική] αστυνομία εξέλαβε το εργατικόν Κέντρον ως ύποπτον και παρακολουθεί τας κινήσεις και ενεργείας του Μπεναρόγια, όστις είρχετο εις διαρκή συνεννόησιν μετά των ειρημένων τριών Βουλγάρων και του τότε Διευθυντού της εφημερίδος “Μπράβο” ονόματι Ναούμωφ, κατασχέσασα κατά το έτος 1912 διάφορα έγγραφα αφορώντα το Σοσιαλιστικόν Κέντρον διά των οποίων απεδείχθη ότι άπασα η ενέργεια αυτού εστρέφετο κατά του καθεστώτος και διατάξασα συγχρόνως την αυστηράν επίβλεψιν των μελών αυτού».

Επικίνδυνοι, κατά την οθωμανική αστυνομία, άρα επικίνδυνοι και για το ελληνικό κράτος… Η αίσθηση του διαχρονικού χαφιέ γι’ αυτή την ιστορική συνέχεια κορυφώνεται με την αφήγηση των διώξεων της Φεντερασιόν επί τουρκοκρατίας:

«Μετά πάροδον χρόνου τινός, ότε αφίκετο εκ Κωνσταντινουπόλεως ο υπουργός των Οικονομικών Τζαβίτ Βέης, εις την απαγγελίαν του λόγου του έθιξε τας ενεργείας του Σοσιαλιστικού Κέντρου, ότι στρέφονται κατά του Κράτους και ότι δεν εμφορείται εξ αγαθών διαθέσεων, συνέστησε δε εις την Διοίκησιν να λάβη αυστηρά μέτρα κατά του Κέντρου τούτου. Κατόπιν τούτων η Αστυνομία προέβη εις γενικήν έρευναν εν τω καταστήματι του Σοσιαλιστικού Κέντρου κατασχέσασα άπαντα τα εν αυτώ ευρισκόμενα βιβλία, σφραγίσασα το κατάστημα τούτο και συλλαβούσα διάφορα μέλη αυτού μεταξύ των οποίων και τους Μπεναρόγια, Σαμουέλ Γιουνά και Σαμουέλ Αμόν και τον μεν Μπεναρόγια απήλασεν εις Βουλγαρίαν, τους δε Γιουνά και Αμόν εις Δράμαν με την ρητήν εντολήν να μη επανέλθωσιν πλέον εις Θεσσαλονίκην».

Ακολουθούν διάφορες λίγο-πολύ φανταστικές «πληροφορίες» για τις επαφές του Μπεναρόγια στη Βουλγαρία, η επιστροφή του τελευταίου στη Θεσσαλονίκη μετά την είσοδο του ελληνικού στρατού (στην πραγματικότητα, είχε επιστρέψει μερικούς μήνες νωρίτερα), η επαναλειτουργία της Φεντερασιόν και το διά ταύτα:

«Ο Μπεναρόγια παραμένει ενταύθα, συνεργαζόμενος μετά του Γιουνά και κατηχών τους εργάτας, λέγων αυτοίς να μη παραδέχονται θρησκείαν, Εθνος, Κυβέρνησιν και Βασιλείς, παριστάνων αυτά ως γελοία και βάρη του εργατικού κόσμου, συνιστών άμα αυτοίς ν’ αποφεύγουν την καταβολήν δημοσίων φόρων και την Στρατολογίαν, και εάν τις εξ αυτών δεν συνηθή ν’ αποφύγη την Στρατολογίαν, εν καιρώ πολέμου να μη βάλη κατά του αντιμετώπου αδελφού του αλλά κατά του αξιωματικού του του οδηγήσαντος αυτόν εις το πεδίον της μάχης. Εν τέλει αναφέρω ότι οι ανωτέρω Μπεναρόγιας και Γιουνάς είναι τα μάλα επικίνδυνοι εις την Δημοσίαν Ασφάλειαν».

…ο ρουφιάνος…

Δεύτερος κατά σειρά μάρτυρας, ήταν ο 35χρονος καπνεργάτης Χαράλαμπος Κόλλας, «γεννηθείς εις Σέρρας και διαμένων εν Θεσσαλονίκη, Ελλην υπήκοος και χριστιανός ορθόδοξος», για τον οποίο αγνοούμε τα πάντα εκτός από την κατάθεσή του αυτή. Με μοναδική διαφορά τη γνωριμία του με το Γιονά «προ ένδεκα περίπου ετών», το πρώτο μέρος της κατάθεσής του επαναλαμβάνει όσα έχει ήδη καταθέσει ο Αστεριάδης -ακόμη και κάποια λάθη στην απόδοση των ξένων ονομάτων.

Επαναλαμβάνει, επίσης, τα σχετικά με την αντιπολεμική προπαγάνδα της Φεντερασιόν: μεταξύ άλλων, τα στελέχη της τελευταίας επικαλούνται «ως παράδειγμα τους Γάλλους οίτινες διαταχθέντες να πολεμήσουν κατά του Μαρόκου ηρνήθησαν ρίψαντες τα όπλα», γεγονός που τον οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι σοσιαλιστές «λαμβάνουν χρήματα εκ διαφόρων βουλγαρικών μερών προς συντήρησιν του δήθεν εργατικού Κέντρου».

Το πιο ενδιαφέρον στην κατάθεσή του, ωστόσο, είναι η ρητή αναφορά στην πρόσφατη εμπειρία της καπνεργατικής απεργίας: «Εν τω κέντρω τούτω και ιδίως κατά τας συνεδριάσεις λαμβάνουν μέρος τρεις γυναίκαι, αίτινες έχουν προσληφθή υπό του Μπεναρόγια, άγνωστον πόθεν έφερεν αυτάς, τα ονόματα των οποίων δεν γνωρίζω, αίτινες έπαιξαν σπουδαίον ρόλον κατά την προχθεσινήν απεργίαν, καθ’ όλην την διάρκειαν της οποίας προΐσταντο παρακινούντες [sic] τας λοιπάς εργάτιδας ν’ ανθίστανται κατά της αρχής κ.λπ». Δεν λείπουν, τέλος, κάποιοι σαφείς υπαινιγμοί για την επαγγελματική σχέση των δυο συνδικαλιστών με το εργατικό κέντρο της πόλης.

… κι ο δημοσιογράφος

Τρίτος και τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας, όπως απαιτούσε ο σχετικός νόμος, ήταν ο 47χρονος Ιωάννης Κούσκουρας, διευθυντής της εφημερίδας «Νέα Αλήθεια».

Πρόκειται για ένα από τα τρία καθημερινά φύλλα της συμπρωτεύουσας εκείνη την εποχή -κι εκείνο που κράτησε την πιο αποφασιστική στάση κατά της απεργίας, επιστρατεύοντας αντισημιτικά κηρύγματα και την προβοκατορολογία περί «βουλγαρικού δακτύλου».

Τα εθνικά πιστοποιητικά του μάρτυρα είναι άψογα: γεννημένος στο ελληνόφωνο Βογατσικό της Καστοριάς, απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής και πρώην διευθυντής των ελληνικών σχολείων της Στρώμνιτσας και της Κλεισούρας, δημοσιογράφος επιχορηγούμενος από τα μυστικά κονδύλια του ελληνικού προξενείου μετά το 1903 και υποστηρικτής μιας πολιτικής γραμμής που «καίτοι επιφανειακώς φιλοτουρκική, ήτο ακραιφνώς φιλελληνική» (Κ. Μάγερ, «Ιστορία του ελληνικού Τύπου», Αθήνα 1960, τ.Γ’, σ. 42).

Στο υπόμνημά της, η Φεντερασιόν θα θυμίσει βέβαια ότι, όταν το 1911 τα στελέχη της διώκονταν επειδή αρνήθηκαν να καταδικάσουν το αίτημα για ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, ο Κούσκουρας έβγαζε λόγους από τα μπαλκόνια κατά των απείθαρχων Κρητικών, αυτά όμως θεωρούνται πια μικρολεπτομέρειες…

Στην κατάθεσή του, επαναλαμβάνει κατά γράμμα το «ιστορικό» μέρος της αφήγησης του Αστεριάδη, για να καταλήξει κι αυτός στο διά ταύτα:

«Ο Μπεναρόγια ουδέν επάγγελμα εξασκεί εν τη πόλει ταύτη, υπάρχει υπόνοια ότι μισθοδοτείται υπό της Βουλγαρικής Κυβερνήσεως διά να συντηρή το εν λόγω Κέντρον, όπερ κατά την αντίληψίν μου έχει μεταβληθή εις ανατρεπτικόν ως απέδειξεν η τελευταία απεργία των καπνεργατών την οποία απεπειράθη να χρησιμοποιήση προς διατάραξιν της δημοσίας τάξεως εν Θεσσαλονίκη, όπως αποδείξη ότι δεν υφίσταται ασφάλεια εν Θεσσαλονίκη. Επίσης ο Μπεναρόγια αποδεικνύει διά της στάσεώς του ότι ουδένα τρέφει σεβασμόν προς την Ελληνικήν Κυβέρνησιν, διότι καίτοι του έγινον σχετικαί προτάσεις όπως αναρτήση την Ελληνικήν σημαίαν επί της θύρας του Κέντρου, απέρριψε τας προτάσεις ταύτας περιφρονητικώς ειπών ότι ο Σοσιαλισμός ουδεμία σχέσιν έχει με την Ελληνικήν Κυβέρνησιν. Ολαι αύται αι ενέργειαι γίνονται εν γνώσει και τη συνεργασία του Σαμουέλ Γιουνά. Αλλο τι δεν έχω να προσθέσω και γράμματα γνωρίζω».

Μετά την κατάθεση

Ηταν 12 Μαΐου 1914. Τα στοιχεία είχαν πλέον συγκεντρωθεί και, λίγες ώρες αργότερα, η αστυνομία εισέβαλλε στα γραφεία της «αντεθνικής» Ομοσπονδίας. Με βάση την «αντίληψιν» του δημοσιογράφου, την «ιδέαν» του καπνεργάτη και τις αναμνήσεις του «μυστικού πράκτορος» όλων των εποχών, η τύχη των πρώτων ηγετών του ελληνικού προλεταριάτου είχε σφραγιστεί.

Στις 22 Μαΐου, ο αστυνομικός διευθυντής διαβιβάζει στον εισαγγελέα τις ένορκες καταθέσεις τους, «εξ ών καταδεικνύεται ότι οι Αβραάμ Μπεναρόγια και Σαμουέλ Γιουνά άγοντες και φέροντες κατά βούλησιν του ενταύθα Σοσιαλιστικού Κέντρου, εισί λίαν επικίνδυνοι εις την δημοσίαν ασφάλειαν και συνεπώς εκτοπιστέοι». Στις 31, ο εισαγγελέας εκτιμά κι αυτός με τη σειρά του πως οι εν λόγω καταθέσεις «παρέχουν πολλάς και ποικίλας πληροφορίας περί της ενεργείας και δράσεως του σοσιαλιστικού κέντρου» και «πεισθείς ότι τα δύο ταύτα πρόσωπα εκ της εν γένει διαγωγής και πολιτείας αυτών εν Θεσσαλονίκη παρέχουσι σοβαράς υπονοίας δια την δημοσίαν τάξιν και ασφάλειαν», γνωμοδοτεί υπέρ της εκτόπισής τους.

Την επομένη τα έγγραφα στέλνονται από την αστυνομική διεύθυνση στο Σοφούλη, με την παράκληση να εγκρίνει «την πραγματοποίησιν της εκτοπίσεως το ταχύτερον, επιβαλλομένης ως εκ των περιστάσεων». Το τελικό έγγραφο του γενικού διοικητή υπογράφεται στις 5 Ιουνίου. Ισως για να διαλύσει τις εντυπώσεις, ίσως και άλλους λόγους, ο τελευταίος θα δηλώσει δημόσια ύστερα από μερικές μέρες ότι «το ελληνικόν κράτος ακολουθεί πολιτικήν ήτις έχει τέρμα τον σοσιαλισμόν, τον αληθινόν σοσιαλισμόν» -και όχι, προφανώς, αυτόν που ευαγγελίζονταν οι δυο εκτοπισμένοι διεθνιστές («Μακεδονία» 16.6.14). Ορισμένες παραδόσεις έχουν, όντως, βαθιές ρίζες σε τούτο τον τόπο!

Και μετά; Η «επ’ αόριστον» εξορία των Μπεναρόγια και Γιονά τερματίστηκε τον Ιανουάριο του 1917, στο φόρτε του Εθνικού Διχασμού -από την «επαναστατική», πλέον, κυβέρνηση Βενιζέλου. Οι δύο αγωνιστές πρωταγωνίστησαν στη δημιουργία του ΣΕΚΕ, για να διαγραφούν ως υπερβολικά μετριοπαθείς όταν εκείνο μετονομάστηκε ΚΚΕ το 1924. Ο Γιονά «εξαφανίστηκε» στο Αουσβιτς το 1943.

Ο Μπεναρόγια επέζησε, παρέμεινε σοσιαλιστής και πέθανε σε βαθιά γεράματα το 1979. Ο φιλελεύθερος Θεμιστοκλής Σοφούλης υπήρξε ο πρώτος πρωθυπουργός του εμφυλίου πολέμου το 1946. Οσο για το θεσμό της διοικητικής εκτόπισης, αυτός -όπως και η ταύτιση του «κοινωνικού» εχθρού με τον «εθνικό»- είχε πολύ μέλλον μπροστά του…

Πηγή: Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger