Προσφατες Αναρτησεις

Κώστας Κάππος: «Τράβα τον δρόμο σου και άσε τους άλλους να μιλάνε»

Δώδεκα χρόνια χωρίς τον Κώστα Κάππο
Ισως θα μπορούσε και μάλιστα χωρίς κανένα ίχνος υπερβολής να χαρακτηριστεί ο άνθρωπος εκείνος που με κάθε τρόπο συμβόλιζε την επανάσταση του σπάνιου ήθους: άποψη, σκέψη και κυρίως δράση σε όλη την πορεία της ζωής του.
«Ο Κώστας Κάππος δεν υπήρξε ένα οποιοδήποτε “όστρακο” κομματικού βυθού που η πατρωνία της παράταξής του ανέσυρε από το πουθενά στον αφρό του δημοσίου βίου. Ηταν ο ματωμένος αγωνιστής που είχε δώσει σκληρές μάχες στα μαρμαρένια αλώνια του λαϊκού κινήματος. Πρότυπο ήθους και υπόδειγμα συνέπειας στα προσωπικά του πιστεύω, ξεπέρασε κομματικούς ορίζοντες κατακτώντας το ζηλευτό προνόμιο να συμφωνούν με τους αγώνες του ακόμη και όσοι διαφωνούσαν με τις ιδέες του».
Δεν θα μπορούσε να περιγραφεί καλύτερα και με πιο κατατοπιστικό τρόπο η πορεία και η στάση ζωής του Κώστα Κάππου, μέσα από τον πρόλογο του Φοίβου Προύντζου στο βιβλίο «Η επανάσταση που έρχεται» (Εκδόσεις «Αλήθεια», 2007)
Από όλους όσους βρέθηκαν πολιτικά απέναντι, δεν ήταν παρά ελάχιστοι εκείνοι που είχαν να καταθέσουν ή να υποστηρίξουν κάτι αρνητικό για τη ζωή και τη δράση του.
Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα: To 1985 ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ είχε τη δυνατότητα δευτερολογίας. Αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας ήταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Ανεβαίνει στο βήμα για κάποια προγραμματισμένη ομιλία και αρχίζει μια επίθεση εναντίον των κομμουνιστών για τα «εγκλήματα» του Εμφυλίου, για τα κονσερβοκούτια και για όλα τα γνωστά συμπαρομαρτούντα που ακολουθούν την Αριστερά από το τέλος του Εμφυλίου μέχρι σήμερα και ποιος ξέρει για πόσο ακόμη.

Η συγγνώμη του Μητσοτάκη

Τον αφήνει να τελειώσει την ομιλία του αναμένοντας στωικά. Ηταν άνθρωπος που ήξερε να περιμένει. Υπήρχε και εκείνη η δυνατότητα δευτερολογίας.
Τελειώνει ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας και ανεβαίνει στο βήμα. Τον ευχαριστεί για όλα εκείνα τα «κολακευτικά» περί συμμοριτών και κονσερβοκουτιών λόγια και φτάνει στο κλείσιμο της ομιλίας του: «Αγαπητέ κ. Μητσοτάκη, δεν πρέπει να ξεχνάτε πως εμείς δεν υπήρξαμε ηθικοί αυτουργοί της δολοφονίας του Πέτρουλα». Κλείνει τα χαρτιά του και κατεβαίνει προς τα έδρανα του ΚΚΕ.
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ήταν υπουργός Συντονισμού και προσωρινά Εμπορικής Ναυτιλίας στην κυβέρνηση του Γιώργου Νόβα-Αθανασιάδη το 1965. Βγαίνοντας από την αίθουσα της Ολομέλειας, τον περιμένει στο περιστύλιο της Βουλής για να του ζητήσει συγγνώμη και για να απολογηθεί για το «ατόπημά» του.
Στο βιβλίο: Ο «κοινοβουλευτικός Κώστας Κάππος (πιο επίκαιρος από ποτέ) 1974-1989», που κυκλοφόρησε από τα ΕΛΤΑ το 2015, τα παραδείγματα είναι ακόμη περισσότερα.
«Αν αναζητά κανείς τον ορισμό του ήθους της Αριστεράς, θα καταλήξει στον Κώστα Κάππο», Κάρολος Παπούλιας, πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
«Ο Κώστας Κάππος ήταν ένα πρότυπο πολιτικού και κατ' επέκταση πολίτη. Με στέρεες απόψεις, σαφή ιδεολογική κατεύθυνση και με βασικό το στοιχείο της αφοσίωσης, αυτοπεποίθησης στην υπεράσπισή τους», Γιώργος Σουφλιάς, Νέα Δημοκρατία.
«Ο Κώστας Κάππος άφησε βαθιά τα σημάδια του στη Βουλή το διάστημα που συνυπήρξαμε. Συνεπής κομμουνιστής με πολύ καθαρό μυαλό και βαθιά διαίσθηση των πολιτικών εξελίξεων», Γεράσιμος Αρσένης, ΠΑΣΟΚ.
«O Κώστας Κάππος υπήρξε ένας συνεπής υπερασπιστής των απόψεων και των ιδεολογικών τοποθετήσεων της Αριστεράς εντός και εκτός του ελληνικού κοινοβουλίου», Κωστής Στεφανόπουλος, πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
«Τράβα τον δρόμο σου και άσε τους άλλους να μιλάνε». Ετσι συνήθιζε να μας λέει πάντα. Δεν το έβαζε εύκολα κάτω, ακόμη και στην πιο αλλόκοτη δυσκολία.
Ηταν αυτό που κάποιος θα μπορούσε να περιγράψει με την καλή έννοια του όρου «δύσκολος» άνθρωπος. Το πιο χαρακτηριστικό γεγονός ήταν εκείνη η βραδιά του Ιουλίου του 1989, όταν έκανε στη Βουλή τη δήλωση ενάντια στην κυβέρνηση Τζαννετάκη.
Μόνος απέναντι σε όλους εντός του Κοινοβουλίου. Γιατί έξω υπήρξαν χιλιάδες άνθρωποι που ένιωσαν μια ανακούφιση, κρυφή και φανερή για εκείνο το βράδυ.
Αριστεροί και προοδευτικοί άνθρωποι, μεγαλύτερης και κάπως μικρότερης ηλικίας, που ήξεραν χωρίς καμία αμφιβολία ποια ήταν (και συνεχίζει να είναι) η Δεξιά στην Ελλάδα και ποιες καταστροφές είχε προξενήσει στην Ελλάδα του 20ού αιώνα.
Εχοντας συνυπολογίσει βαθιά μέσα του, έστω και ασυναίσθητα, εκείνη την επίκληση του Νίκου Μπελογιάννη τα ξημερώματα της 30ής Μαρτίου 1952, όταν τον ξύπνησαν για να τον πάνε στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Μιλώντας για εκείνο τον «καθαρό αέρα», που στην περίπτωσή του, αναφορικά με την κίνηση εκείνης της βραδιάς του Ιουλίου, δεν ήταν παρά ο συμβολισμός της διατήρησης για αξιοπρέπεια και ελπίδα της Αριστεράς στην Ελλάδα.
Διαπνεόμενος από έναν ρεαλισμό που κάποιος θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει ακόμη και ρομαντικό. Εχοντας όμως βαθιά επίγνωση -και καμία άγνοια- των συσχετισμών και της πραγματικότητας, κάνει αυτό που εκείνος θεωρεί επαναστατικό.
Συγκρούεται με τον «νεκρό» χρόνο και τη «στιγμή», δημιουργώντας έναν δίαυλο επαφής με χιλιάδες ανθρώπους, διαμορφώνοντας μια διαφορετική διάσταση για την Αριστερά της ήττας την εποχή εκείνη.
Στην κίνηση εκείνης της νύχτας, σημειώθηκε μια νίκη μέσα σε ένα περιβάλλον ήττας. Μια νίκη που ήταν παράλληλα στην «πεσμένη» Αριστερά, ανοίγοντας κάποιους μικρούς-ελάχιστους δρόμους.
Κόντρα στα παλιά και φθαρμένα όπλα της, θεωρώντας δεδομένη την επαναστατική της συνέχεια. Αναζητώντας νέα όπλα, που ακόμη και στις πιο μαύρες συνθήκες θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για εκείνο το ξεκίνημα της μιας φοράς, που θα είναι πιο δυνατό «σε όλα».

Μετά τη φυλακή

Την ώρα που βγαίνει από τον Κορυδαλλό τον Ιούλιο του 1974 | 
Τα βασανιστήρια στη χούντα ήταν σκληρά, φανερώνοντας τα κτηνώδη ένστικτα των βασανιστών του. Ηθελαν να τελειώσουν μαζί του. Φυσικά, πολιτικά και κυρίως ηθικά. Δεν μπόρεσαν όμως να τα καταφέρουν. Ηξερε πολύ καλά και από την αρχή τι ήθελε και γιατί το ήθελε.
Σε ηλικία εννέα χρόνων είχε δει κάποιους παρακρατικούς στο χωριό του (Ορεινή Αργολίδα) να βασανίζουν κάποιον που ήταν φίλα προσκείμενος στο ΕΑΜ κι αυτός να τους ζητάει συγγνώμη. Τότε, του γεννήθηκε η ανάγκη και αποφάσισε βαθιά μέσα του πως δεν θα τους ζητήσει ποτέ συγγνώμη.
Μαζί με τον Μουστακλή και τον Οπρόπουλο ήταν από τους χειρότερα βασανισμένους πολιτικούς κρατούμενους κατά τη διάρκεια της χούντας. Κάτι που δεν σκέφτηκε ποτέ στη ζωή του να εξαργυρώσει.
Μεταξύ σοβαρού και αστείου, ο παλιός καθηγητής του στη Βιομηχανική Σχολή Πειραιά, Θανάσης Κανελλόπουλος, όταν ξανασυναντήθηκαν αργότερα στη Βουλή, ως βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας ο ένας και του ΚΚΕ ο άλλος, του πρότεινε να τα παρατήσει όλα, να πάει στη Νέα Δημοκρατία να γίνει υπουργός και ό,τι άλλο. Η συζήτηση, πάντα μεταξύ σοβαρού κι αστείου, έγινε στο περιστύλιο έξω από την αίθουσα της Ολομέλειας. Τον χτύπησε στην πλάτη και συνέχισε τον δρόμο του προς τα γραφεία του ΚΚΕ στη Βουλή. Ακόμη και βουλευτής δεν είναι ξεκάθαρο εάν ήθελε να γίνει. Βγαίνοντας από τη φυλακή, ήξερε πως ήθελε να γράφει, να μελετάει και να ασχολείται με την όποια κομματική δουλειά.
Ηξερε πως το βουλευτιλίκι δεν ήταν κάτι που εξέφραζε τον ίδιο. Οχι πως φοβόταν. Κάθε άλλο. Τις απόψεις αυτές, χωρίς να υπάρχει τεκμηρίωση, πιθανώς να τις είχε εκφράσει και «εντός των τειχών».
Τελικά όμως… τα πράγματα ήρθαν διαφορετικά και έγινε βουλευτής από το 1974 μέχρι το 1989. Αρχικά με την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Ενωμένης Αριστεράς μαζί με τους Χαρίλαο Φλωράκη, Γρηγόρη Φαράκο, Μίνα Γιάννου, Δημήτρη Γόντικα από την πλευρά του ΚΚΕ. Τον Λεωνίδα Κύρκο και τον Μπάμπη Δρακόπουλο από την πλευρά του ΚΚΕ Εσωτερικού και από την πλευρά της ΕΔΑ ο Ηλίας Ηλιού. Την τελευταία φορά με την Κοινοβουλευτική Ομάδα του Ενιαίου Συνασπισμού το καλοκαίρι του 1989.

Βασανιστήρια για τη φυσική του εξόντωση

Επιστρέφοντας από το Λακκί της Λέρου | 
Ο άνθρωπος που σε πολύ νεαρή ηλικία, κάτω από δύσκολες και αντίξοες συνθήκες, κατάφερε το ακατόρθωτο: να νικήσει τον θάνατο, καταφέρνοντας να τρυπήσει με τα δάχτυλά του το σακί με το τσιμέντο, με αποτέλεσμα να χυθεί λίγο λίγο πριν καταστραφούν οι πνεύμονές του. «Οσο απάνθρωπα κι αν βασάνισαν τους άλλους, η περίπτωση του Κώστα ήταν η μόνη απ' όσες έχω υπόψη μου κατά την οποία σημειώθηκε χωρίς κανένα πρόσχημα η φυσική του εξόντωση: Mετά από μέρες ξύλο, με δεκάδες ανοιχτές πληγές σ' όλο του το σώμα να αιμορραγούν, τον έδεσαν μπρούμυτα πάνω στο κρεβάτι του κελιού με τα χέρια πίσω με χειροπέδες, στοίβαξαν πάνω του ένα σακί τσιμέντο και τον άφησαν να πεθάνει μόνος του μέσα στο κελί, αργά, από ασφυξία. Ενας θάνατος παρόμοιος μ’ αυτόν του Μεσαίωνα, όταν έβαζαν μια μεγάλη πέτρα πάνω στο στήθος του κρατούμενου και συνέχιζαν να τον ανακρίνουν μέχρι να αφήσει την τελευταία του πνοή με συνθλιμμένους τους πνεύμονες». Η περιγραφή της Νάντιας Βαλαβάνη για τα βασανιστήρια της χούντας αποτυπώνει την αρρωστημένη λογική και πρακτική των χουντικών βασανιστών, που στην περίπτωση του Κώστα Κάππου δεν είχαν άλλο στόχο παρά τον θάνατό του.

Κομμουνιστής όχι στα λόγια αλλά στα έργα

«Ηταν τύχη να τον έχεις σύντροφο, ήταν τιμή να τον έχεις αντίπαλο». Σε δυο φράσεις συνοψισμένη η ζωή και η πορεία του. Σε όσους τον γνώρισαν και τον έζησαν από κοντά άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του. Στον κομματικό, ιδεολογικό και καθημερινό του βίο. Ηξερε τι σημαίνει να είσαι κομμουνιστής όχι μόνο στα λόγια αλλά και στα έργα. Ενα παράδειγμα: Φεύγοντας από βουλευτής και παίρνοντας τη σύνταξή του, σε μηναία βάση, είχε κανονίσει σε ποιους και πόσα λεφτά έπρεπε να δίνει. Ανθρώπους και παλιούς αγωνιστές που δεν κατάφερναν να τα βγάλουν πέρα σε οικονομικό επίπεδο τους είχε πάντα υπό την «οικονομική προστασία» του και, το κυριότερο, χωρίς να το μάθει ποτέ κανείς. Υπήρξε περίπτωση παλιού στελέχους του ΚΚΕ το οποίο ζούσε για πολλά χρόνια σε χώρα του πρώην ανατολικού μπλοκ και όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, το βοήθησε και το στήριξε οικονομικά μέχρι το τέλος της ζωής του. Υπήρξε περίπτωση που επτά χρόνια μετά τον θάνατό του, το 2012, έφτασε ένα γράμμα από τη Μυτιλήνη, με το οποίο άνθρωπος μεγάλης ηλικίας του ζητούσε χρήματα για να αγοράσει ένα αναπηρικό αμαξίδιο για τη γυναίκα του!

Μία ατέλειωτη πληρωμή «χρεών» ήταν όλη του η ζωή

Η κοινοβουλευτική και συγγραφική του δράση

Τα δεκαπέντε χρόνια της κοινοβουλευτικής παρουσίας του εκπροσώπησε επάξια τα συμφέροντα των απλών ανθρώπων, του λαού, των εργατών και των εργαζομένων. Δεν δίστασε να κοντραριστεί όπου το θεωρούσε σκόπιμο και αναγκαίο. Αναδεικνύοντας τα προβλήματα των απλών ανθρώπων και προτείνοντας λύσεις που θα έφερναν ανακούφιση.
«1985». Η εκλογή του Χρήστου Σαρτζετάκη στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα αποτέλεσε έκπληξη, όταν όλοι περίμεναν πως θα στηρίξει για ακόμη μια φορά τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Το ΚΚΕ για μία και μόνη φορά στα δεδομένα της νεότερης πολιτικής μας ιστορίας στηρίζει την επιλογή του Ανδρέα Παπανδρέου για τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Ενα ζήτημα που οι ιστορικοί του μέλλοντος θα πρέπει να προσπαθήσουν να αποκρυπτογραφήσουν όταν θα ασχοληθούν εντατικά με τα ζητήματα της Αριστεράς κατά τη δεκαετία του '80.
Στην πρώτη ψηφοφορία, που έγινε στις 17 Μαρτίου 1985 και απαιτούνταν για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας 200 ψήφοι, καταμετρήθηκαν τρία λευκά και τρία άκυρα. Η Νέα Δημοκρατία απείχε από την ψηφοφορία. Στη δεύτερη ψηφοφορία, στις 23 Μαρτίου 1985, καταμετρήθηκαν τρία άκυρα και ένα λευκό και στην τρίτη ψηφοφορία καταμετρήθηκαν πέντε άκυρα και ένα λευκό…
Ο Χρήστος Σαρτζετάκης έχει εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας με την ψήφο του αείμνηστου Γιάννη Αλευρά, προέδρου τότε της Βουλής και εκτελούντος χρέη Προέδρου της Δημοκρατίας μετά την παραίτηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Ο Κ. Κάππος δεν δίστασε να συγκρουστεί και με τους πολιτικούς του αντιπάλους εντός του Κοινοβουλίου. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα: Tον Μάη του 1987, ο Ανδρέας Παπανδρέου, στην ομιλία του για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, μιλώντας προς το ΚΚΕ, σημείωσε πως «είναι κρίμα που δεν έφτασε ο αέρας του Γκορμπατσόφ στην Ελλάδα», υπονοώντας πως είναι αρτηριοσκληρωτικό κόμμα.
Ο Κ. Κάππος σε νομοσχέδιο για το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (ΝΑΤ), ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ, έμμεσα απάντησε στον Ανδρέα Παπανδρέου σημειώνοντας πως «δεν μπορεί ο κ. Ανδρέας Παπανδρέου να λέει πως θα σβήσει το ΚΚΕ, που τόσα πολλά και τόσες θυσίες έχει κάνει, τη στιγμή που αυτός προσκύνησε τον Παττακό για να πάρει διαβατήριο επί χούντας».
Από τις σημαντικότερες αναφορές δράσης του Κ.Κάππου, που δημιούργησε «περιστροφικές αναταράξεις» εντός ΚΚΕ, αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς πως εκείνες τις μέρες ετοιμαζόταν η κομματική αναβάθμισή του, η οποία τελικά δεν ήλθε ποτέ.
«Φάκελος της Κύπρου». Μια κομβική κοινοβουλευτική στιγμή για ένα από τα ζητήματα που ταλανίζουν την Ελλάδα εδώ και δεκαετίες. Με καταθέσεις στοιχείων από πολλούς εκ των πρωταιτίων (φανερών και μη) για το θέμα.
Με τον Κ. Κάππο να συμμετέχει στην Επιτροπή και στο τέλος, πέρα και κόντρα στις κομματικές και όχι μόνο γραμμές-νόρμες, να προχωράει στην έκδοση του βιβλίου «Εγκλημα εναντίον της Κύπρου», φωτίζοντας άγνωστες πτυχές των συνεδριάσεων της Επιτροπής.
Ενα βιβλίο που δείχνει και αναδεικνύει πολλά. Αναδεικνύει τους «έμμεσα» και «άμεσα» εμπλεκόμενους. Τους «φταίχτες» και τον κύριο ένοχο για την τραγωδία της Κύπρου.
Ενα πρόβλημα μείζονος σημασίας για την Ελλάδα των τελευταίων πενήντα και πλέον χρόνων, το οποίο πρέπει να βρει εκείνη την τελική λύση που θα δίνει ένα ουσιαστικό αποτέλεσμα και όχι μπαλώματα που μπερδεύουν την κατάσταση.
«1989». «…αποκορύφωμα αυτής της στάσης υποταγής είναι η στήριξη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας από τον Συνασπισμό. Αυτό σημαίνει πως δίνοντας στη Νέα Δημοκρατία “πιστοποιητικό δημοκρατικότητας”, της ανοίγουμε τον δρόμο ώστε στις επόμενες εκλογές να κυριαρχήσει με τις εξής συνέπειες: επιβολή του νεοσυντηρητισμού, λιτότητα για την εργατική τάξη και όλους τους εργαζόμενους, περιορισμό των κοινωνικών δαπανών και προνόμια στο μεγάλο κεφάλαιο, στα μονοπώλια.
»Εφαρμογή μιας εξωτερικής πολιτικής ανοιχτά υποταγμένης στα κελεύσματα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και του ΝΑΤΟ, διαιώνιση της παραμονής των αμερικάνικων βάσεων στη χώρα μας. Εφαρμογή αυταρχικής πολιτικής απέναντι στην εργατική τάξη και τους εργαζόμενους για να περάσουν ο νεοσυντηρητισμός, η λιτότητα και η εξάρτηση.
Οφείλω να υπογραμμίσω και πάλι ότι ήμουν αντίθετος και στη συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, για τον λόγο ότι η ηγεσία του εξυπηρέτησε και εξυπηρετεί, με διάφορους τρόπους, τα ίδια συμφέροντα της άρχουσας τάξης και του ιμπεριαλισμού».

Μετά το 1989

Φεύγοντας από τη Βουλή και γλιτώνοντας ουσιαστικά από ένα καθημερινό «μαρτύριο», αποφασίζει να ασχοληθεί με τη μελέτη και τη συγγραφή. Ολοκληρώνει μετά από περίπου έντεκα χρόνια την «Κριτική του Σοβιετικού Σχηματισμού». Μια ιδιαίτερη μελέτη για το τι πραγματικά συνέβη στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, προξενώντας αντιδράσεις από την πλευρά «κάποιων» που έφτασαν στα όρια της λασπολογίας και της χυδαιότητας.
Ξεκαθαρίζει τι θα κάνει με το ζήτημα της βουλευτικής σύνταξης. «Οταν έφτασε η στιγμή της βουλευτικής αποζημίωσης, τα πράγματα άρχισαν να “δυσκολεύουν” πολύ. Επρεπε σε μικρό χρονικό διάστημα να αποφασίσει πώς θα διατεθούν τα χρήματα τα οποία ήταν ιδιοκτησία άλλων, όπως συνήθιζε να λέει χαρακτηριστικά. Κάναμε διάφορες κουβέντες για να βρεθεί η καλύτερη λύση. Επεσαν πολλές ιδέες στο τραπέζι χωρίς όμως να βρούμε την πρόσφορη λύση. Μετά από δύο μέρες εξαντλητικών συζητήσεων χωρίς αποτέλεσμα, έρχεται σε ανύποπτο χρόνο η μητέρα μου λέγοντας μια αξέχαστη ατάκα: “Γιατί δεν στέλνετε τα λεφτά στην Κούβα, για να βοηθήσουμε κι εμείς λίγο την Επανάσταση;”. Αμέσως ξεκίνησαν όλες οι απαραίτητες κινήσεις για να υλοποιηθεί η ιδέα. Από τη στιγμή εκείνη μέχρι την ημέρα που πέθανε, έδινε τη μισή βουλευτική του σύνταξη στον λαό της Κούβας και την υπόλοιπη στο ΚΚΕ. Για τον εαυτό του κρατούσε μόνο ένα μικρό κομμάτι για να μπορεί να καλύπτει τις στοιχειώδεις ανάγκες της οικογένειάς του» (www.kostaskappos.gr).
Kλείνοντας, με τα σωστά και τα λάθη τούτο το αφιέρωμα, ας θυμηθούμε δύο γραμμές που γράφτηκαν πέρυσι τέτοιες μέρες και συνοψίζουν τη ζωή του Κώστα Κάππου.
Αντιγράφουμε, συμφωνώντας πλήρως:
«Tέλος. Αυτό που σφραγίζει τη μοναδικότητα του Κώστα ήταν ότι θεωρούσε τη γνώμη, την άλλη άποψη, τη διαφωνία, οξυγόνο για το κόμμα. Κι όχι με μουρμούρες στους διαδρόμους του Περισσού, αλλά με περίσσευμα θάρρους, ξεπερνώντας τα κομματικά ταμπού και το κομματικό τελετουργικό - να λες τη γνώμη σου, αρκεί να βοηθάει. Κι έτσι έπρεπε να αντέξει στο τέλος την έσχατη δοκιμασία - άγιος του κομμουνισμού και να αποβληθεί από τις τάξεις της κομματικής εκκλησίας.
Μια ατέλειωτη πληρωμή χρεών ήταν όλη του η ζωή. Στο κόμμα, στους γύρω του, στην υπόθεση του κομμουνισμού, στην επανάσταση. Αναρωτιέμαι τώρα, και φαντάζομαι ότι δεν είμαι ο μόνος: Ξεχρέωσε ή ακόμη έχουμε να λαμβάνουμε απ' αυτόν;».
Στις 2 Οκτωβρίου 2017 θα πραγματοποιηθεί υπό την αιγίδα του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων τιμητική εκδήλωση για τον Κώστα Κάππο και θα γίνουν τα εγκαίνια έκθεσης για την πολιτική και κοινοβουλευτική παρουσία του. Το αμέσως επόμενο διάστημα θα υπάρξει πληρέστερη ενημέρωση από την πλευρά του Ιδρύματος της Βουλής.
Oι φωτογραφίες του αφιερώματος προέρχονται από το προσωπικό αρχείο της οικογένειας.
Οι αναφορές στον Νίκο Μπελογιάννη είναι «δανεισμένες» από άρθρο του «Κώστα Ισου», το οποίο δημοσιεύτηκε στο «Πριν» στις 2 Απριλίου 1995.

Επίμονος, σταθερός και συνεπής

Με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο | 
Γνώρισα τον Κώστα Κάππο το 1968, όταν τον έφεραν στο Λακκί της Λέρου, ύστερα από βασανιστήρια που υπέστη, μετά τη σύλληψή του, από τα όργανα της δικτατορίας, γιατί ως στέλεχος του ΚΚΕ αγωνιζόταν για την ανατροπή της. Στα χρόνια που ήμασταν στην εξορία διέκρινα, σε όλες τις εκδηλώσεις του στρατοπέδου, έναν σύντροφο σεμνό, δραστήριο, εργατικό και επίμονο στα διαβάσματα και στις μελέτες, κυρίως οικονομικού περιεχομένου, λόγω και της ειδίκευσής του σε θέματα οικονομίας. Εναν σταθερό και συνεπή αγωνιστή.
Ηταν ένας κομμουνιστής που συμμετείχε ενεργά σε όλες τις δραστηριότητες των συνεξορίστων μας, σε όλα όσα αποφάσιζε η Ομάδα Συμβίωσης του Στρατοπέδου.
Συναντηθήκαμε αργότερα, όταν απολυθήκαμε και οι δύο από την εξορία. Συγκεκριμένα, μια βδομάδα μετά την απόλυσή μου από τον στρατό, στις 29/10/1972, κι ύστερα από ένα κρασί, ο Κώστας, ο Δημήτρης κι εγώ, πήρα σύνδεση και εντάχθηκα στη δουλειά της παράνομης οργάνωσης της ΚΝΕ. Ο Κώστας τότε ήταν μέλος του γραφείου του Κ.Σ. της ΚΝΕ.
Ξανασυναντηθήκαμε μετά την κατάρρευση της δικτατορίας, όταν βγήκε από τη φυλακή, ύστερα από σκληρότατα βασανιστήρια από την ΕΣΑ στο Μπογιάτι, κι εμείς γυρίσαμε από τη Γυάρο στις 25 Ιούλη 1974.
Αμέσως μετά, στα πλαίσια της δουλειάς του κόμματος και ύστερα στην Κ.Ε. του κόμματος, στους καθημερινούς αγώνες της εργατικής τάξης και των εργαζομένων, ο Κώστας και με την ιδιότητα του βουλευτή ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή. Εκείνα τα χρόνια γνώρισα ακόμα καλύτερα τον χαρακτήρα του και είδα στη δουλειά του τον ακούραστο εργάτη του κόμματος, που έδινε τα πάντα για την υλοποίηση των αποφάσεων. Η εργατικότητα, η σεμνότητα, η ανιδιοτέλεια, η μελέτη και η αναζήτηση, η δράση για την υπεράσπιση των θέσεων του κόμματος, η προσπάθεια για την προώθησή τους στους εργάτες, στον λαό ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά του, σε όλα εκείνα τα χρόνια. Αγωνίστηκε για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης, για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, για τον σοσιαλισμό.
Αρκετοί άνθρωποι έβλεπαν τον Κώστα Κάππο μόνο με τη βουλευτική του ιδιότητα, που είχε στα πλαίσια του καταμερισμού της δουλειάς του κόμματος. Ωστόσο, η δράση του ήταν πολύμορφη. Η συμμετοχή του σε περιοδείες, οι συγκεντρώσεις, η επικοινωνία του με τους εργάτες, με τους ανθρώπους του μόχθου ήταν σχεδόν μόνιμη. Τα πολλά κοινοβουλευτικά του καθήκοντα, άλλωστε -ήταν λίγοι οι βουλευτές μας τον πρώτο καιρό-, δεν τον εμπόδιζαν να βρίσκεται κοντά στους εργαζόμενους. Στοιχείο απαραίτητο για όλους μας ανεξάρτητα από κομματική χρέωση. Παρά τη διαφοροποίησή του από την απόφαση του κόμματος για την κυβέρνηση Τζαννετάκη και την απομάκρυνσή του, έμεινε και στο υπόλοιπο της ζωής του μάχιμος και κοντά στο κόμμα.
Σπύρος Χαλβατζής
Τιμή στη μνήμη του

Ενας υψηλού ήθους και ανιδιοτελής αγωνιστής

Σε εκδήλωση για την απελευθέρωση της Αθήνας το 1983 | 
Συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση και λείπει 12 χρόνια από κοντά μας ο αξέχαστος σύντροφος Κώστας Κάππος, που πάλεψε ολόθερμα για την «Επανάσταση που έρχεται». Ενας υψηλού ήθους και ανιδιοτελής κομμουνιστής, της ταξικής πάλης αδιάλλακτος υπερασπιστής. Στην απουσία του, μετράμε τη διαχρονική συμβολή και την ουσία του.
Ο Κώστας Κάππος αφιέρωσε όλη τη ζωή του στην ευγενική πάλη για «να ξημερώσουν καλύτερες μέρες, χωρίς πείνα και πόλεμο». Με την αγέρωχη και παλικαρίσια στάση του απέναντι στα φρικτά βασανιστήρια της αμερικανοκίνητης φασιστικής χούντας. Με την ακούραστη και μαχητική προβολή των εργατικών, αγροτικών και λαϊκών συμφερόντων στη Βουλή. Με τη συμβολή του στην Ανακριτική Επιτροπή της Βουλής για το έγκλημα εναντίον της Κύπρου το 1974. Με την περήφανη στάση του το 1989 εναντίον της άθλιας και ολέθριας συγκυβέρνησης Τζαννετάκη, στάση που, μαζί με το «δεν θα πειθαρχήσω» του Γιώργου Γράψα, έσωσε την τιμή και την υπόληψη όλης της Αριστεράς. Με τη μεγάλη θεωρητική συμβολή του στον μαχόμενο μαρξισμό, με τα βιβλία του για την «Ε.Ε. εναντίον των λαών», την «κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Ελλάδα», την «ταξική διάρθρωση της σύγχρονης Ελληνικής Κοινωνίας» και κυρίως με τη βαθιά θεμελιωμένη «Κριτική του Σοβιετικού σχηματισμού», που προκάλεσε αντιπαραθέσεις αλλά και γόνιμο προβληματισμό στους αριστερούς ανθρώπους. Με τη συνολική στάση ζωής του, αναδείχθηκε σε έναν πηγαίο μαζικό διαπαιδαγωγητή και όχι σε συνήθη «αφ' υψηλού καθοδηγητή» για τις χιλιάδες των νέων κομμουνιστών του αντιδικτατορικού αγώνα και της μεταπολίτευσης.
Συνοψίζοντας, ο Κώστας Κάππος ήταν αδιάλλακτος απέναντι στους ταξικούς και πολιτικούς αντιπάλους μας (π.χ. στον Α. Παπανδρέου) από θέση αρχών, αυστηρά απαιτητικός από τους συντρόφους με βάση τις ανάγκες των καιρών, με βαθιά πίστη στην εργατική τάξη και στο δίκιο των λαών, ρομαντικός εραστής του κομμουνισμού, ως «μαχητικής σημαίας όλων των ελευθεριών».
4/9/2017
Δημήτρης Δεσύλλας, Μέλος ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

{[['']]}

Ο άνθρωπος που δολοφόνησε το Aπαρτχάιντ

Nα σκοτώσεις μέσα στην Βουλή της Νότιας Αφρικής με τέσσερις μαχαιριές τον πρωθυπουργό - οραματιστή του απαρτχάιντ Εντρικ Φερβούρτ και, όταν πεθάνεις, έγκλειστος σε ψυχιατρείο, να μη βάλουν στον τάφο σου ούτε καν μια πλάκα με τ' όνομά σου, μόνο μία πέτρα ανάμεσα σε δύο «κανονικούς» τάφους για να δηλώνει ότι κι εκεί υπάρχει θαμμένος κάποιος, υπερβαίνει και τον σουρεαλισμό, και την έννοια της αχαριστίας.
Αλλά μάλλον θα έκανε τον εκτελεστή του ρατσιστή πρωθυπουργού να χαμογελάσει ειρωνικά. Τριάντα περίπου χρόνια μετά τη δολοφονία, ασπρομάλλης πια ο Δημήτρης Τσαφέντας, αυτός είναι ο μετέπειτα νεκρός κάτω απ' την πέτρα, φοράει τη ριγέ ρόμπα των τροφίμων στα ψυχιατρεία της Νότιας Αφρικής, φοράει καμπόικο πράσινο καπέλο, κάθεται σε αναπηρικό καροτσάκι, είναι ροδομάγουλος και καλοξυρισμένος, μιλάει άνετα, δείχνει χαρούμενος και με αυτοπεποίθηση και λέει έχοντας σταυρωμένα τα χέρια:  «(Ο Φερβούρτ) ήταν ένας ανήθικος άνθρωπος και αποφάσισα να τον μαχαιρώσω. Και τον σκότωσα». Στα τελευταία λόγια ξεσταυρώνει τα χέρια και αναπαριστά τη μαχαιριά που έδωσε στο στήθος του Φερβούρτ, που καθόταν στην πρωθυπουργική καρέκλα.
Ήταν 6 Σεπτεμβρίου 1966, ο «έγχρωμος» Μίμης Τσαφέντας, γεννημένος το 1918 στη Μοζαμβίκη από τον Μανώλη Τσαφεντάκη και τη Μοζαμβικιανή Αμίλια Βίλιανς, εργαζόταν στη Βουλή ως κλητήρας και είχε εύκολη πρόσβαση. Ηταν η κατάληξη μιας οδύσσειας που άρχισε από τη γέννησή του.
Στην Αλεξάνδρεια Ο πατέρας δεν παντρεύτηκε την υπηρέτρια-μάνα του, αλλά αναγνώρισε τον γιο και τον έστειλε στη γιαγιά, στην Αλεξάνδρεια, όπου έζησε τα καλύτερά του χρόνια, ωσότου η γιαγιά, που του μάθαινε κρητικά τραγούδια, δεν μπορούσε να τον φροντίζει και τον έστειλε πίσω. Εν τω μεταξύ η μάνα του είχε χαθεί, ο πατέρας είχε παντρευτεί Ελληνίδα, κι είχε έναν γιο και μία κόρη. Οι δυσκολίες άρχισαν νωρίς για τον μικρό Μίμη και πολλαπλασιάστηκαν όταν οι γονείς του μετακόμισαν στην Νότια Αφρική, όπου κάθε μιγάς είναι μέχρι σήμερα ανεπιθύμητος από άσπρους και μαύρους.
Ο ψηλός, ευφραδής, παράξενος και ευφυής Δημήτρης Τσαφέντας το κατάλαβε γρήγορα, έγινε ακόμα πιο παράξενος και βρήκε αντίδοτο τα ταξίδια. Ναυτικός. Μίλαγε οχτώ γλώσσες, περιπλανήθηκε μία εικοσαετία σ' όλο τον κόσμο, νοσηλεύθηκε σε νοσοκομεία ή ψυχιατρεία διάφορων χωρών, ήρθε και στην Ελλάδα αλλά δεν ρίζωσε, επέστρεψε στη Νότια Αφρική, όπου τον κήρυξαν ανεπιθύμητο οχτώ φορές, αλλά πάντα έβρισκε τρόπο να μπαίνει παράνομα, δούλευε όπου μπορούσε, ήταν κομμουνιστής και χριστιανός, αν κι έλεγε πως δεν ήθελε να τον θάψουν ως έλληνα ορθόδοξο, τον κατέδιδαν στην αστυνομία που τον θεωρούσε τρελό, τον απέλαυναν (όπως σε Ευρώπη και Αμερική), ξανάμπαινε, σχετίστηκε σοβαρά με μια Νοτιοαφρικανή, ζήτησε να διαγραφεί από τα μητρώα ως μιγάς και να καταγραφεί ως μαύρος: «Η σημαία μας να είναι ένα μπλε λιβάδι με ουράνιο τόξο». Τότε προσελήφθη ως κλητήρας στη Βουλή και οργάνωσε το μοναχικό του σχέδιο. Αγόρασε πιστόλι από ναυτικούς ενός ελληνικού πλοίου. Το πιστόλι ήταν ψεύτικο και αγόρασε μαχαίρι.
Στις φυλακές Πήγε για δουλειά στη Βουλή, πλησίασε τον ολλανδικής καταγωγής πρωθυπουργό Φερβούρτ, και του έριξε τέσσερις μαχαιριές. Συνελήφθη, αλλά δεν δικάστηκε ποτέ. Ελεγε πως μια ταινία στο στομάχι του του είπε να μαχαιρώσει τον Φερβούρτ κι ο δικαστής δήλωσε πως δεν μπορεί να τον ανακρίνει γιατί δεν μπορεί να ανακρίνει ένα σκυλί. Το σκυλί το μάζεψε ο μπόγιας και το μάντρωσε στις φυλακές υψίστης ασφαλείας στην Πρετόρια. Ουρούσαν κι έφτυναν μέσα στο φαγητό του, τον βασάνιζαν, αλλά ο Τσαφέντας άντεξε, συχνά τραγούδαγε τα κρητικά τραγούδια της παιδικής του ηλικίας, ενώ βρήκε για λίγο συντροφιά στον έλληνα αντιρατσιστή Αλέξη Μομπούρη, που σύντομα δραπέτευσε με περιπετειώδη τρόπο.
Η ιδιορρυθμία, η ενδεχόμενη «παραφροσύνη», το χρώμα του, συνετέλεσαν ώστε η πράξη του να μη μνημονεύεται, ακόμα και μετά το τέλος του απαρτχάιντ. Τότε μεταφέρθηκε σε ψυχιατρείο εις ένδειξη υποτυπώδους αναγνώρισης που έλαβε όμως υπόψη ότι ο Τσαφέντας δεν ανήκε πουθενά. Ούτε στους λευκούς ούτε στους μαύρους. Αφού μπορούσε να αποφύγει τα δεινά του ρατσισμού, γιατί σκότωσε; Κανείς δεν τόνισε ποτέ τον ρόλο που, εξ αντικειμένου, έπαιξε η δολοφονία του Φερβούρτ.
Πληρώνοντας την αυτονομία του και την έλλειψη σαφούς πολιτικού λόγου, ο Τσαφέντας αντιμετωπίστηκε ως παρείσακτος, σαν να τους έκλεβε τη δόξα της κατάργησης του ρατσισμού. ―Οσα δεν έκανε η απελευθερωθείσα Νότια Αφρική έκαναν όσοι έμαθαν ή θυμόντουσαν τον παράξενο Ελληνα από μαύρη μάνα που μαχαίρωσε το απαρτχάιντ κι έλιωνε στη φυλακή και στο ψυχιατρείο, ξεχασμένος κι από αυτούς που του όφειλαν ξεροκόμματα, έστω, ηθικής ανταμοιβής. Πέθανε στις 10 Οκτωβρίου 1999. Δεν υπήρξε καμία επίσημη εκπροσώπηση στην κηδεία. Η ζωή του έγινε βιβλίο («Αναπαράσταση μιας δολοφονίας», Ενκ βαν Βούρντεν, εκδ. «Κέδρος»), ντοκιμαντέρ (Μανώλη Δημελλά: Live and let live, Οδοιπορικό στην ταραχώδη ζωή του Δημήτρη Τσαφέντα), θεατρικό έργο (Αντονι Σερ: «Δελτίο Ταυτότητας») κ.ά. Τα μαύρα σκυλιά γαβγίζουν απ' τον τάφο τους τους επιλήσμονες.
{[['']]}

Τι είναι η αγάπη; Ο Νίκος Καζαντζάκης απαντά με τον δικό του μοναδικό τρόπο

Δεν είναι συμπόνια μήτε καλοσύνη...
Στη συμπόνια είναι δύο, αυτός που πονάει κι αυτός που συμπονάει. Στην καλοσύνη είναι δύο, αυτός που δίνει κι αυτός που δέχεται.
Μα στην αγάπη είναι ένας...
Σμίγουν οι δύο και γίνοναι ένα. Δεν ξεχωρίζουν...
Το εγώ κι εσύ αφανίζονται.
Αγαπώ θα πει χάνομαι…

Νίκος Καζαντζάκης

Πόση αγάπη έδωσε ο Νίκος Καζαντζάκης στην  Ελένη Σαμίου και πήρε. 92 χρόνια έχουν περάσει από την ημέρα της γνωριμίας ενός από τον μεγαλύτερων στοχαστών παγκοσμίως, με τη μετέπειτα σύζυγό του. Μία ιστορία αγάπης, σεβασμού, συντροφικότητας και αφοσίωσης, που δοκιμάστηκε επί 32 χρόνια και πέρασε στην αιωνιότητα. Η θετή εγγονή της συζύγου του Νίκου Καζαντζάκη, η Νίκη Σταύρου γράφει για το People την υπέροχη ιστορία αγάπης τους.

«Στην Ελένη χρωστώ όλη την καθημερινή ευτυχία της ζωής μου», γράφει ο Νϊκος Καζαντζάκης για την πολυαγαπημένη σύντροφο της ζωής του. «Χωρίς αυτή θα ’χα πεθάνει τώρα και πολλά χρόνια. Συντρόφισσα γενναία, αφοσιωμένη, περήφανη, έτοιμη για κάθε πράξη που θέλει αγάπη».

Η Ελένη Σαμίου γεννήθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 1903, με ρίζες από τη Μικρά Ασία και την Κρήτη. Σε ένα πολύ σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα γράφει: «Πήρα μόνο δίπλωμα Γυμνασίου το 1919. 15 χρονών έμεινα ορφανή από μάνα και πατέρα. Οι κηδεμόνες, αν και Καθηγητές Πανεπιστημίου, φρονούσαν πως τα “ορφανά” δεν σπουδάζουν. Γίνονται ράφτρες ή καπελούδες. Κι ας έχουν όση περιουσία χρειάζεται (και παραπάνω!) για να κάνουν καλές σπουδές. Το 1924 γνώρισα τον Νίκο».

Και από εκεί αρχίζει μια γλυκιά ιστορία αγάπης και απόλυτης αφοσίωσης. Ήταν 18 Μαΐου 1924, όταν η Ελένη ήταν είκοσι ενός ετών, και ο Νίκος σαράντα ενός. Η Ελένη περιγράφει τη συνάντησή τους στις πρώτες σελίδες του Ασυμβίβαστου τη βιογραφία του Νίκου Καζαντζάκη, που εκείνος της ζήτησε να γράψει:

Η Ελένη είχε γνωρίσει πρώτα την πρώτη του γυναίκα, τη Γαλάτεια, όταν ήδη εκείνη είχε χωρίσει με τον Νίκο και είχε ήδη αρχίσει να ζει με τον Μάρκο Αυγέρη. Η Γαλάτεια, είχε επηρεάσει αρνητικά την Ελένη, τόσο που η νεαρή κοπέλα δεν ήθελε καν να τον γνωρίσει: «Επηρεασμένη,» γράφει «ως φαίνεται, από το μυθοπλαστικό μπρίο της γυναίκας του, αρνήθηκα την πρόσκλησή της να πάω με την παρέα της στο σταθμό Λαρίσης να υποδεχτούμε το «τέρας», πού θα ερχόταν από τη Γερμανία στις 5 του Μάη το 1924.» Και όμως, μερικές ημέρες μετά, οι φίλες της Ελένης, η Καίτη και η Μαρίκα Παπαϊωάννου, την πίεζαν αφόρητα να τον γνωρίσει. «Είναι ψηλός σαν κυπαρίσσι, όμορφος, αφάνταστα διαβασμένος και χαριτολόγος… Κανείς δεν του παραβγαίνει στις ιστορίες…

Ανεπανάληπτος…» Και το χειρότερο, δεν τον χωρούσε ο τόπος. «Πολύ γρήγορα θ’ ανοίξει την πόρτα να φύγει… θα πετάξει το πουλί, πάει, θα χαθεί η μοναδική ευκαιρία να γνωρίσεις κι εσύ μια μεγάλη προσωπικότητα». Και δέχτηκε η Ελένη, και να τους τώρα, γράφει, στη Δεξαμενή, τη νύχτα της 17ης Μαΐου, με αντιφατικές φήμες να αντηχούν στα αυτιά της: «Το γέλιο του ακούγεται ένα μίλι μακριά…» ή «Του αρέσουν οι γυναίκες…» ή «Τρώει και πίνει σα δράκος…» ή «Δεν τρώει τίποτα… σωστός ασκητής…».


«Σχεδόν εχθρική στην αρχή», λέει η Ελένη, «χωρίς να το καλοξέρω, άρχισα σιγά – σιγά να παραδίνω τα όπλα. Τη νύχτα εκείνη θα σκαρφαλώναμε στην Πεντέλη, για να βρεθούμε τα ξημερώματα από την άλλη πλευρά, στην παραλία της Ραφήνας, ο Οδοιπορικός Σύλλογος, μια εικοσαριά νέοι και νέες, φυσιολάτρες. Για να φτάσουμε στους πρόποδες του βουνού, θα παίρναμε το «θεριό», το θρυλικό εκείνο τραινάκι, που κούτσα-κούτσα έκανε τη διαδρομή Αθήνα-Μαρούσι-Κηφισιά. Το φεγγάρι πήγαινε να μεσουρανήσει, όταν τον πήρε το μάτι μου. Με βήματα λίγο-λίγο πηδηχτά, στητός σαν κυπαρίσσι, τεράστιο μέτωπο, βαθουλά μάτια πού έμοιαζαν μαύρα κάτω από τα πυκνά φρύδια, αυτιά λεπτοσκαλισμένα. Φορούσε ένα πλατύγυρο καπέλο ψάθινο και στο χέρι κρατούσε ένα ροζ γυάλινο βάζο, όπου έπλεαν μέσα σε λαδόξιδο σαρδέλες του βαρελιού. Δε θυμούμαι τα πρώτα του λόγια, μα τα δυο βαθιά αυλάκια, που έσκαβαν το πρόσωπο του, μου έκαναν μεγάλη εντύπωση. Γιατί απ’ όλες τις κοπέλες, που ήμασταν εκεί, διάλεξε εμένα; Το ήξερε τάχα ο ίδιος; Στο μισοσκόταδο του βαγονιού άρχισε αμέσως τα ερωτήματα, που τ’ άκουσα τόσες φορές κατοπινά στη ζωή μας.

Όταν το πρωί έφτασαν πια στη Ραφήνα, ο Νίκος έμεινε δίπλα στην Ελένη όλη μέρα, προφυλάσσοντάς την με το κορμί του για να μην την κάψει ο ήλιος. Και δεν άλλαζε θέση, παρά μόνο όπως προχωρούσε και ο ήλιος. Από τότε δεν χωρίσανε ποτέ. Η οριστική τους συμβίωση σαν ζευγάρι, όμως, άρχισε από τη Ρωσία τον Αύγουστο του 1928, όταν την κάλεσε να τον συναντήσει στη Μόσχα. Κάποιος ακόμη και σήμερα μπορεί να φαντασθεί πόση τόλμη χρειαζόταν η Ελένη για μια τέτοια παρέκκλιση από τα ήθη της εποχής. Αν δεχόταν την πρόσκλησή του, της είπε, δεν θα υπήρχε πλέον υπαναχώρηση και γυρισμός. Θα έπρεπε να μείνει για πάντα μαζί του. Θα γνώριζε δυσκολίες, φτώχεια, μέχρι και πείνα. Για ένα μόνο πράγμα έπρεπε να είναι σίγουρη: μαζί του δεν θα έπληττε ποτέ. Αλλά, της είπε, μπορεί και να μην τον ήξερε καλά, προκειμένου να πάρει μια τελεσίδικη απόφαση, καθοριστική για τη ζωή της. Γι’αυτό τη συμβούλευσε να πάει στο Ντύσσελντορφ της Γερμανίας και να ζητήσει τη γνώμη της Έλσας Λάνγκε, φίλης και πρώην ερωμένης του.

Τα λίγα λόγια της Έλσας «βάραιναν στη ζυγαριά της Μοίρας μου», θα γράψει αργότερα η Ελένη: «Μπορείτε να τον εμπιστευτείτε. Μια φλόγα τον καίει κι όμως δε χάνει μήτε λεφτό την αίσθηση της ζωής. Ισορροπημένος, τέλεια φυσιολογικός… Κι ό,τι κι αν συμβεί, μη μετανιώσετε ποτέ που ακούσατε το κάλεσμά του. Είναι γυμνός σαν τον Άγιο Σεβαστιανό. Προφυλάξτε τον από τα βέλη». Έτσι έφυγε για τη Μόσχα η Ελένη και έμεινε από τότε για πάντα μαζί του. Έγινε τελικά η «λεπτεπίλεπτη» Αθηναία «το εφταγύναικο, το εφταπέτσινο σκουτάρι της ζωής του που καμιά σαγίτα δεν το περνάει».

Η Ελένη, τον καιρό της κατοχής, και της μεγάλης πείνας, στην Αίγινα, πήγαινε στις Φυλακές και έπαιρνε λίγο φαγητό από το συσσίτιο των φυλακισμένων για να μην πεθάνει από την πείνα ο Νίκος της. Και στην Antibes, στη Γαλλία, πήγαινε στην πλατεία της πόλης και μάζευε τα χαρούπια και τα έκανε κολιέ και τα πουλούσε στους τουρίστες για το πιάτο του Νίκου. Η Ελένη ήταν και αυτή συγγραφέας, και μάλιστα πολύ καλή, αλλά επέλεξε την αφιέρωσή της στην προαγωγή του έργου του συζύγου της. Το μέγεθος της προσφοράς της, ακόμη και σε τεχνικό επίπεδο, μπορεί να εκτιμηθεί και μόνον από το γεγονός ότι δακτυλογράφησε επτά φορές την Οδύσεια με τους 33.333 στίχους. Εκείνη τον προέτρεψε να ασχοληθεί με το μυθιστόρημα, από τις ιστορίες που της έλεγε τη νύχτα πριν κοιμηθούν.


Ο Νίκος και η Ελένη Καζαντζάκη συνέζησαν περίπου είκοσι χρόνια και στις 11 Νοεμβρίου 1945 τέλεσαν τον γάμο τους στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου Καρύτση στην Αθήνα. Με κουμπάρους τον Άγγελο Σικελιανό και τη γυναίκα του Άννα. Μάλιστα, τη διάρκεια της τελετής, συνειδητοποίησαν ότι είχαν ξεχάσει τις βέρες, οπότε και αμέσως ο Άγγελος και η Άννα έβγαλαν από τα δάχτυλά τους τις δικές τους και τις πέρασαν στα δάχτυλα του Νίκου και της Ελένης. Γι’αυτό και η βέρα της Ελένης γράφει «Άγγελος».

Ο Νίκος και η Ελένη ζούσαν τότε στην Αίγινα, με συχνά ταξίδια στο εξωτερικό, και από το 1946 τελικά εγκαταστάθηκαν στην Antibes, της νότιας Γαλλίας. Τους χώρισε ο θάνατος το 1957.

«Είμαι μια ηλεχτρική εγκατάσταση κι είστε το ηλεχτρικό ρέμα. Αν κοπεί, χάθηκα», της έγραψε πριν χρόνια πολλά ο Νίκος της. Αυτό το ηλεκτρικό ρεύμα κόπηκε την ημέρα των γενεθλίων του Νίκου Καζαντζάκη, στις 18 Φεβρουαρίου του 2003, στη 1:31 το μεσημέρι, όταν η Ελένη πήγε να βρει τον καλό της.

Κάθε επέτειο του θανάτου τού Νίκου, και όσο η δική μου ζωή φτάνει στο τέλος της, κάνω τον απολογισμό μου, τι έδωσα και τι πήρα από εκείνον, ύστερα από 32 ολόκληρα χρόνια κοινής ζωής. Η «κόκκινη γραμμή», που σημάδεψε την πορεία του και που εγώ θα την ονομάσω «ευθεία γραμμή», χαρακτήριζε και την απλή καθημερινή του ζωή. Δεν θυμάμαι ούτε μία πράξη του για την οποία θα έπρεπε να ντραπώ, ή και να προβληματιστώ ακόμα. Ήταν τόσο έντιμος, τόσο ακέραιος και τόσο ασυμβίβαστος που, όποιος είχε την τύχη να ζήσει μαζί του, στεκόταν στις άκρες των δαχτύλων του για να τον φτάσει. Έτσι ένιωθα εγώ όλα αυτά τα χρόνια μαζί του. Κάθε χρόνο που φεύγει, συμπαρασύροντας και μένα μαζί του, μεγαλώνοντας έτσι το χρονικό διάστημα από τότε που έφυγε ο Νίκος, τόσο βρίσκω να είμαι και πιο κοντά του, κάθε φορά και πιο πολύ, γιατί ξαναζώ τα χρόνια που ζήσαμε μαζί με μεγαλύτερη ένταση και ανείπωτη νοσταλγία. Όσο «το μεροκάματο τελεύει», σκέφτομαι πόσο τυχερή γυναίκα υπήρξα στη ζωή μου, γιατί ήταν όλα τόσο σωστά και ακέραια μαζί του όσο ένα κρυστάλλινο ποτήρι νερό, όπως ακριβώς έβλεπε εκείνος τη ζωή, που όσο κι αν πίνεις δεν ξεδιψάς. Έτσι ήταν και η ζωή μου μαζί του, ένα καθαρό, πεντακάθαρο ποτήρι νερό.

Πηγή: tvxs
{[['']]}

Ο Καζαντζάκης και οι γυναίκες της ζωής του

 Νίκος και Ελένη Καζαντζάκη - Ιούλιος 1955

Το εύρος και η ποικιλία του έργου του Νίκου Καζαντζάκη είναι ανεξάντλητα. Τραγωδίες, μυθιστορήματα, ταξιδιωτικά, φιλοσοφικά έργα, μεταφράσεις, φυσικά το έπος «Οδύσσεια» με 33.000 στίχους κ.ά. Ολα ανυπολόγιστα σε μέγεθος και αξία. Με αφορμή το έτος Καζαντζάκη (2017), η «Εφ.Συν.», μέσω αυτού του αφιερώματος, αναδεικνύει μία πλευρά του όχι ιδιαίτερα γνωστή: τη σχέση του με τις γυναίκες

Νίκος Καζαντζάκης, 1901 | 

Ο Νίκος Καζαντζάκης έδινε μεγάλη αξία στον ρόλο της γυναίκας. Η ζωή του, όπως έλεγε ο ίδιος, έγινε πολυτιμότερη διότι γνώρισε σημαντικές γυναίκες (τις Γαλάτεια και Ελένη), για τις οποίες πάντοτε μιλούσε με θαυμασμό, αγάπη και ευγνωμοσύνη.

Ωστόσο, η σχέση του με τις γυναίκες δημιουργεί αντιφάσεις και οι απόψεις για το θέμα είναι έως και σήμερα, 60 χρόνια από τον θάνατό του, αντικρουόμενες.

Το σίγουρο είναι πως όσες ερωτεύτηκε, τον επηρέασαν πνευματικά.

Πολύ νέος ερωτεύτηκε τη δασκάλα των αγγλικών του, Κάθλιν Φορντ. Αργότερα, συνδέθηκε ερωτικά με τη Ράλα-Ραχήλ και την Ιτκα. Και οι δύο τον ενέπνευσαν στο έργο του.

Ταυτόχρονα, είχε και αρκετές φίλες που απλώς θαύμαζε (μα θαύμαζε πολύ), όπως τις Κατίνα Παξινού, Τζένη Μανούση, Μαρία Βοναπάρτη, Καίτη-Μαρίκα Παπαϊωάννου-Χουρμουζίου κ.ά.

Μεγάλος έρωτας στα νεανικά του χρόνια υπήρξε η συγγραφέας Γαλάτεια Αλεξίου. Είναι γνωστή η φράση του: «επιθυμώ την Γαλάτειαν και μίαν καλύβη».

Παντρεύτηκαν το 1911, έζησαν όμως μαζί μόνο 16 χρόνια. Το 1922, έγραψε ο Καζαντζάκης από τη Βιέννη στη Γαλάτεια μια επιστολή που δείχνει όλη την αγάπη και τον θαυμασμό του γι’ αυτήν:

❝Δεν ξέρω πώς να σου πω, που ντρέπομαι, πως ποτέ μου δεν σε αγάπησα τόσο βαθιά, τόσο απελπισμένα, όσο τώρα.

Μου λες πως νιώθεις πως είμαι τώρα πολύ μακριά σου. Στον κόσμο εγώ κανένα άλλο δεν αγαπώ όσο Σένα.

Είσαι η μόνη ατομική υπόσταση, που με συγκινεί έως θανάτου. Αγαπώ ως λες, όλους τους ανθρώπους, και ακόμα ίσα με τους ανθρώπους και για τον ίδιο λόγο, όλα τα ζα, τα δέντρα, τ’ άστρα. Ολα τα νιώθω σα συναθλητές, σα μια πομπή ιερή, που ξεκινά από ένα σκοτεινό σημείο και οδεύει σε ένα άλλο σκοτεινό σημείο. Και κανένας δεν ξέρει γιατί και τι σημασία έχει όλη τούτη η ταραχή, και αν η πομπή είναι ψίκι ή ξόδι…

Μα εγώ πάντοτε ανασηκώνουμαι από τη θάλασσα τούτη της ματαιότητας και ρίχνω μια ματιά σιωπηλή, απελπισμένη στην αόματη πλημμύρα των οργανισμών.

Δεν ξεχωρίζω κανένα πρόσωπο. Ολα είναι πνιμένα στο κίτρινο φως της ματαιότητας. Δεν ξεχωρίζω πατέρα και αδερφή, μήτε φίλους, μήτε τον εαυτό μου. Μόνο εσένα ξεχωρίζω.

Και θα 'θελα να μπορούσα όλη τούτη τη μάταιη, άθλια, ακατανόητη στιγμή να την κάμω αθάνατη.

Το πρόσωπό Σου θα 'θελα πάντα να βλέπω αιώνια, να μη χαθεί από τα μάτια σου όλη η δύναμη, η ζωή, ο έρωτας του προσώπου Σου.

Είσαι το μόνο στέρεο πρόσωπο μέσα στο χάος του Θεού.

Δεν ξέρω πώς να λέω λόγια τρυφερά, δεν ξέρω πώς να σου μιλήσω, για να νιώσεις, πόσο Σ’ αγαπώ❞.

Παρ' όλα τα τόσο όμορφα λόγια αγάπης, έναν χρόνο αργότερα, το 1923, ερωτεύτηκε μια 20χρονη Γερμανίδα, την Ελσα Λάνγκε.

Σε ένα από τα γράμματά του προς εκείνη γράφει:

❝Η τέχνη είναι για 'μένα μια έξοδος δειλίας, μια μεγάλη αμαρτία.

Μαγεύει τις δυνάμεις μας, της δίνω το μυαλό μου και το αίμα μου, χαίρουμαι με την ομορφιά της, γιατί δεν έχω ακόμα τη δύναμη να ξεφύγω πέρα από το όμορφο και το άσκημο.

Αχ, να Σας ξαναδώ, να γελάσουμε, να μιλήσουμε, να περπατήσουμε, να σιωπήσουμε!

Τι είναι αυτός ο κόσμος; Από πού; Κατά πού; Γιατί; Δόξα σοι ο Θεός, δεν υπάρχει απάντηση!

Δημιουργούμε αυτή την απάντηση κάθε μέρα με το δάκρυ μας, το γέλιο και το αίμα.

Δόξα σοι ο Θεός! Είμαστε λεύτεροι, δίχως ελπίδα και δίχως αφέντη❞.

Σημαντικό, επίσης, ρόλο στη ζωή του έπαιξαν η Ελλη Λαμπρίδη, παιδαγωγός, και η φεμινίστρια Ρέιτσελ Λιπστάιν.

Η Ελλη Λαμπρίδη είχε πολύ έντονη προσωπικότητα και δυναμικό χαρακτήρα. Μετά τον χωρισμό της με τον Καζαντζάκη έγραψε:

❝Ο Καζαντζάκης ήταν πλασμένος να συμβιώσει με γυναίκα που ήταν διατεθειμένη να απαρνηθεί τον εαυτό της. Να προσαρμοστεί με τον δικό του τρόπο. Να υποταχτεί στην καθημερινότητά του❞.

Αυτά τα χαρακτηριστικά είχε η τελευταία του γυναίκα, Ελένη Σαμίου, που την πρωτογνώρισε το 1924.

Στάθηκε δίπλα του με αυταπάρνηση και αυτοθυσία. Δίχως τη συμπαράσταση της Ελένης ίσως ο Καζαντζάκης να μην κέρδιζε την τόση προβολή, υποστήριζε η Ελλη Αλεξίου, αδελφή της Γαλάτειας.

Η Ελλη Αλεξίου στο πρόσφατο βιβλίο της Εύας Νικολαΐδου «Ελλη Αλεξίου: ένας αιώνας ζωής» (εκδόσεις Καστανιώτη) περιγράφει την προσωπικότητα του Νίκου Καζαντζάκη στην Εύα όπως τον έζησε στα νεανικά τους χρόνια.

Μέσα από τις αφηγήσεις των δύο αυτών γυναικών προσεγγίζουμε την άβυσσο της ψυχής του.

Μέσα από τις διηγήσεις της Ελλης Αλεξίου

«Υμνητής και λάτρης της μοναξιάς, του ταίριαζε μια γυναίκα σκιά»

Η Ελένη Καζαντζάκη στο σπίτι της με τον Νίκο στην Αντίμπ (Γαλλία), καλοκαίρι 1954 - τρία χρόνια πριν από τον θάνατο του συγγραφέα Η Ελένη Καζαντζάκη στο σπίτι της με τον Νίκο στην Αντίμπ (Γαλλία), καλοκαίρι 1954-3 χρόνια πριν από τον θάνατο του συγγραφέα. Εκεί, ο Καζαντζάκης είχε μία ιδιαίτερα παραγωγική περίοδο, κατά την οποία ολοκλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος του πεζογραφικού έργου | 

❝Αγάπησα γυναίκες, στάθηκα τυχερός, εξαίσιες γυναίκες μου τύχαν στο δρόμο μου❞.

Με αυτά τα λόγια, ο ίδιος ο Νίκος Καζαντζάκης σκιαγράφησε το πώς βίωνε τις σχέσεις του με τις γυναίκες.

Ωστόσο, η Ελλη Αλεξίου, η οποία μεγάλωσε μαζί του διότι τον γνώριζε από μαθητή του σχολείου (η Γαλάτεια, η πρώτη γυναίκα του Καζαντζάκη, ήταν αδερφή της), στη βιογραφία του Νίκου Καζαντζάκη, «Για να γίνει μεγάλος», αφηγείται τη ζωή του με τις δύο γυναίκες που παντρεύτηκε (αρχικά την αδερφή της, Γαλάτεια, και τέλος την Ελένη Σαμίου) και παρουσιάζει μία άλλη πλευρά των γεγονότων.

«Εζησα δίπλα στον Καζαντζάκη από παιδί», λέει η Ελλη Αλεξίου. «Το θέμα “Νίκος” ήταν το πρωταρχικό, που σαν συνύπαρχτο άρωμα γέμιζε την οικογενειακή ατμόσφαιρα των παιδικών και νεανικών μας χρόνων. Το θέμα έμοιαζε ακριβώς με τα κρητικά δίστιχα, με τις μαντινάδες, όπως τις τραγουδάμε στα γλέντια μας. Το παίρνει ο ένας τραγουδιστής, απαντά ο άλλος, ο τρίτος υμνεί, ο τέταρτος εναντιώνεται, άλλος επιτίθεται και πεισματώνει, άλλος σαρκάζει τον προηγούμενο, ακολουθεί ο συμβιβαστής, απαριθμώντας χάρες και προτερήματα. Κάθε φωνή με την ιδιάζουσα ιδιομορφία της. Και κάπως έτσι, η χωριάτικη κάμαρα μετατρεπόταν σε λαϊκό κοινοβούλιο».

«Οι ψυχικές ιδιότητες του Καζαντζάκη, οι ιδιορρυθμίες της ιδιοσυγκρασίας του, οι ανατάσεις και πτώσεις του, αποτελούσαν τις μόνιμες συζητήσεις και διαμάχες της σπιτικής μας και της ηρακλειώτικης ζωής», συνεχίζει.

«Ενας κόσμος ακοίμητος και ολοζώντανος ζει μέσα μου στενά δεμένος με αυτόν τον ανθρώπινο τύπο, που, σαν Κοχινούρ (σ.σ.: σπάνιο διαμάντι που βρέθηκε στην Ινδία), έπρεπε να τον διατηρήσουμε, να τον κρατήσουμε άφθαρτο για τις μελλούμενες γενεές, γιατί στην ανθρωποθάλασσα ξεχώριζε σαν το πολύκλαδο στάχυ του Λισσένκο μέσα στη σταχυοθάλασσα της απέραντης στέπας».

«Σε όλη αυτή την πορεία, σε όλα του τα έργα, οι γυναίκες έχουν να παίξουν βοηθητικό ρόλο στην ανάδειξη της ιδέας», λέει η Ελλη.

«Είναι τα σαρκικά εξαρτήματα του άντρα. Ποτέ δεν είναι υπεύθυνοι φορείς των κηρυγμάτων του, με κάποια πνευματικότητα. Ο ίδιος, στους δεσμούς του με γυναίκες, ποτέ δεν άλλαξε την πορεία του εξαιτίας τους. Εφευγε, κι αυτές τον παίρναν το κατόπι. Δεν υπάρχει σημείο στη ζωή του που να τον δείχνει τυφλωμένο, εξαρτημένο από κάποιον έρωτα. Πάντα αυτός κρατάει τα γκέμια και τιμονεύει την ερωτική πορεία».

Γαλάτεια, Ελένη

Η Ελένη Σαμίου στο Παρίσι, στα 33 της χρόνια (1936) Η Ελένη Σαμίου στο Παρίσι, στα 33 της χρόνια (1936) | 

«Πολλές φορές» συνεχίζει η Αλεξίου, «κάθισα να σκεφτώ ποιες ιδιότητες δέσανε τον Καζαντζάκη με τις γυναίκες του (Γαλάτεια, Ελένη), αφού οι δυο τους σε τίποτα δε μοιάζανε. Ούτε στο κορμί, ούτε στην ψυχή, ούτε στο μυαλό.

»Είχαν και οι δυο πολλά στοιχεία ικανά να τραβήξουν έναν άντρα, μα τα στοιχεία αυτά βρίσκονταν στους αντίποδες. Και λέω: ίσως αυτή η άκρα αντίθεση αποτέλεσε το συνδετικό κρίκο. Τη δύναμη έλξης.

»Κουρασμένος από την αντάρτικη, την ανυπότακτη και ανυποχώρητη φύση της Γαλάτειας, που δεν ήξερε τι θα πει επιείκεια και ανοχή του υποκειμενικά αντίθετου Καζαντζάκη σε όλα τα ζητήματα (τέχνης και ζωής), που ύψωνε βωμούς μόνο στην τέχνη, που φτάνει στο πάθος από τους αθόρυβους δρόμους. Που δε συμπαθούσε τη μεγαλοστομία, τις έξαλλες κραυγές, τα σύμβολα, τους παλιούς καθιερωμένους ήρωες και τις αναβιώσεις χρησιμοποιηθέντων θεμάτων.

»Η Γαλάτεια δεν μπορούσε να δει με γαλήνη και κατανόηση τις αντίθετες από τη δική της απόψεις. Οπωσδήποτε οι δυο τους ήταν οι πιο ακατάλληλοι ο ένας για τον άλλο. Του Καζαντζάκη, υμνητή και λάτρη της μοναξιάς, του ταίριαζε μία γυναίκα σκιά. Που θα 'πιανε όσο γίνεται λιγότερο χώρο, ψυχικά και σωματικά. Που θα ήταν διατεθειμένη να συντονίσει τη ζωή της με τη δική του. Γιατί εκείνος δεν ήταν πλασμένος να βγει ούτε κατά κεραία έξω απ’ την ατομικότητά του...

»Κάπως έτσι καταλήγομε και ξαναλέμε: το μοναδικό παράπονο της Γαλάτειας ήταν η μοναξιά. Η απύθμενη, η ασύλληπτη μοναξιά. Ποτέ η ένδεια».

Η Ελλη Αλεξίου, στο ίδιο βιβλίο, υποστηρίζει για τη δεύτερη γυναίκα του, Ελένη:

«Η Ελένη ήταν το άκρο αντίθετο της Γαλάτειας. Πολύ εξυπηρετική στα συγγραφικά του έργα. Οταν αναλογίζομαι πως η τεράστια “Οδύσσεια” αντιγράφηκε δώδεκα φορές από τα χέρια της! Και να 'ταν μόνο η “Οδύσσεια”; Ολο γενικά το έργο του βρισκόταν συνεχώς κάτω από τα στοργικά της χέρια. Αθλος φοβερός.

»Η Ελένη στάθηκε δίπλα του σαν δεύτερος εαυτός του. Πολλά χρωστάει στην Ελένη ο Καζαντζάκης. Τον βοήθησε σημαντικά στις φιλόδοξες επιδιώξεις του. Στον τομέα αυτόν, βάδισαν πιασμένοι χέρι-χέρι.

»Το καλό έργο πρέπει να γίνεται γνωστό· πρέπει να διαβάζεται. Ο καλός συγγραφέας πρέπει να γίνεται φίλος των μαζών. Μακάρι οι άνθρωποι σ’ όλη τη γη να διαβάσουν και να χαρούν τον “Καπετάν Μιχάλη” ή την “Αναφορά στον Γκρέκο”. Μακάρι! Μα αν περίμεναν να πληροφορηθούν γι' αυτά τα βιβλία από τις ενέργειες της αδελφής μου, θα περίμεναν ακόμη.

»Η Ελένη αποδείχθηκε η ιδανική του συντρόφισσα. Ηταν πλασμένη πάνω στα μέτρα του Νίκου. Στα μέτρα αυτοθυσίας που απαιτούσε η συμβίωση μαζί του.

»Η Ελένη διαφύλασσε σαν ιερά κειμήλια την κάθε του φράση. Τις σημειώσεις του. Τα τετράδια, τα ημερολόγια, την αλληλογραφία, τις ανταποκρίσεις, ό,τι κατά καιρούς έβγαινε από τα χέρια του: τα χειρόγραφά του, τα ανέκδοτα έργα του, τα αναμνηστικά του αντικείμενα… Και ζούσε τις αγωνίες του, τόσο βασανιστικά, όσο και ο ίδιος».

Ελένη Καζαντζάκη- Συνέντευξη

Ο όρκος... «μπροστά στη μεγάλη θάλασσα»

Οι Νίκος και Ελένη Καζαντζάκη στην Αίγινα (1940) Οι Νίκος και Ελένη Καζαντζάκη στην Αίγινα (1940) | 

Η Ελένη Καζαντζάκη σπάνια έδινε συνεντεύξεις. Στα 102 χρόνια που έζησε (πέθανε το 2004), μίλησε μόνο 4-5 φορές σε δημοσιογράφους.

Τη μοναδική συνέντευξη που παραχώρησε στη Γενεύη ήταν στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Εύα Νικολαΐδου, το 1985.

Η συνέντευξη έμεινε αδημοσίευτη στα αρχεία της δημοσιογράφου μέχρι σήμερα, που μας την παραχώρησε αποκλειστικά. 

Η Ελένη Καζαντζάκη με την Εύα Νικολαΐδου το 1985  

Τον είπαν φιλόσοφο. Μεγάλο. Εμπνευσμένο. Συγγραφέα όλων των ειδών του λόγου και τον πρώτο που μεταφράστηκε σ’ όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη του κόσμου.

Ο Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957) είχε μια οικουμενικότητα στη σκέψη και στα αισθήματα. Ηθελε να γίνει υπεράνθρωπος.

Ηταν ψηλός κι αδύνατος. Γελούσε πολύ. Ελεγε πως το γέλιο είναι εξυγιαντικό. Κρατούσε συνήθως καπέλο, γάντια, ένα βιβλίο, κι όταν ήταν φοιτητής είχε στα χέρια του ένα μπαστούνι.

Τον απασχολούσαν πάντα οι μεγάλες ιδέες. Μελέτησε όλες τις φιλοσοφίες του κόσμου, κλεισμένος στον πύργο της μοναξιάς του.

Σηκωνόταν στις 6 το πρωί κι άρχιζε τη δουλειά. Οταν κουβέντιαζε, είχε διαρκώς ένα μπλοκάκι και σημείωνε λέξεις.

Πίστευε στην ολοκλήρωση του ατόμου. Ταξίδεψε σ’ όλον τον κόσμο. Το έργο του αναγνωρίστηκε παγκόσμια.

Τον ονομάζουν «γίγαντα γιο της Γης», «φυσιογνωμία του αιώνα», «θρησκευτικό φιλόσοφο που σταυρώθηκε στο σταυρό της μεταφυσικής».

Ο Γεώργιος Παπανδρέου τού είπε κάποτε: «Είσαι ελεύθερος απ’ τις ιδέες, που φαίνεσαι κατεχόμενος», για να λάβει την απάντηση από τον συγγραφέα: «Τούτη είναι η καταδίκη μου και την παίρνω μαζί μου».

Το 1911, ο Καζαντζάκης παντρεύτηκε τη Γαλάτεια. Την αγάπησε για τον περήφανο χαρακτήρα της. Ομως η μοναξιά του, το «κλείσιμο» στον εαυτό του, οδήγησε στον χωρισμό.

Το 1945 παντρεύεται την Ελένη. Αποδείχτηκε ιδανική σύντροφος. Στάθηκε κοντά του με μοναδική αφοσίωση και αυταπάρνηση.

Ο ίδιος γράφει: ❝Αγάπησα γυναίκες. Στάθηκα τυχερός. Εξαίσιες γυναίκες. Ποτέ οι άνδρες δεν μου 'καμαν τόσο καλό και δε βοήθησαν τόσο τον αγώνα μου όσο οι γυναίκες ετούτες. Και πάνω από όλα μία, η τελευταία...❞.

Γενεύη 1985. Φθινόπωρο. Το τοπίο γαλήνιο. Στον αριθμό 32, στον 5ο όροφο, ζούσε η Ελένη Σαμίου-Καζαντζάκη. Σ’ ένα απλό διαμέρισμα, γεμάτο από τη δύναμη της ζωής και του έργου του Νίκου Καζαντζάκη.

Επιπλα, βιβλία, φωτογραφίες, αλληλογραφία, άλμπουμ, τα πορτρέτα του. Εκεί τη συνάντησα. Σπανίως έδινε συνεντεύξεις.

Καθίσαμε σε μια μεγάλη ροτόντα. Εκεί είχε αραδιάσει τις μνήμες 30 χρόνων.

Μου εξήγησε ότι σ’ αυτό το τραπέζι έφαγαν σπουδαίες προσωπικότητες την εποχή της χούντας, όταν κυνηγημένοι περνούσαν για να καταθέσουν στο Συμβούλιο της Ευρώπης.

● Ο ίδιος ο Καζαντζάκης έλεγε πως σε σας όφειλε την καθημερινή του ευτυχία.

«Πίστευα όσα χρόνια ήμουν μαζί του ότι ταξίδευα στο διάστημα. Βρισκόμουν σε μια τροχιά, που γλιστρώντας ανάμεσα σε γαλαξίες γνώρισα όλον τον πλανήτη. Δίπλα μου ο Νίκος, σαν ήλιος, να φωτίζει τη ζωή μου, γιατί τα έτη φωτός που κουβαλούσε ήταν τουλάχιστον 100 χρόνια πιο μπροστά από την εποχή του. Πάντα κρατούσε μαζί του στα ταξίδια του την εικόνα της Παναγίας, που πίσω της είχε γράψει με κεφαλαία γράμματα: «ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΣΥΝΤΑΞΙΔΕΥΤΡΙΑ».

● Πώς γνωριστήκατε;

«Σε μια εκδρομή. Μια παρέα, διανοούμενοι της εποχής, που σύχναζαν στο καφενείο της δεξαμενής, στους πρόποδες του Λυκαβηττού, αποφάσισαν να πάμε στη Ραφήνα. Ηταν Μάης του 1924. Με παρακίνησε η Μαρίνα Παπαϊωάννου να πάω μαζί τους για μπάνιο. Ολοι μπήκαν στη θάλασσα εκτός από μένα, που προτιμούσα την ωραία παραλία. Ορθιος στεκόταν δίπλα μου για πολλή ώρα ο Νίκος Καζαντζάκης. Ηθελε να με προστατεύσει από τον ήλιο. Εκανε σκιά με την κορμοστασιά του. Εκεί, μου χάρισε ένα βιβλίο με την αφιέρωση: “Για να θυμάσαι όσα είπαμε μπροστά στη μεγάλη θάλασσα”. Αυτός ήταν και ο όρκος της αιώνιας αγάπης μας».

● Τα θυμάστε όλα με ακρίβεια...

«Πολλές φορές, διαβάζοντας τα γράμματα και τις κάρτες που μου έστελνε, νομίζω ότι τον ακούω δίπλα μου να μου λέει “γυρίζω το Ηράκλειο, θωρώ τη γνώριμή μας θάλασσα, τα λιοκρουμένα βουνά, το χώμα το άσπρο, τις πέτρες, τα χόρτα, τις παλιές γνώριμες πόρτες, τις κοπέλες τις άγνωστες, τις γνωστές γερασμένες φιλενάδες, σα να ζω σ’ ένα όνειρο παλιό, σα να κοιτάζω μέσα σε βαθιά διάφανα νερά μια γνωστή μου βουλιαγμένη πολιτεία... Να ’στε καλή, ήσυχη, να φροντίζετε το σώμα σας, ν’ αγαπάτε, να ελεείτε, ν’ ανέχεστε τους ανθρώπους, να μην ξεχνάτε τα λόγια μας, τους περιπάτους, τους ζεστούς βράχους όπου καθίσαμε, τα πεύκα, τα βουνά, τα άστρα που είδαμε μαζί, απελπισμένοι κι ευτυχείς... Σας θυμούμαι σ’ όλες τούτες τις πικρές, ανένδοτες στιγμές, θυμούμαι τα μάτια σας, τη σιωπή, τα λόγια, τους ίσκιους μας απάνω στις πέτρες, όλες μας τις πορείες ανάμεσα στους γιαλούς και στα χωράφια κι ανάμεσα στις ψυχές μας. Αχ! τι φοβερό μυστήριο είναι η καρδιά του ανθρώπου, πώς κοιτάζω πίσω μου και χαίρομαι αυτή την κόκκινη γραμμή που χαρίζουν οι θερμές στάλες της ανθρώπινης καρδιάς μας!”»

● Αυτή η επιστολή μου θυμίζει και άλλα γράμματα που έστελνε στον αγαπημένο φίλο του Παντελή Πρεβελάκη, που μίλησε πέρυσι (1984) στην Ακαδημία, για τον ίδιο, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του.

«Ναι, υπήρξε ο στενότερος φίλος του. Τα 400 γράμματα που του έστειλε ήταν μια αποκάλυψη. Σελίδες ημερολογίου του. Αυτό ήταν. Μια αυτοβιογραφία του. Πάντα τον προσφωνούσε: “αγαπητέ Αδελφέ”».

● Δεν ήταν δύσκολο να ζήσετε με μια τόσο μεγάλη προσωπικότητα;

«Καθόλου. Ηταν σαν ένα μικρό παιδί. Κι ένα μωρό θα μπορούσε να τον ξεγελάσει. Ο Νίκος ήταν μεγάλος, αλλά ήταν απλός».

● Η υπερβολική μοναχικότητά του δεν σας κούρασε;

«Αγαπούσε να είναι μόνος του. Ομως ποτέ δεν έκλεισε την πόρτα σε κανένα. Οποιος ερχόταν όχι μόνο τον δεχόταν, αλλά με τραβούσε από το μανίκι λέγοντας “πες του να φάει μαζί μας”... Κι όταν του έλεγα πως δεν έχουμε τίποτα, παρά μόνο πατάτες, μου απαντούσε: “Δεν πειράζει, πατάτες κι ελιές” έλεγε, “αρκεί να φάει κοντά μας”... [Η Ελένη βρίσκει μια φωτογραφία του Καζαντζάκη που τράβηξε η ίδια] Να, εδώ είμαστε στην Αίγινα. Ζήσαμε τότε τα ωραιότερα χρόνια. Μαζί στην κατοχή, αλλά είχαμε μια απέραντη αγάπη. Γενναιότητα. Πιστεύαμε πως θα νικήσουμε. Ο Νίκος μάς έδινε κουράγιο. Ηταν μεγάλος οραματιστής».

● Τι πίστευε ο Καζαντζάκης για τη γυναίκα;

«Του άρεσαν οι ωραίες γυναίκες. Οταν ερχόταν στο σπίτι μια όμορφη γυναίκα έλαμπε ολόκληρος. Ανθούσε. Γινόταν 20 χρόνων. Γελούσε. Τρελαινόταν από τη χαρά του. Αν ερχόταν καμία άσχημη, ντρεπόταν κι ο ίδιος. Δεν άνοιγε το στόμα του. Εκτός αν ήταν έξυπνη... Τότε έλεγε 2-3 κουβέντες».

● Εσείς τον ζηλεύατε; Τον ίδιο, την τόση του ακτινοβολία;

«Με φώναζε πάντα “τυχερή γυναίκα”. Και κάθε φορά που τον ρωτούσα το γιατί, απαντούσε: “Γιατί δεν δουλεύεις σε ξένα χέρια, έχεις δική σου στέγη. Εχεις έναν άνθρωπο που σ’ αγαπάει. Και δεν σου λέει ποτέ ψέματα”... Τα μεγαλύτερα ιδανικά που πίστευε ο Καζαντζάκης ήταν η ελευθερία, η εμπιστοσύνη στον άνθρωπο και το πάθος για δημιουργία. Να καταλάβετε, τον πατέρα του, τον Καπετάν Μιχάλη, τον φοβόταν, αλλά και τον θαύμαζε. Δεν ξέχασε ποτέ, όταν ο πατέρας του τον πήγε στον “Μεγάλο Πλάτανο”, για να φιλήσει τα παγωμένα πόδια από τους δημογέροντες που κρέμασαν οι Τούρκοι. Ηταν τότε 6 χρόνων... Νομίζω πως ήταν ακόμα χθες, όταν μου υπαγόρευε στη γραφομηχανή την “Οδύσσεια” της ζωής του. Και διόρθωνε μετά προσεκτικά τα λάθη μου, πάντα με το χαμόγελο, λέγοντας: “Συγγνώμη, Ελένη, διορθώνω μόνο τα σημεία που είχες μεγάλη φαντασία”. Ο Νίκος ήταν για μένα άβυσσος...».

● Ο ίδιος υποστήριζε πως τέσσερις άνθρωποι άφησαν βαθιά τα ίχνη τους στην ψυχή του: ο Ομηρος, ο Μπέρξον, ο Νίτσε και ο Ζορμπάς. Ετσι ήταν;

«Βεβαίως. Ο πρώτος ήταν το κατάφωτο μάτι, που με τη λάμψη του φώτιζε τα πάντα. Ο Μπέρξονας τον διευκόλυνε να δώσει εξηγήσεις σε απορίες και αγωνίες γύρω από τη φιλοσοφία. Ο Νίτσε τού έμαθε να μετουσιώνει την πίκρα και την αβεβαιότητα σε περηφάνια. Και ο Ζορμπάς τού έμαθε να αγαπά τη ζωή. Πολλές φορές έλεγε: “Εχω ντραπεί στη ζωή μου, γιατί έπιασα την ψυχή μου να μην τολμάει να κάνει ό,τι η ανώτατη παραφροσύνη -η ουσία της ζωής- μου φώναζε να κάμω. Μα ποτέ δε ντράπηκα για την ψυχή μου, όσο μπροστά στο Ζορμπά!”»

... Τη συζήτηση διέκοψαν δεκάδες ράμφη πουλιών που χτυπούσαν επίμονα το παράθυρο της κουζίνας της. Ηταν η συνηθισμένη ώρα του φαγητού τους που η Ελένη, απορροφημένη από τις αναμνήσεις της, το ξέχασε...

Ηταν μια αεικίνητη, δραστήρια, ακούραστη γυναίκα... Οπως εκείνη την Κυριακή του 1986, που γύρισε στη Γενεύη από τη Βιένη με το τρένο, στα 86 της χρόνια.

Φτάνοντας στο σπίτι της, μαθαίνει ότι ο Μπεζάρ βρίσκεται στη Λοζάνη και ενδιαφέρεται να τη συναντήσει για μια σοβαρή υπόθεση.

Ασχολήθηκε λίγη ώρα με την αλληλογραφία της. Λίγο αργότερα, βγήκε ν' απολαύσει μία βόλτα στο πάρκο.

Σα σίφουνας πέρασε ένα όχημα και την τραυμάτισε σοβαρά. Εφυγε τότε από τη Γενεύη και έζησε 15 χρόνια κοντά στην οικογένεια του θετού γιου της, Πάτροκλου Σταύρου, στην Αθήνα, όπου τη φρόντισαν με πολλή αγάπη.

Για δυο πράγματα έλεγε δεν μετάνιωσε ποτέ στη ζωή της. Το ένα ότι παντρεύτηκε τον Καζαντζάκη το 1945 και το δεύτερο ότι υιοθέτησε, το 1982, τον Πάτροκλο Σταύρου.

Πέθανε στις 18 Φεβρουάριου 2004, την ημέρα των γενεθλίων του Καζαντζάκη.

Οπως διηγείται ο Πάτροκλος Σταύρου, συγγραφέας-εκδότης, μιλώντας με τρυφερότητα και στοργή για την Ελένη:

❝Εκεί που της χάιδευα το χέρι και μου το κρατούσε δυνατά, ξαφνικά σταμάτησε η αναπνοή της. Ηταν 102 ετών, αλλά μέχρι την τελευταία στιγμή είχε πλήρη διαύγεια.

Απέναντι, η εικόνα της Παναγίας, που συνομιλούσε πολλές φορές μαζί της, η “συνταξιδεύτρα”❞.

Ο Γ. Σμαραγδής για την ταινία «Καζαντζάκης»

«Ενιωθα ότι δεν ήμουν εγώ αυτός που γύριζα την ταινία, αλλά πως κάποια μεταφυσική δύναμη ανώτερη με καθοδηγούσε»

Από τη νέα ταινία του Γ. Σμαραγδή: Μαρίνα Καλογήρου & Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος. Φωτογράφος Ανδρέας Σμαραγδής
Η νέα ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, με τίτλο «Καζαντζάκης», για τη ζωή και την κοσμοθεωρία του Νίκου Καζαντζάκη, βρίσκεται στην τελική ευθεία, καθώς σε λίγους μήνες πρόκειται να βγει στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Σε ένα διάλειμμα από το τελικό μοντάζ, ο σκηνοθέτης εξηγεί στην κ. Νικολαΐδου το χρέος που είχε προς τον Καζαντζάκη, αλλά και τη μεταφυσική σχέση του ίδιου με την ταινία:

❝Είχα διαβάσει μια παρομοίωση του Νίκου Καζαντζάκη, που είχε γράψει για να δώσει την εικόνα του σωστού και άξιου δημιουργού που, δημιουργώντας, οφείλει να βρίσκεται δεμένος με το δέντρο της ράτσας του.

Συγκεκριμένα έλεγε: “Να νοιώθεις το χώμα ν’ ανεβαίνει από τις ρίζες και να απλοκαμιέται στα κλαριά και στα φύλλα. Ποιος είναι ο σκοπός σου; Να μάχεσαι να πιαστείς στερεά από το κλαρί κι είτε σα φύλλο, είτε σαν ανθός, είτε σαν καρπός να σαλεύει μέσα σου, ν’ ανανεώνεται και ν’ αναπνέει ολάκερο το δέντρο”.

Δεμένος, λοιπόν, μ’ αυτό το δέντρο της ράτσας μου (γεννήθηκα στο Ηράκλειο, εκατό βήματα από το σπίτι του Καζαντζάκη), το πεπρωμένο δεν μ’ άφησε από το να μη γίνω ίσως κι εγώ ένας ανθός, ένας καρπός αυτού του δέντρου.

Τη θυμάμαι αυτή την παρομοίωση από τα δεκαπέντε μου χρόνια. Είχα ήδη διαβάσει όλα τα βιβλία του και τον φανταζόμουν σαν ένα τεράστιο δέντρο με πολλούς καρπούς και κλαριά, που πρόσφερε πνευματική τροφή στους ταξιδιώτες, τη σκιά του για να ξαποστάσουν οι οδοιπόροι, προσκύνημα για όλους.

Αυτό που θέλω να πω είναι πως προσωπικά ένιωθα δεμένος με τις ρίζες αυτού του γιγάντιου δέντρου, ώσπου ένα χέρι μ’ άρπαξε και με οδήγησε σ’ αυτό το έργο που τώρα ετοιμάζουμε.

Δεν ένιωθα ότι ήμουν εγώ αυτός που γύριζα την ταινία, αλλά πως κάποια μεταφυσική δύναμη ανώτερη με καθοδηγούσε, κι εγώ απλώς συμμετείχα. Μ’ αυτό τον τρόπο ελπίζω ότι θα μείνει κάτι αιώνιο, αθάνατο, για να ακτινοβολεί παγκόσμια το μεγαλείο της δημιουργίας του μέσα από την έβδομη τέχνη❞.

 Επιμέλεια αφιερώματος: Νόρα Ράλλη - "Εφημερίδα των Συντακτών"
{[['']]}

Μάνος Κατράκης… Ένας αριστοκράτης Κρητικός έφυγε στις 2 Σεπτεμβρίου 1984!

 Η πιο επιβλητική φυσιογνωμία του κινηματογράφου...

Ο Μάνος Κατράκης γεννήθηκε στις 14 Αυγούστου του 1908 στο Καστέλι Κισσάμου, στην Κρήτη. Ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του έμπορου Χαράλαμπου Κατράκη και της Ειρήνης. Πριν συμπληρώσει τα 10 του χρόνια η οικογένεια του μετακόμισε στην Αθήνα καθώς οι δουλειές του πατέρα δεν πήγαιναν και τόσο καλά και θεώρησαν πως η πρωτεύουσα θα προσέφερε περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες από τη Μεγαλόνησο.

Τον μικρό Μάνο «γοήτευε» το ποδόσφαιρο. Έπαιζε αρχικά στην ομάδα του «Κεραυνού» και μετά στον «Αθηναϊκό». Κάποια στιγμή σε νεαρή ηλικία αναγκάζεται να γίνει ο «προστάτης» της οικογένειας καθώς ο πατέρας του λείπει πια συνεχώς και ο μεγαλύτερος αδερφός του Γιάννης είναι ήδη ξενιτεμένος στην Αμερική.

Γρήγορα πάντως το ταλέντο του θα ανακαλυφθεί. Εμφανίζεται για πρώτη φορά σε θεατρική σκηνή στην Αθήνα το 1927. Ο σκηνοθέτης Κώστας Λελούδας θα ενθουσιαστεί από το μπρίο και τη δυναμικότητα του νεαρού και έτσι ένα χρόνο αμέσως μετά θα παίξει στην πρώτη βουβή ταινία «Το λάβαρο του '21» (1928). Ταυτόχρονα σχεδόν συμμετέχει σε θεατρικές παραστάσεις τοπικών θιάσων, όπως του «Θιάσου Νέων» του Ανδρέα Παντόπουλου και του θιάσου της Μαρίκας Κοτοπούλη, μέχρις ότου καταφέρνει να μπει στο Εθνικό Θέατρο (1931).

Από πάνω: Γιάννης Ρίτσος, Οδυσσέας Ελύτης, Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Κατράκης



Από κει και πέρα όλα άλλαξαν ραγδαία για τον Κατράκη. Η δεκαετία του '30 έφερε την καταξίωσή του στο θεατρικό σανίδι, τη γνωριμία του με εξέχουσες προσωπικότητες του καιρού (όπως ήταν η φιλία του με τον μαέστρο Δημήτρη Μητρόπουλο) αλλά και τον πρώτο του γάμο, σε ηλικία 25 ετών, με την επίσης ηθοποιό, Άννα Λώρη. Από το 1933 έπαιξε κατά σειρά με τους θιάσους Λουδοβίκου Λούη, Μήτσου Μυράτ, Βασίλη Αργυρόπουλου και Μαρίκας Κοτοπούλη μέχρι το 1935 όταν επαναπροσλήφθηκε από το Εθνικό θέατρο.

Ο γάμος του τέλειωσε σύντομα και γρήγορα ήρθε ο πόλεμος κι η κατοχή. Συμμετείχε στο μέτωπο και πολέμησε γενναία αλλά δραματικά γεγονότα στιγμάτισαν την τότε ζωή του: ένας δεύτερος γάμος που κι αυτός δεν ορθοπόδησε, ο χαμός κατά τη γέννα των μοναδικών δίδυμων παιδιών του, η ένταξή του στο ΕΑΜ και στην αριστερά, που τον έβαλαν αργότερα στο στόχαστρο των συντηρητικών παρατάξεων. Το 1943, όταν ανέλαβε Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών συνέβαλε τα μέγιστα στην ίδρυση του Κρατικού θεάτρου Θεσσαλονίκης όπου και έπαιξε μέχρι το 1946 όταν επαναπροσλήφθηκε στο Εθνικό Θέατρο για ένα έτος. Τότε, αρνούμενος να υπογράψει «δήλωση μετανοίας», εξορίστηκε στην Ικαρία, στη Μακρόνησο και τον Αη Στράτη, μέχρι το 1952. Η φιλία του και η κοινή πορεία με συναγωνιστές του, όπως ο Γιάννης Ρίτσος και ο Γιάννης Χοντζέας, τον βοήθησαν να αντιμετωπίσει τις δραματικές αυτές στιγμές. Ταυτόχρονα είχε τη δύναμη να εμψυχώνει όποιον συναντούσε στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη.

“…Ναι, ήταν εξορία στη Μακρόνησο. Στον Αϊ – Στράτη. Ζούσε σε σκηνές που τις έπαιρνε κάθε τόσο ο δυνατός αέρας του νησιού. Κουβαλούσε άσκοπα πέτρες απ’ τη μια άκρη της πλαγιάς στην άλλη. Μετά έπρεπε να τις φέρει πάλι πίσω. Ώρες αυτή η δουλειά. Και τα μεγάφωνα είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο να τσιρίζουν το ίδιο τραγούδι: «Ως και γράμματα μου στείλανε ανώνυμα, από δω και πέρα κάτσε φρόνιμα».

Ψηλός και στητός, γίγαντας παραμυθιού, άντεχε κάτω απ’ τις βροχές και τις κακουχίες, τα βασανιστήρια, το σακί μαζί με τη γάτα μέσ’ στη θάλασσα, και τις προσβλητικές βρισιές του ομαδάρχη, που σκύλιαζε απ’ το κακό του μπροστά στην αφοσίωση και την πίστη στην ιδέα. Όλ’ αυτά για μιαν ιδέα! Κυνηγητό αδυσώπητο στη μισή του ζωή. Για μιαν ιδέα! Συνεχής αγώνας για μιαν ιδέα! Στέρηση… για μιαν ιδέα!...”*

Όταν πια στις αρχές της δεκαετίας του '50 επιστρέφει στην Αθήνα οριστικά, το μετεμφυλιακό κλίμα είναι βαρύ. Λίγες πόρτες ανοιχτές, λίγες δουλειές. Αναγκάζεται να εργαστεί ευκαιριακά (στο ραδιόφωνο στην αρχή) αλλά σιγά-σιγά κατορθώνει να πάρει μικρούς ή μεγαλύτερους ρόλους στο θέατρο και στον κινηματογράφο.

(Η Αλίκη Γεωργούλη θυμάται τη μητέρα του Μάνου Κατράκη):


«…Τη θυμάμαι την κυρά Ειρήνη, μύτη με μύτη με το ραδιοφωνάκι, η χρυσή μου είχε κι αυτή μεγάλη μύτη. Θεός σχωρέσ’ την, να ακούει τις εκπομπές του γιου της. Τη χάζευα. Κάθε τόσο σήκωνε το κεφάλι της. Με κοίταζε επίμονα και έλεγε: «Την άκουσες ετούτη τη φωνή; Εγώ του την έχω δώκει».



 Όταν έβρεχε ή χιόνιζε, κι ο Μάνος ήταν ακόμα εξορία, αυτή η κοντακιανή γριούλα, πετσί και κόκαλο, και ρυτίδα, ανέβαινε στην ταράτσα της οδού Αβέρωφ να βρέχεται και να κρυώνει μαζί με το παιδί της που το βασάνιζαν στο νησί. «Παναγιά μου να λευτερωθεί, μα να μην την ηπατήσει!», την υπογραφή ήθελε να πει, να μην την πατήσει, πως καταδικάζει τον κομμουνισμό και τέτοια… Να μην τα υπογράψει εκείνα τα χαρτιά του εξευτελισμού που είχαν εφεύρει για να καταρρακώνουν τον άνθρωπο…»*

Επίσης το 1951 - 1952 διοργανώνει «ποιητικές απογευματινές» στο θέατρο Μουσούρη. Το 1952 πρωταγωνίστησε στον «Προμηθέα» του Αισχύλου με τον Θυμελικό θίασο του Καρζή σε Δελφούς και Αθήνα όπου μετά την παράσταση δέχεται την έκφραση συγχαρητηρίων από τους Βασιλείς. Ακολούθως πρωταγωνίστησε στο θίασο της Κοτοπούλη και το 1953 οργάνωσε δικό του θίασο. Από του 1954 είναι πρωταγωνιστής του «Θεάτρου Αθηνών» και από το επόμενο έτος του «Εθνικού Λαϊκού Θεάτρου» στο οποίο ανέβαιναν συνεχώς παραστάσεις και με μεγάλη επιτυχία.

Στα 1954 θα γνωρίσει την πιο σημαντική σύντροφο της ζωής του και μετέπειτα σύζυγό του (τρίτη και τελευταία), τη Λίντα Άλμα μετά από μία θεατρική πρεμιέρα. Από κείνη τη μέρα και μετά δε θα τους ξαναχωρίσει τίποτα, μονάχα ο θάνατος του μεγάλου ηθοποιού, τριάντα χρόνια αργότερα.


Η επόμενη περίοδος ήταν η πιο λαμπρή για τον Κατράκη, τον καθιέρωσε και τον καταξίωσε ως μεγάλο άνθρωπο της τέχνης στη συνείδηση όλων.



 Οι μεγάλες αγάπες του Μάνου Κατράκη ήταν εκτός από το θέατρο και την τέχνη γενικότερα (σκιτσάριζε και έγραφε ποίηση), οι γυναίκες και ο ιππόδρομος. Πολλά έχουν ειπωθεί για αυτά του τα πάθη, ωστόσο το μόνο αναμφισβήτητο είναι το αστείρευτο και φυσικό του ταλέντο, η υπέροχη φωνή του (π.χ. όταν απαγγέλλει το «Άξιον Εστί» του Ελύτη ή το «Πέντε η ώρα που βραδιάζει» από το θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας του Λόρκα), τα αδιαπραγμάτευτα ιδανικά του.

«…Και βέβαια του άρεσε ο τζόγος. Δεν καταλαβαίνω. Επειδή ήταν κομμουνιστής, δε γινόταν να έχει ελαττώματα; Είχε άλλωστε δικαιολογίες. Πάντα στην τσέπη του υπήρχε ένα δίφραγκο, ένα μόνο δεκάρικο ή ένα μόνο κατοστάρικο. Ε, αυτό το μοναδικό κατοστάρικο το έπαιζε ή στη λέσχη ή στον ιππόδρομο ή στον τηλεφωνικό κατάλογο, μονά – ζυγά, μπας και κερδίσει, να καλύψει κανένα χρέος. Και πάντα έχανε. Και πάντα χρωστούσε.

Γέμιζε το Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη, μεγάλες εισπράξεις, όμως υπέρογκα και τα έξοδα. Δεν τσιγκουνευόταν ούτε τα κοστούμια, ούτε τα σκηνικά, ούτε τους μουσικούς, ούτε τους χορευτάδες…»*

Συνεργάστηκε με πολύ σημαντικούς καλλιτέχνες (Δ. Ροντήρη, Π. Κατσέλη, Τ. Μουζενίδη, Μ. Βολανάκη, Σπ. Ευαγγελάτο, Μ. Θεοδωράκη, Σπ. Βασιλείου, Α. Κατσέλη, Τ. Καρούσο, Ελ. Χατζηαργύρη, Αν. Βαλάκου) και συμμετείχε σε εκατοντάδες εκδηλώσεις, όπου με την ανεπανάληπτη φωνή του δικαίωνε το νεοελληνικό ποιητικό λόγο. Οι αναγνώσεις του σε κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας παρέμειναν κλασικές.

Ο Κατράκης έπαιξε και σε πολλές ταινίες στον κινηματογράφο. Αξιόλογες είναι οι ερμηνείες του στο Μαρίνο Κοντάρα του Γιώργου Τζαβέλα (1948), στη Συνοικία το όνειρο του Αλέκου Αλεξανδράκη (1961) στην Ηλέκτρα του Μιχάλη Κακογιάννη (1962), στο Ένας Ντελικανής του Μανόλη Σκουλούδη (1963). Βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ του Σαν Φρανσίσκο, για την ερμηνεία του στον ρόλο του Κρέοντα στην Αντιγόνη του Γ. Τζαβέλλα, και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τη συμμετοχή του στο Συνοικία το όνειρο.

Η συνεχής καταπόνηση του οργανισμού του δημιούργησε με τον καιρό προβλήματα και η υγεία του εξασθένησε. Μανιώδης καπνιστής σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του, αρνήθηκε να ακολουθήσει αυστηρό πρόγραμμα θεραπείας.

(Ένα από τα τελευταία όνειρα της ζωής του Μάνου Κατράκη ήταν να παίξει τον Βασιλιά Ληρ με τον Θύμιο Καρακατσάνη ως γελωτοποιό).

Όταν ήρθε το ασθενοφόρο και τον πήρε, πήγα να κάτσω δίπλα, και μου λέει όπως είχε τη μάσκα του οξυγόνου:

“Πήρα μαζί και το έργο, τον Βασιλιά Ληρ».

Ε, δεν μπόρεσα να κάτσω δίπλα του, να πάω στο νοσοκομείο, λέω πηγαίνετε εσείς και θα ‘ρθω με το αυτοκίνητο, και βγήκα έξω κι άρχισα να χτυπιέμαι…, δεν μπορούσα να καταλάβω αν υπάρχει Θεός, πώς το κάνει αυτό…

 (από διήγηση του Θύμιου Καρακατσάνη στην Εύη Κυριακοπούλου από την εκπομπή της ΕΡΤ ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ)

Έτσι, λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της τελευταίας ταινίας στην οποία πρωταγωνίστησε -το Ταξίδι στα Κύθηρα με σκηνοθέτη το Θόδωρο Αγγελόπουλο- άφησε την τελευταία του πνοή στις 2 Σεπτεμβρίου του 1984, σε ηλικία 76 ετών.

«…Και στα «Κύθηρα» του Αγγελόπουλου. Και εκεί ήταν υπέροχος. Πολλοί βγήκαν και κατηγόρησαν το Θόδωρο ότι τον σκότωσε: Μέσα στα κρύα, στις βροχές, στα κύματα τόσες ώρες… Απάνθρωπα γυρίσματα!

Ξέροντας τον Μάνο πιστεύω πως ήταν ευτυχισμένος. Στην ηλικία του, τον εμπιστεύονταν και τον χρησιμοποιούσαν σαν να ‘ταν ο παλιός λεβέντης. Νομίζω πως δε θα τον πείραζε καθόλου ακόμα και αν ξεψυχούσε πάνω σε κείνη την ανεμόδαρτη σχεδία της ταινίας…»*

ΠΗΓΕΣ:

*Αλίκη Γεωργούλη, “Από τον Λένιν στον Βερσάτσε”,Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Wikipedia.gr

logomnimon.wordpress.com

sanshmera.gr

{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger