Προσφατες Αναρτησεις

Ο Δημήτρης Γιαννακούρας - Πέρδικας (1914-1949)

Σχετικά με τη δράση του Πέρδικα και την προσφορά του στο Δημοκρατικό Στρατό Πελοποννήσου, χρήσιμες πληροφορίες δίνει το σύντομο βιογραφικό του που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Αρίστου Καμαρινού, «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Πελοπόννησο 1946 - 1949».

Ο Δημήτρης Γιαννακούρας (αυτό ήταν πραγματικό του όνομα), γεννήθηκε το 1914 στο χωριό Βάγγου Αρκαδίας. Το ψευδώνυμο Πέρδικας το κληρονόμησε από τον πατέρα του, στον οποίο οι συγχωριανοί του είχαν «κολλήσει» αυτό το παρατσούκλι, από τα παιδικά του χρόνια, επειδή αρεσκόταν να κυνηγάει πέρδικες. Ο Πέρδικας τελείωσε δυο τάξεις του «Σχολαρχείου» (αντιστοιχεί στη ΣΤ' τάξη του Δημοτικού Σχολείου) και ασχολήθηκε με διάφορες εργασίες (αγρότης, κτηνοτρόφος, καρβουνιάρης, κ.ά.).

Οταν οι Ιταλοί κήρυξαν τον πόλεμο στη χώρα μας, υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και πολέμησε τους Γερμανοφασίστες, όταν κι αυτοί εισέβαλαν στη χώρα μας, τον Απρίλη του 1941. Τον Αύγουστο του 1941 οργανώθηκε στην Αντιστασιακή Οργάνωση «Νέα Φιλική Εταιρεία» και το Νοέμβρη του 1941, μετά τη συγχώνευση της οργάνωσης αυτής με το ΕΑΜ, έγινε μέλος του. Στις αρχές του 1942 έγινε μέλος του ΚΚΕ, του οποίου στέλεχος καθοδηγητικό, στην Επαρχία Μεγαλόπολης, ήταν ο αδερφός του Κώστας.

Ο Πέρδικας ήταν ανταρτοΕΠΟΝίτης, στο 11ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, όταν οι αντιΕΑΜίτες αντάρτες του ΕΣ (Ελληνικός Στρατός), με επικεφαλής το λοχαγό του προπολεμικού στρατού Τηλέμαχο Βρεττάκο, που καθοδηγούνταν από τους αξιωματικούς της Αγγλικής Αποστολής (είχαν πέσει με αλεξίπτωτα στις ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου, με κύριο στρατηγικό σκοπό να διαλύσουν τον ΕΛΑΣ, ακόμα και ένοπλα, επειδή ήταν δημιούργημα του ΚΚΕ) και κατά τη διάρκεια της ύπαρξης του ΕΣ δεν έριξαν ούτε μια τουφεκιά κατά των κατακτητών, σκότωσαν με μπαμπεσιά 1 τον αδελφό του Κώστα, απόφοιτο της Μέσης Εκπαίδευσης και τον γαμπρό του Νίκο Χρόνη.

Μετά από το γεγονός αυτό, ο Πέρδικας, πικραμένος από το αποτρόπαιο έγκλημα και αποφασισμένος να τιμωρήσει τους καθοδηγούμενους από τους Εγγλέζους εγκληματίες, έφυγε από το 11ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Επειτα από λίγες βδομάδες, κατάφερε να ανακαλύψει έναν από τους δολοφόνους, τον αξιωματικό του προπολεμικού στρατού Θανάση Οικονομόπουλο (ήταν κρατούμενος του ΕΛΑΣ μετά την αιχμαλωσία του στην τελική σύγκρουση του ΕΛΑΣ με τον ΕΣ, που είχε ως αποτέλεσμα τη διάλυση της αντάρτικης αυτής οργάνωσης, του ΕΣ), ο οποίος ήταν Πρόεδρος του Στρατοδικείου που καταδίκασε σε θάνατο τον αδελφό του και το γαμπρό του. Αιφνιδιάζοντας τους φρουρούς του «κρατητηρίου» (ένα Εκκλησάκι στην περιοχή του χωριού Γερδίκι Μεσσηνίας) τον σκότωσε και αμέσως παρουσιάστηκε σε τμήμα του ΕΛΑΣ Μεσσηνίας.

Στο Μαίναλο με τον ΔΣΕ

Μετά την απελευθέρωση της χώρας μας, τη «Συμφωνία της Βάρκιζας» και την παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ, ο Πέρδικας δεν παρέδωσε τον οπλισμό του και, με πρωτοβουλία του, κατέφυγε στο βουνό Μαίναλο, όπου έζησε σ' όλη τη διάρκεια του Μονόπλευρου Εμφυλίου, μαζί με άλλους καταδιωκόμενους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης (Γιάννης Πετρόπουλο ή Μαυρόγιαννη, Ηλία Γιαννακούρα, Π. Κυριακόπουλο ή Πιπίνο, Ηλία Μάνδρο, Κώστα Παναγόπουλο, κ.ά.).

Στην περίοδο αυτή (Μάρτης 1945 - Ιούλης 1946), τα μέλη της ομάδας αυτής των καταδιωκόμενων, αντιμετώπιζαν φοβερές δυσκολίες, ζούσαν κυριολεκτικά σαν αγρίμια μέσα στο δάσος. Γι' αυτό, κάπου κάπου, παραβίαζαν την κομματική γραμμή της παθητικής αυτοάμυνας και, με πρωτοπόρο πάντοτε τον Πέρδικα, που επέμενε «να αντιμετωπίσουμε επιτέλους την τρομοκρατία της μοναρχοφασιστικής κυβέρνησης με αντιτρομοκρατία, γιατί αλλιώτικα θα μας σκοτώσουν όλους οι ταγματασφαλίτες», χτύπησαν ένοπλα τους Χιτοσυμμορίτες του χωριού Παλιομοίρη και μια ομάδα χωροφυλάκων στην περιοχή του χωριού Τρίλοφο Μεγαλόπολης.

Για τη δράση τους αυτή, οι Πέρδικας, Μαυρόγιαννης, Πιπίνος και Μάνδρος επικηρύχθηκαν από τη μοναρχοφασιστική κυβέρνηση της Αθήνας με ποσά από 20 έως 25 εκατομμύρια δραχμές για τον καθένα. Το Μάρτη του 1947, η ομάδα αυτή των καταδιωκόμενων αγωνιστών - «Ομάδα Πέρδικα», που είχε πάρει μέρος στη μάχη της Σπάρτης (13/02/1947), αποτέλεσε τον πυρήνα της δημιουργίας του Αρχηγείου Μαινάλου του Δημοκρατικού Στρατού Πελοποννήσου, με στρατιωτικό διοικητή τον Μανώλη Σταθάκη, αντισυνταγματάρχη του ΔΣΕ.

Το καλοκαίρι του 1947, ο Πέρδικας ήταν διοικητής λόχου. Το Φλεβάρη του 1948 ονομάστηκε ταγματάρχης του ΔΣΕ, με Διαταγή του Γενικού Αρχηγείου, και ανέλαβε διοικητής Τάγματος. Τον Οκτώβρη του 1948, ανέλαβε διοικητής του Αρχηγείου Μαινάλου.

Ο Πέρδικας συγκέντρωνε όλα τα χαρίσματα του λαϊκού στρατιωτικού ηγέτη. Τον διέκρινε επιθετικό πνεύμα, ήταν ψύχραιμος, αποφασιστικός, τολμηρός στις αποφάσεις του στη διάρκεια της μάχης, κατείχε άριστα την αντάρτικη τακτική και την εφάρμοζε με αριστοτεχνικό τρόπο στη διάρκεια της μάχης. Το κυριότερο, όμως, χάρισμά του ήταν η ικανότητά του να προσαρμόζεται εύκολα σε κάθε χώρο που θα βρισκόταν το τμήμα του, πραγματοποιώντας τους απαραίτητους ελιγμούς πάντοτε με επιτυχία, γιατί ήταν γνώστης της μορφολογίας του εδάφους όλων των ορεινών περιοχών της Πελοποννήσου, ιδιαίτερα του Ανατολικού και Δυτικού Μαινάλου.

Στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, ο Πέρδικας πήρε μέρος σε πολλές μάχες (Σπάρτης, Δάρα, Διάλυση της διλοχίας Γαλανόπουλου, Τροπαίων, Καλαβρύτων, Λεχαινών, Ζαχάρως, Χαλανδρίτσας, Βλασίας, Πιάνας, κ.ά.), στις οποίες διακρίθηκε για την προσωπική του παλικαριά και τις διοικητικές του ικανότητες. Μετά τη μάχη της Δημητσάνας, ανέλαβε διοικητής των Ομάδων Ελεύθερων Σκοπευτών. Σκοτώθηκε σε ενέδρα χωροφυλάκων στις 16 Αυγούστου 1949, όταν πλησίασε σε μια γιάφκα, στην τοποθεσία «Συνέσοβα» του Μαινάλου και, αντί να συναντήσει εκεί τον ανθυπολοχαγό (σ.σ. Παπακωνσταντίνου) με τον οποίο είχε το «ραντεβού», έπεσε πάνω στους χωροφύλακες...

Στον αγώνα του λαού μας για Λευτεριά, Ανεξαρτησία, Λαϊκή Κυριαρχία, για το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό έδωσαν τη ζωή τους και τα αδέλφια του Κώστας, Αλέξανδρος, Παναγιώτα και Γιαννούλα, καθώς και ο γαμπρός του Ν. Χρόνης.

1. Περνώντας ο Βρεττάκος με το τμήμα του από την περιοχή του χωριού Βάγγου, ξεγέλασε την τοπική οργάνωση του ΕΑΜ, ότι τάχα το τμήμα του ήταν ΕΛΑΣίτικο. Οταν οι ΕΑΜίτες του χωριού μετέφεραν στον καταυλισμό του Βρεττάκου τρόφιμα, αυτός... για το «ευχαριστώ»(!), πέρασε τα μέλη του ΕΑΜ που του πήγαν τρόφιμα από Στρατοδικείο και ντουφέκισε τους δυο αυτούς ηρωικούς αγωνιστές.

Πηγή

{[['']]}

Όταν η Χούντα διόριζε υποστράτηγο μητροπολίτη Ενόπλων Δυνάμεων


Μια αναδρομή στο χουντικό σκάνδαλο του διορισμού Μητροπολίτη Στρατού, ελπίζοντας πως δεν θα ανοίξει η όρεξη των Ν. Παππά και Π. Καμμένου για επανίδρυση της Μητρόπολης Ενόπλων Δυνάμεων.

Η ύπαρξη μητροπολίτη των Ενστόλων και μάλιστα με ανώτατο στρατιωτικό βαθμό, αποτελεί πέρα από την προφανή αντιευαγγελική της χροιά, μια ανορθόδοξη εκκλησιαστική ανωμαλία και μια αντικανονικότητα, αφού αφορά Επίσκοπο του οποίου η δικαιοδοσία διαχέεται στο εσωτερικό δεκάδων άλλων Επισκοπών, χωρίς το ελάχιστο Kανονικό έρεισμα, αντιβαίνοντας και στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας. Η εθνική κρατική Εκκλησία προκάλεσε δυο φορές το ατόπημα, επωφελούμενη των ανώμαλων πολιτικών καταστάσεων, στην Κατοχή και στον Εμφύλιο αλλά και στη Δικτατορία. Στην πρώτη περίπτωση η πέτρα του σκανδάλου ήταν ένα σκοτεινό πρόσωπο της Ακροδεξιάς. 
Ο μητροπολίτης Καρυστίας Παντελεήμων Φωστίνης, που το 1943 παραιτήθηκε και έφυγε στην Αίγυπτο, όπου τον Αύγουστο του 1944 διορίζεται χωρίς συνοδική εκλογή, από την ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου, Αρχιερέας των Ενόπλων Δυνάμεων και μάλιστα στο ξένο  έδαφος του πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Τον τίτλο τον κράτησε μέχρι και το Σεπτέμβρη του 1946, όταν αμειβόμενος για την αντικομμουνιστική του δράση, εξελέγη μητροπολίτης Χίου, εκτοπίζοντας πραξικοπηματικά τον νόμιμο μητροπολίτη Ιωακείμ. Ο τελευταίος κυνηγήθηκε (μαζί με τους Κοζάνης και Ηλείας) ως ΕΑΜίτης και την αποκατάστασή του, έχει αποφύγει επίμονα να ζητήσει από τους φίλους του Χριστόδουλο και Ιερώνυμο, ο πολυπράγμων και πρόθυμος υμνητής και απολογητής φασιστών Αρχιερέων και της δράσης της Εκκλησίας στην Κατοχή Γλέζος, που η γενικότερη πολιτική του συμπεριφορά απέναντι στον ολοκληρωτισμό, δίνει λαβή σε πάρα πολλά ερωτήματα.
Ο Φωστίνης υπήρξε ιδρυτής του διαβόητου ομώνυμου μοναχικού Τάγματος αγοριών, το οποίο ανέδειξε πνευματικά τέκνα του σε δεσποτάδες (που πρωταγωνίστησαν αργότερα σε πανελλαδικής φήμης σεξουαλικά σκάνδαλα), οι οποίοι έφεραν κατά κανόνα το δικό του επαγγελματικό ψευδώνυμο, δηλαδή Παντελεήμων. Το Τάγμα του Φωστίνη, σύμφωνα με τον επίσης Εθνικόφρονα Αυγουστίνο της Φλώρινας, ήταν «εστία μολύνσεως» της οποίας τα έργα «απειλούν να προκαλέσουν ναυτίαν και εις αυτούς τους βουβάλους του βορβορώδους Αλιάκμονος» (περιοδικό «Σπίθα»-Γ.Δ.Καρανικόλα «Ανορθόδοξοι Έρωτες Ορθοδόξων Αρχιερέων»). Ο Φωστίνης «βρέθηκε και στο επίκεντρο καταγγελιών (κυρίως για ηθικής φύσεως σκάνδαλα) για το μοναχικό ‘Τάγμα….’ που είχε ιδρύσει» και το οποίο «φιλοξενούσε νεαρά άτομα που προορίζονταν για κληρικοί» («Ποντίκι», 4.8.2005). «…Το συγκεκριμένο τάγμα θεωρήθηκε άντρο ακολασίας» («Έθνος», 28.1.’06).   Στα 1954 υποβάλλει έκθεση στη Σύνοδο για το βιβλίο «Καπετάν Μιχάλης» το οποίο θεωρεί «αντεθνικόν» και ζητά να αφορισθεί ο Καζαντζάκης. Δεν είναι όμως αυτός που θα μας απασχολήσει. Όποιος ενδιαφέρεται για περισσότερες λεπτομέρειες, θα τις βρει εδώ: «Η Εκκλησία των Φαρισαίων ως χώρος αποπλάνησης των νέων». 
 
Αυτός που μας αφορά εδώ είναι ο Νίκος Ξένος, ένας ακροδεξιός παπάς που γεννήθηκε στα Λεχαινά της Ηλείας το 1915 και πήγε να βρει τα αφεντικά του στην Κόλαση το 1984.  Πριν ασχοληθούμε με αυτόν τον Αρχιερέα του Σκότους, που δεν δίστασε να υπηρετήσει τον σκληρό πυρήνα του προδοτικού και εγκληματικού καθεστώτος της Χούντας ως δεσπότης Στρατού (από τις 31.3.1968, ως το 1975, οπότε και απολύθηκε, ο τίτλος του αφαιρέθηκε-του απέμεινε μόνο το «πρώην Πελαγονίας»-και η θέση του καταργήθηκε, με ενέργειες του επίσης χουντικού αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, που δεν ήθελε έναν ιερωνυμικό στα πόδια του), να εξετάσουμε το κατά πόσον η ύπαρξη ακόμη και απλού ιερέα στο στράτευμα, συνάδει με την ευαγγελική Ηθική.
Υπάρχει βέβαια και το μόνιμο, ουσιαστικό ζήτημα, που αφορά στην παρουσία και στον ρόλο των στρατιωτικών κληρικών στους στρατούς όλου σχεδόν του χριστιανικού κόσμου, ιδιαίτερα σε καιρό πολέμου. Να ανοίξουμε μια μικρή παρένθεση για να δούμε την στάση της πρώτης Εκκλησίας στο θέμα της στράτευσης. Σαφή θέση πήρε ο επίσκοπος της Λυών άγιος Ευχέριος, στα 434 στο «Μαρτυρολόγιο της θηβαϊκής λεγεώνας», επικαλούμενος το ανόητο παπαδίστικο παραμύθι των πάνω από 6.000 Ρωμαίων στρατιωτών, που με επικεφαλής τον άγιο Μαυρίκιο που κατείχε λέει τη λόγχη του Εκατόνταρχου Λογγίνου με την οποία είχε καντήσει τον Χριστό, μεταφέρθηκαν από τη Θήβα της Αιγύπτου στην Βουργουνδία για να καταστείλουν μια εξέγερση το 286. Μετά τη νίκη ο Αυτοκράτορας διέταξε θυσίες στους θεούς, αυτοί αρνήθηκαν και θανατώθηκαν σταδιακά μέχρις ενός στο Άγαυνο (Σαιν Μόριτς) της Ελβετίας. 
O Επίσκοπος λοιπόν έγραψε ότι οι Χριστιανοί όφειλαν να πολεμούν, αλλά ότι ο σκοπός του πολέμου θα έπρεπε να είναι έχει εγκριθεί από την Εκκλησία. Θέλει πολύ συζήτηση για το αν ο παραμυθάς είχε στο μυαλό του μια Εκκλησία έμμισθων κρατικών υπαλλήλων, πρόθυμων να ευλογήσουν κάθε έγκλημα του χριστιανικού Κράτους, ιδιαίτερα αυτού μιας στρατιωτικής τυραννίας, όπως ιστορικά εξελίχθηκε η σχετική συμπεριφορά του χριστιανικού κλήρου παγκόσμια, με τις τιμητικές εξαιρέσεις του βεβαίως (“Daniel Berrigan, priest and anti-Vietnam war peace activist, dies”). Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες πολλοί Χριστιανοί συγγραφείς και εκκλησιαστικοί πατέρες, δεν ενέκριναν ούτε καν τη στράτευση των πιστών.  Τέτοιοι ήταν οι Ωριγένης, Τερτυλλιανός,   Λακτάντιος. 
Ο κοινός  Άγιος Δυτικής και Ανατολικής Εκκλησίας και μάρτυρας Ιππόλυτος, φερόμενος, μάλλον από λάθος, και ως σχισματικός Επίσκοπος της Ρώμης (170-235), στον 16ο Κανόνα του, γράφει πως «Οι κατηχούμενοι ή οι πιστοί που θέλουν να γίνουν στρατιώτες, πρέπει να απορριφθούν, διότι έχουν αποστραφεί τον Θεό». O επίσης κοινός Άγιος και των δυο Εκκλησιών, ο Eπίσκοπος Νόλης (Νεάπολης) Παυλίνος, ένας αριστοκρατικής καταγωγής κληρικός, εξ εγγάμων και λόγιος, φερόμενος να επιδεικνύει πρωτοφανή αυτοθυσία για το ποίμνιό του, απαγόρευε στους πιστούς να στρατευθούν. Στα τέλη του 4ου αιώνα ο Παυλίνος, όπως και οι Ιερώνυμος, και Αυγουστίνος επικρότησαν σε επιστολές, τους συγχρόνους τους Κρισπιανό, Ηλιόδωρο, Νεποτιανό, Βονιφάντιο και Βικτρίκιο, που εγκατέλειψαν τον στρατό. 
O Άγιος Bικτρίκιος, που ήταν αξιωματικός, κατάφερε να γλυτώσει την εκτέλεση της θανατικής καταδίκης του όταν παραιτήθηκε και εξελίχθηκε μετά σε Ιεραπόστολο και Επίσκοπο της Ρουέν (“Blessed Peacemakers: 365 Extraordinary People Who Changed the World”–February 12, 2013, by Kerry Walters and Robin Jarrell ). Στην ένσταση κάποιων πως αυτά που είχαν γράψει ενωρίς κάποιοι παλιοί εκκλησιαστικοί πατέρες κατά της στράτευσης, αφορούσαν τους στρατούς των Ρωμαίων Καισάρων, να απαντήσω το αυτονόητο πως οι Ορθόδοξοι στρατοί του Βυζαντίου, των Ρώσων τσάρων κλπ δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν σε κτηνωδία από τους στρατούς της παγανιστικής αυτοκρατορίας της Ρώμης, για να μην μιλήσουμε για τους Ορθόδοξους στρατούς της Βαλκανικής των νεότερων χρόνων.
Σταματώ εδώ για να μην κουράσω και γιατί νομίζω πως προσπαθώ να αποδείξω πως η Γη κινείται. Είναι ολοφάνερο πως ένας Χριστιανός δεν μπορεί να στρατεύεται σε έναν φασιστικό στρατό ούτε στον στρατό μιας προβληματικής Δημοκρατίας, που δεν διστάζει να εγκληματήσει κατά του άμαχου πληθυσμού άλλων λαών. Σε κάθε περίπτωση δεν θα κρατήσει το στόμα του κλειστό, αν μη τι άλλο για τον πολύ απλό λόγο πως αποστρέφεται το έγκλημα και φοβάται πολύ περισσότερο τη Θεία Δικαιοσύνη από τον ευσεβή και τυφλό Άρειο Πάγο. Το λέω αυτό γιατί όσο κι αν ψάξετε δεν θα βρείτε μισή σαφή δημόσια εκκλησιαστική καταδίκη, έστω και από έναν ρασοφόρο, των φρικιαστικών εγκλημάτων του ελληνικού στρατού κατά αθώων γυναικόπαιδων και γερόντων στην Τουρκία το 1922 («Τι αποκαλύπτουν τα γαλλικά στρατιωτικά αρχεία»-Το Βήμα, «Άκου Ανθρωπάκο!: Για την Μικρασιατική Εκστρατεία»). Απελπιστικά μοναχική, πολύ δειλή όμως εξαίρεση, αυτή ενός αρχιμανδρίτη, που βέβαια δεν απαλλάσσεται των ευθυνών του με αυτήν την χαμηλόφωνη «αντίδραση»  («Μητροπολίτου Μελετίου, 
Ο πατήρ Ιωήλ Γιαννακόπουλος», Πρέβεζα 1994: «Ο π.Ιωήλ απέφευγε να μιλάει γι’αυτά που έγιναν στη Μ.Ασία. Ήταν βαθιά πικραμένος. Και για τα έργα των Τούρκων και για τα έργα των Ελλήνων. Έλεγε μόνο: ‘Αμαρτίαι ελαττονούσι φυλάς’ …»). Δεν θα βρείτε επίσης μισή εκκλησιαστική καταδίκη των αποτρόπαιων εγκλημάτων των Σέρβων (πιθανότατα  και Ελλήνων Χρυσαυγιτών) Ορθοδόξων σε βάρος αγοριών και αμάχων ανδρών (xyz contagion: «Srebrenica – Η πέμπτη μεγάλη έρευνα», «Η ανθρωποσφαγή στη Σρεμπρένιτσα, η Ελληνική Εθελοντική Φρουρά και η εμπλοκή της Χρυσής Αυγής – Νέα στοιχεία και αποκαλύψεις, για πρώτη φορά στην Ελλάδα»), που τα είχαν ευλογήσει οι αμετανόητες σερβική και η ελληνική Εκκλησία. Αναρωτιέται κανείς αν οι Χριστιανοί Λεγεωνάριοι της Θήβας, όπως τους έχει επινοήσει η Εκκλησία, αρνήθηκαν να θυσιάσουν στους θεούς, τι υποτίθεται ότι περιμένει η Εκκλησία από έναν Χριστιανό στρατιώτη που βλέπει απαθής τους συντρόφους του να σκοτώνουν παιδιά ή τα σφάζει ο ίδιος ή έστω κρατάει για πάντα το στόμα του κλειστό; Ακόμη περισσότερο, τι είδους Εκκλησία είναι αυτή που όχι μόνο δεν καταδικάζει τα εγκλήματα, αλλά τα ευλογεί, δεν ζητάει συγνώμη και προσποιείται αμετανόητη ότι δεν τα γνωρίζει;
Επιστρέφω στον ακροδεξιό δεσπότη Νίκο Ξένο, αμετανόητο και βλάσφημο υπηρέτη της τυραννίας. Πολύ ενδιαφέρουσα και λεπτομερής πηγή της υπόθεσης της αντικανονικής Μητρόπολης του Στρατού, είναι ένα αριστερό περιοδικό που αποτελεί την εξαίρεση στην ιερή αριστερή Ομερτά. Το σχετικό, άκρως εμπεριστατωμένο και μακροσκελέστατο άρθρο του, αξίζει να διαβαστεί. Αποσπάσματα παραθέτω πιο κάτω μέσα σε αγκύλες: «Θέσεις – τριμηνιαία επιθεώρηση – Κλήρος και Ένοπλες Δυνάμεις» (Τεύχος 130, Ιανουάριος – Μάρτιος 2015- 8. «Το αξίωμα του Μητροπολίτη Ενόπλων Δυνάμεων»).
Ο αδίστακτος βασιλοχουντικός αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α΄ (για να τον τιμήσει ο σημερινός Β΄,  πήρε το όνομά του), που κατέλαβε, πραξικοπηματικά με διορισμένη από τους στρατιωτικούς έκτακτη Σύνοδο, τη θέση του διωγμένου Χρυσόστομου Β, αν και Καθηγητής του Κανονικού Δικαίου, εισηγείται ο αθεόφοβος Αρχιερέα στο στράτευμα, που θα προϊσταται  «των ιερέων και των τριών όπλων, ως και των θεολόγων των εργαζομένων εν τη Θρησκευτική Υπηρεσία του Στρατεύματος». Το εκκλησιαστικό τέρας της «Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών», δεν διστάζει να επινοήσει εκκλησιολογικά εκτρώματα, προκειμένου να δυναμώσει τους παραδοσιακούς στην Ανατολή δεσμούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τους κρατικούς στρατούς: [«Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος απαίτησε, με την έκδοση του Α.Ν. 320/1968 …στην Θρησκευτική Υπηρεσία του Στρατεύματος να είναι

επικεφαλής μητροπολίτης που θα εκλέγεται από την Εκκλησία της Ελλάδος. Το αιτιολογικό της απόφασής του αυτής ήταν, ότι: «… Άπασα η ελληνική νεότης διέρχεται, διαδοχικώς, από τας Ενόπλους μας Δυνάμεις .. εις την πλέον κρίσιμον ηλικίαν…». Οι κρατούντες αντέδρασαν αλλ’ ο Αρχιεπίσκοπος επέμεινε …]
Αναγκαστικός νόμος ιδρύει «θέσιν Αρχιερέως επί βαθμώ Υποστρατήγου». Με βασιλικό διάταγμα, προνοείται ότι οι κάθε λογής στρατιωτικές εγκαταστάσεις, η Αστυνομία, η Χωροφυλακή, το Λιμενικό και η Πυροσβεστική, ανήκουν στη δικαιοδοσία του (!). Ο αρχιμανδρίτης Νίκος Ξένος, καθηγητής της Σχολής εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού, πήρε τον εμβληματικό τίτλο του Μητροπολίτη Νέας Πελαγονίας και Ενόπλων Δυνάμεων, που παραπέμπει αλυτρωτικά στην Πελαγονία της Σλαβομακεδονίας. Μιλάμε για μια εποχή που τα πνευματικά τέκνα του Ξένου, οι Μπάμπαλης, Μάλλιος, Σπανός, Μπόλαρης, Χατζηζήσης, Κραβαρίτης, Ντερτιλής, Θεοφιλογιαννάκος, Καραπαναγιώτης, κλπ, στην Αστυνομία, στη Χωροφυλακή, στην ΕΣΑ, στο Πολυτεχνείο, οργίαζαν ως βασανιστές και δολοφόνοι, με τις ευλογίες του αδιάντροπου μητροπολίτη τους.
[…Το υψηλό κεφάλαιο κύρους, αναγνώρισης και εξουσίας με το οποίο πρέπει να είχε πιστώσει ο Νικόλαος Ξένος τον θεσμό του στρατού, μας το παρουσιάζει ξεκάθαρα ο ίδιος, όταν στην χειροτονία του τον ονομάζει, δύο φορές μάλιστα, ως «αριστοκρατία της θυσίας και του αίματος». Η χρήση του όρου «αριστοκρατία», ίσως του έδινε την αίσθηση μιας .. ταξικής ανόδου. Ενδεχομένως αυτή ήταν η αιτία που τον έκανε να τονίζει την ταύτισή του με το δικτατορικό καθεστώς. Ποιο ήταν το έργο του; Μας το παρουσιάζει ο ίδιος, αναφέροντας ότι επέβαλε την ανάρτηση «εις περίοπτον θέσιν της εικόνος του Κυρίου εις απάσας τας Μονάδας», καθιερώθηκε «νέα ομοιόμορφος προσευχή δια τας Ενόπλους Δυνάμεις», οργανώθηκε «συστηματικώς διαφωτιστικός αγών προς καταπολέμησιν της βλασφημίας», όπως επίσης αγώνας κατά των Χιλιαστών, επιδιώχθηκε «η συχνή εκουσία προσέλευσις αξιωματικών τε και στρατιωτών εις το Μυστήριον της Ιεράς Εξομολογήσεως», όπως επίσης καθορίστηκαν «τα της νηστείας καθ’ εκάστην Τετάρτην, Παρασκευήν, Μ. Εβδομάδα, παραμονήν θείας κοινωνίας..». …μεταδιδόταν εκπομπή του Θρησκευτικού Σώματος από το κανάλι της Υ.ΕΝ.Ε.Δ., όπως και ραδιοφωνική εκπομπή…].
Το 1972 ο Ξένος, άγνωστο με ποια χρηματικά κεφάλαια, ίδρυσε το γυναικείο  μοναστήρι της Παναγίας Παντάνασσας, με στόχο να δημιουργήσει Ορφανοτροφείο, Γηροκομείο, Παιδικό και Νηπιακό Σταθμό, ενώ παραχώρησε αίθουσα των κτηριακών εγκαταστάσεων για τη στέγαση του Δημοτικού Σχολείου της περιοχής. Ο θάνατός του το 1984 ματαίωσε τους σκοπούς του,  τους οποίους κάθε λογικό άνθρωπος μπορεί να υποθέσει. Ευτυχώς γιατί μας αρκούσε, μεταξύ πολλών ακόμη παρόμοιων ευσεβών ιδρυμάτων, το πρόσφατα ξεβρακωμένο «Σπίτι του Παιδιού» στον Πειραιά, όπου για την αρωγή του (ακόμη ανώνυμου) Εξομολόγου στα μακροχρόνια βασανιστήρια και στο βιασμό των παιδιών από τον Θεολόγο Διευθυντή, ο Μητροπολίτης Πειραιά εξακολουθεί να κάνει το κορόιδο, χωρίς να τον ενοχλεί απολύτως κανείς («Εξομολόγος κατέδωσε κακοποιημένο παιδάκι»).
Η Εκκλησία της οποίας πρόσφατα (11.2016) «Ο Μητροπολίτης Σφακίων τίμησε τον Παττακό», βασιζόμενη στη δημόσια αμνησία, στην σιωπή των πολυάριθμων τοπικών βουλευτών της Αριστεράς και στον Καμμένο, τέλεσε στις 11 Ιανουαρίου 2015, δια του μητροπολίτη Σητείας στη μονή του Νίκου Ξένου το θριαμβευτικό μνημόσυνο του, με αφορμή τη συμπλήρωση τριάντα (30) χρόνων από το άδοξο τέλος του. Ομιλητής για τη ζωή και το έργο του ήταν ο Πρωτοπρεσβύτερος, Υποστράτηγος ε.α. και Διευθυντής της Θρησκευτικής Υπηρεσίας του Γ.Ε.Σ. Νήφων Αλεξίου. Δηλώθηκε έτσι με τον πιο επίσημο τρόπο πως η κρατική Εκκλησία έχει το θράσος να τιμά έναν ανίερο φασίστα κληρικό. Ο ομιλητής αναφέρθηκε στις σπουδές του Ξένου στη Σχολή Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών Σύρου και στη θητεία του ως Καθηγητή στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού Ηρακλείου, η οποία και σήμερα κάτω από τη φωτισμένη ηγεσία Καμμένου μεγαλουργεί χριστιανικά («ΣΕΑΠ: Καψόνια και τραμπούκικες επιθέσεις εναντίον δοκιμών εφέδρων ..», 9.6.2015). Επίσης ισχυρίστηκε πως ο Ξένος «στελέχωσε με ικανούς Κληρικούς τη Θρησκευτική Υπηρεσία Στρατού. Αργότερα το πρόγραμμα αυτό … υιοθετήθηκε από την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμων της Ρωσίας, της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της Σερβίας» (σημ. όλος ο καλός ο κόσμος). Παρέλειψε να αναφέρει και την Πολωνία, όπου το 2010 ο Ορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος της Χαϊνόφκα και Ταξίαρχος του Στρατού σκοτώθηκε το 2010 μαζί με τον Πρόεδρο της χώρας  όταν έπεσε το στρατιωτικό αεροπλάνο στο οποίο επέβαιναν (Miron Chodakowski).
Πέρα από τα θριαμβευτικά μνημόσυνα, πως αντιμετωπίζει η Εκκλησία την ντροπιαστική περίπτωση του Ξένου, που πέθανε ανήμερα της επετείου του βασιλικού αντιπραξικοπήματος της 13ης Δεκέμβρη; Γράφουν οι «Θέσεις»: [Όπως αναφέρει η μαρτυρία ενός σύγχρονου μητροπολίτη, «Ο Νικόλαος-Θεός σχωρέστον -ο μακαριστός, είχε την τάση όπου πήγαινε να μιλάει για την εθνοσωτήριο Επανάσταση. Καλώς, κακώς έτσι έκαμνε» (Παντελεήμονος Μητρ. Κορωνείας, «Κατευθύνσεις Ομιλητικής για Στρατιωτικά Ακροατήρια», ‘Εκκλησία’ (2011)]. Πληρώνουν οι φορολογούμενοι τον αντικανονικό αργόμισθο (τιτουλάριο) μητροπολίτη της ανύπαρκτης Μητρόπολης Κορωνείας, πρώην Διευθυντή της Θρησκευτικής Υπηρεσίας του Γ.Ε.Α., για να πιθανολογεί πως ο φασίστας ρασοφόρος «καλώς έκαμνε»;
Καταλήγω με ένα από τα άρρητα ρήματα του δεσπότη, από το βιβλίο του Γ.Καρανικόλα «Ρασοφόροι συμφορά του Έθνους»: «Το 1968 ο Νικόλαος Ξένος, απευθυνόμενος σε στρατιώτες, έλεγε: «αν ασπασθείτε τον Κομμουνισμό, φαρμάκι να γίνει μέσα σας το γάλα της μάνας σας». Θυμίζω πως μιλάμε για μια εποχή που οι Κομμουνιστές κυριολεκτικά μαρτυρούσαν στις φυλακές και στις εξορίες της Χούντας, από τους επίγονους των Ταγματασφαλιτών της βδελυρής «σποράς των νικημένων του ‘45». 
{[['']]}

Κώστας Κάππος: «Τράβα τον δρόμο σου και άσε τους άλλους να μιλάνε»

Δώδεκα χρόνια χωρίς τον Κώστα Κάππο
Ισως θα μπορούσε και μάλιστα χωρίς κανένα ίχνος υπερβολής να χαρακτηριστεί ο άνθρωπος εκείνος που με κάθε τρόπο συμβόλιζε την επανάσταση του σπάνιου ήθους: άποψη, σκέψη και κυρίως δράση σε όλη την πορεία της ζωής του.
«Ο Κώστας Κάππος δεν υπήρξε ένα οποιοδήποτε “όστρακο” κομματικού βυθού που η πατρωνία της παράταξής του ανέσυρε από το πουθενά στον αφρό του δημοσίου βίου. Ηταν ο ματωμένος αγωνιστής που είχε δώσει σκληρές μάχες στα μαρμαρένια αλώνια του λαϊκού κινήματος. Πρότυπο ήθους και υπόδειγμα συνέπειας στα προσωπικά του πιστεύω, ξεπέρασε κομματικούς ορίζοντες κατακτώντας το ζηλευτό προνόμιο να συμφωνούν με τους αγώνες του ακόμη και όσοι διαφωνούσαν με τις ιδέες του».
Δεν θα μπορούσε να περιγραφεί καλύτερα και με πιο κατατοπιστικό τρόπο η πορεία και η στάση ζωής του Κώστα Κάππου, μέσα από τον πρόλογο του Φοίβου Προύντζου στο βιβλίο «Η επανάσταση που έρχεται» (Εκδόσεις «Αλήθεια», 2007)
Από όλους όσους βρέθηκαν πολιτικά απέναντι, δεν ήταν παρά ελάχιστοι εκείνοι που είχαν να καταθέσουν ή να υποστηρίξουν κάτι αρνητικό για τη ζωή και τη δράση του.
Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα: To 1985 ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ είχε τη δυνατότητα δευτερολογίας. Αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας ήταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Ανεβαίνει στο βήμα για κάποια προγραμματισμένη ομιλία και αρχίζει μια επίθεση εναντίον των κομμουνιστών για τα «εγκλήματα» του Εμφυλίου, για τα κονσερβοκούτια και για όλα τα γνωστά συμπαρομαρτούντα που ακολουθούν την Αριστερά από το τέλος του Εμφυλίου μέχρι σήμερα και ποιος ξέρει για πόσο ακόμη.

Η συγγνώμη του Μητσοτάκη

Τον αφήνει να τελειώσει την ομιλία του αναμένοντας στωικά. Ηταν άνθρωπος που ήξερε να περιμένει. Υπήρχε και εκείνη η δυνατότητα δευτερολογίας.
Τελειώνει ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας και ανεβαίνει στο βήμα. Τον ευχαριστεί για όλα εκείνα τα «κολακευτικά» περί συμμοριτών και κονσερβοκουτιών λόγια και φτάνει στο κλείσιμο της ομιλίας του: «Αγαπητέ κ. Μητσοτάκη, δεν πρέπει να ξεχνάτε πως εμείς δεν υπήρξαμε ηθικοί αυτουργοί της δολοφονίας του Πέτρουλα». Κλείνει τα χαρτιά του και κατεβαίνει προς τα έδρανα του ΚΚΕ.
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ήταν υπουργός Συντονισμού και προσωρινά Εμπορικής Ναυτιλίας στην κυβέρνηση του Γιώργου Νόβα-Αθανασιάδη το 1965. Βγαίνοντας από την αίθουσα της Ολομέλειας, τον περιμένει στο περιστύλιο της Βουλής για να του ζητήσει συγγνώμη και για να απολογηθεί για το «ατόπημά» του.
Στο βιβλίο: Ο «κοινοβουλευτικός Κώστας Κάππος (πιο επίκαιρος από ποτέ) 1974-1989», που κυκλοφόρησε από τα ΕΛΤΑ το 2015, τα παραδείγματα είναι ακόμη περισσότερα.
«Αν αναζητά κανείς τον ορισμό του ήθους της Αριστεράς, θα καταλήξει στον Κώστα Κάππο», Κάρολος Παπούλιας, πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
«Ο Κώστας Κάππος ήταν ένα πρότυπο πολιτικού και κατ' επέκταση πολίτη. Με στέρεες απόψεις, σαφή ιδεολογική κατεύθυνση και με βασικό το στοιχείο της αφοσίωσης, αυτοπεποίθησης στην υπεράσπισή τους», Γιώργος Σουφλιάς, Νέα Δημοκρατία.
«Ο Κώστας Κάππος άφησε βαθιά τα σημάδια του στη Βουλή το διάστημα που συνυπήρξαμε. Συνεπής κομμουνιστής με πολύ καθαρό μυαλό και βαθιά διαίσθηση των πολιτικών εξελίξεων», Γεράσιμος Αρσένης, ΠΑΣΟΚ.
«O Κώστας Κάππος υπήρξε ένας συνεπής υπερασπιστής των απόψεων και των ιδεολογικών τοποθετήσεων της Αριστεράς εντός και εκτός του ελληνικού κοινοβουλίου», Κωστής Στεφανόπουλος, πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
«Τράβα τον δρόμο σου και άσε τους άλλους να μιλάνε». Ετσι συνήθιζε να μας λέει πάντα. Δεν το έβαζε εύκολα κάτω, ακόμη και στην πιο αλλόκοτη δυσκολία.
Ηταν αυτό που κάποιος θα μπορούσε να περιγράψει με την καλή έννοια του όρου «δύσκολος» άνθρωπος. Το πιο χαρακτηριστικό γεγονός ήταν εκείνη η βραδιά του Ιουλίου του 1989, όταν έκανε στη Βουλή τη δήλωση ενάντια στην κυβέρνηση Τζαννετάκη.
Μόνος απέναντι σε όλους εντός του Κοινοβουλίου. Γιατί έξω υπήρξαν χιλιάδες άνθρωποι που ένιωσαν μια ανακούφιση, κρυφή και φανερή για εκείνο το βράδυ.
Αριστεροί και προοδευτικοί άνθρωποι, μεγαλύτερης και κάπως μικρότερης ηλικίας, που ήξεραν χωρίς καμία αμφιβολία ποια ήταν (και συνεχίζει να είναι) η Δεξιά στην Ελλάδα και ποιες καταστροφές είχε προξενήσει στην Ελλάδα του 20ού αιώνα.
Εχοντας συνυπολογίσει βαθιά μέσα του, έστω και ασυναίσθητα, εκείνη την επίκληση του Νίκου Μπελογιάννη τα ξημερώματα της 30ής Μαρτίου 1952, όταν τον ξύπνησαν για να τον πάνε στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Μιλώντας για εκείνο τον «καθαρό αέρα», που στην περίπτωσή του, αναφορικά με την κίνηση εκείνης της βραδιάς του Ιουλίου, δεν ήταν παρά ο συμβολισμός της διατήρησης για αξιοπρέπεια και ελπίδα της Αριστεράς στην Ελλάδα.
Διαπνεόμενος από έναν ρεαλισμό που κάποιος θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει ακόμη και ρομαντικό. Εχοντας όμως βαθιά επίγνωση -και καμία άγνοια- των συσχετισμών και της πραγματικότητας, κάνει αυτό που εκείνος θεωρεί επαναστατικό.
Συγκρούεται με τον «νεκρό» χρόνο και τη «στιγμή», δημιουργώντας έναν δίαυλο επαφής με χιλιάδες ανθρώπους, διαμορφώνοντας μια διαφορετική διάσταση για την Αριστερά της ήττας την εποχή εκείνη.
Στην κίνηση εκείνης της νύχτας, σημειώθηκε μια νίκη μέσα σε ένα περιβάλλον ήττας. Μια νίκη που ήταν παράλληλα στην «πεσμένη» Αριστερά, ανοίγοντας κάποιους μικρούς-ελάχιστους δρόμους.
Κόντρα στα παλιά και φθαρμένα όπλα της, θεωρώντας δεδομένη την επαναστατική της συνέχεια. Αναζητώντας νέα όπλα, που ακόμη και στις πιο μαύρες συνθήκες θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για εκείνο το ξεκίνημα της μιας φοράς, που θα είναι πιο δυνατό «σε όλα».

Μετά τη φυλακή

Την ώρα που βγαίνει από τον Κορυδαλλό τον Ιούλιο του 1974 | 
Τα βασανιστήρια στη χούντα ήταν σκληρά, φανερώνοντας τα κτηνώδη ένστικτα των βασανιστών του. Ηθελαν να τελειώσουν μαζί του. Φυσικά, πολιτικά και κυρίως ηθικά. Δεν μπόρεσαν όμως να τα καταφέρουν. Ηξερε πολύ καλά και από την αρχή τι ήθελε και γιατί το ήθελε.
Σε ηλικία εννέα χρόνων είχε δει κάποιους παρακρατικούς στο χωριό του (Ορεινή Αργολίδα) να βασανίζουν κάποιον που ήταν φίλα προσκείμενος στο ΕΑΜ κι αυτός να τους ζητάει συγγνώμη. Τότε, του γεννήθηκε η ανάγκη και αποφάσισε βαθιά μέσα του πως δεν θα τους ζητήσει ποτέ συγγνώμη.
Μαζί με τον Μουστακλή και τον Οπρόπουλο ήταν από τους χειρότερα βασανισμένους πολιτικούς κρατούμενους κατά τη διάρκεια της χούντας. Κάτι που δεν σκέφτηκε ποτέ στη ζωή του να εξαργυρώσει.
Μεταξύ σοβαρού και αστείου, ο παλιός καθηγητής του στη Βιομηχανική Σχολή Πειραιά, Θανάσης Κανελλόπουλος, όταν ξανασυναντήθηκαν αργότερα στη Βουλή, ως βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας ο ένας και του ΚΚΕ ο άλλος, του πρότεινε να τα παρατήσει όλα, να πάει στη Νέα Δημοκρατία να γίνει υπουργός και ό,τι άλλο. Η συζήτηση, πάντα μεταξύ σοβαρού κι αστείου, έγινε στο περιστύλιο έξω από την αίθουσα της Ολομέλειας. Τον χτύπησε στην πλάτη και συνέχισε τον δρόμο του προς τα γραφεία του ΚΚΕ στη Βουλή. Ακόμη και βουλευτής δεν είναι ξεκάθαρο εάν ήθελε να γίνει. Βγαίνοντας από τη φυλακή, ήξερε πως ήθελε να γράφει, να μελετάει και να ασχολείται με την όποια κομματική δουλειά.
Ηξερε πως το βουλευτιλίκι δεν ήταν κάτι που εξέφραζε τον ίδιο. Οχι πως φοβόταν. Κάθε άλλο. Τις απόψεις αυτές, χωρίς να υπάρχει τεκμηρίωση, πιθανώς να τις είχε εκφράσει και «εντός των τειχών».
Τελικά όμως… τα πράγματα ήρθαν διαφορετικά και έγινε βουλευτής από το 1974 μέχρι το 1989. Αρχικά με την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Ενωμένης Αριστεράς μαζί με τους Χαρίλαο Φλωράκη, Γρηγόρη Φαράκο, Μίνα Γιάννου, Δημήτρη Γόντικα από την πλευρά του ΚΚΕ. Τον Λεωνίδα Κύρκο και τον Μπάμπη Δρακόπουλο από την πλευρά του ΚΚΕ Εσωτερικού και από την πλευρά της ΕΔΑ ο Ηλίας Ηλιού. Την τελευταία φορά με την Κοινοβουλευτική Ομάδα του Ενιαίου Συνασπισμού το καλοκαίρι του 1989.

Βασανιστήρια για τη φυσική του εξόντωση

Επιστρέφοντας από το Λακκί της Λέρου | 
Ο άνθρωπος που σε πολύ νεαρή ηλικία, κάτω από δύσκολες και αντίξοες συνθήκες, κατάφερε το ακατόρθωτο: να νικήσει τον θάνατο, καταφέρνοντας να τρυπήσει με τα δάχτυλά του το σακί με το τσιμέντο, με αποτέλεσμα να χυθεί λίγο λίγο πριν καταστραφούν οι πνεύμονές του. «Οσο απάνθρωπα κι αν βασάνισαν τους άλλους, η περίπτωση του Κώστα ήταν η μόνη απ' όσες έχω υπόψη μου κατά την οποία σημειώθηκε χωρίς κανένα πρόσχημα η φυσική του εξόντωση: Mετά από μέρες ξύλο, με δεκάδες ανοιχτές πληγές σ' όλο του το σώμα να αιμορραγούν, τον έδεσαν μπρούμυτα πάνω στο κρεβάτι του κελιού με τα χέρια πίσω με χειροπέδες, στοίβαξαν πάνω του ένα σακί τσιμέντο και τον άφησαν να πεθάνει μόνος του μέσα στο κελί, αργά, από ασφυξία. Ενας θάνατος παρόμοιος μ’ αυτόν του Μεσαίωνα, όταν έβαζαν μια μεγάλη πέτρα πάνω στο στήθος του κρατούμενου και συνέχιζαν να τον ανακρίνουν μέχρι να αφήσει την τελευταία του πνοή με συνθλιμμένους τους πνεύμονες». Η περιγραφή της Νάντιας Βαλαβάνη για τα βασανιστήρια της χούντας αποτυπώνει την αρρωστημένη λογική και πρακτική των χουντικών βασανιστών, που στην περίπτωση του Κώστα Κάππου δεν είχαν άλλο στόχο παρά τον θάνατό του.

Κομμουνιστής όχι στα λόγια αλλά στα έργα

«Ηταν τύχη να τον έχεις σύντροφο, ήταν τιμή να τον έχεις αντίπαλο». Σε δυο φράσεις συνοψισμένη η ζωή και η πορεία του. Σε όσους τον γνώρισαν και τον έζησαν από κοντά άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του. Στον κομματικό, ιδεολογικό και καθημερινό του βίο. Ηξερε τι σημαίνει να είσαι κομμουνιστής όχι μόνο στα λόγια αλλά και στα έργα. Ενα παράδειγμα: Φεύγοντας από βουλευτής και παίρνοντας τη σύνταξή του, σε μηναία βάση, είχε κανονίσει σε ποιους και πόσα λεφτά έπρεπε να δίνει. Ανθρώπους και παλιούς αγωνιστές που δεν κατάφερναν να τα βγάλουν πέρα σε οικονομικό επίπεδο τους είχε πάντα υπό την «οικονομική προστασία» του και, το κυριότερο, χωρίς να το μάθει ποτέ κανείς. Υπήρξε περίπτωση παλιού στελέχους του ΚΚΕ το οποίο ζούσε για πολλά χρόνια σε χώρα του πρώην ανατολικού μπλοκ και όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, το βοήθησε και το στήριξε οικονομικά μέχρι το τέλος της ζωής του. Υπήρξε περίπτωση που επτά χρόνια μετά τον θάνατό του, το 2012, έφτασε ένα γράμμα από τη Μυτιλήνη, με το οποίο άνθρωπος μεγάλης ηλικίας του ζητούσε χρήματα για να αγοράσει ένα αναπηρικό αμαξίδιο για τη γυναίκα του!

Μία ατέλειωτη πληρωμή «χρεών» ήταν όλη του η ζωή

Η κοινοβουλευτική και συγγραφική του δράση

Τα δεκαπέντε χρόνια της κοινοβουλευτικής παρουσίας του εκπροσώπησε επάξια τα συμφέροντα των απλών ανθρώπων, του λαού, των εργατών και των εργαζομένων. Δεν δίστασε να κοντραριστεί όπου το θεωρούσε σκόπιμο και αναγκαίο. Αναδεικνύοντας τα προβλήματα των απλών ανθρώπων και προτείνοντας λύσεις που θα έφερναν ανακούφιση.
«1985». Η εκλογή του Χρήστου Σαρτζετάκη στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα αποτέλεσε έκπληξη, όταν όλοι περίμεναν πως θα στηρίξει για ακόμη μια φορά τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Το ΚΚΕ για μία και μόνη φορά στα δεδομένα της νεότερης πολιτικής μας ιστορίας στηρίζει την επιλογή του Ανδρέα Παπανδρέου για τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Ενα ζήτημα που οι ιστορικοί του μέλλοντος θα πρέπει να προσπαθήσουν να αποκρυπτογραφήσουν όταν θα ασχοληθούν εντατικά με τα ζητήματα της Αριστεράς κατά τη δεκαετία του '80.
Στην πρώτη ψηφοφορία, που έγινε στις 17 Μαρτίου 1985 και απαιτούνταν για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας 200 ψήφοι, καταμετρήθηκαν τρία λευκά και τρία άκυρα. Η Νέα Δημοκρατία απείχε από την ψηφοφορία. Στη δεύτερη ψηφοφορία, στις 23 Μαρτίου 1985, καταμετρήθηκαν τρία άκυρα και ένα λευκό και στην τρίτη ψηφοφορία καταμετρήθηκαν πέντε άκυρα και ένα λευκό…
Ο Χρήστος Σαρτζετάκης έχει εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας με την ψήφο του αείμνηστου Γιάννη Αλευρά, προέδρου τότε της Βουλής και εκτελούντος χρέη Προέδρου της Δημοκρατίας μετά την παραίτηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Ο Κ. Κάππος δεν δίστασε να συγκρουστεί και με τους πολιτικούς του αντιπάλους εντός του Κοινοβουλίου. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα: Tον Μάη του 1987, ο Ανδρέας Παπανδρέου, στην ομιλία του για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, μιλώντας προς το ΚΚΕ, σημείωσε πως «είναι κρίμα που δεν έφτασε ο αέρας του Γκορμπατσόφ στην Ελλάδα», υπονοώντας πως είναι αρτηριοσκληρωτικό κόμμα.
Ο Κ. Κάππος σε νομοσχέδιο για το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (ΝΑΤ), ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ, έμμεσα απάντησε στον Ανδρέα Παπανδρέου σημειώνοντας πως «δεν μπορεί ο κ. Ανδρέας Παπανδρέου να λέει πως θα σβήσει το ΚΚΕ, που τόσα πολλά και τόσες θυσίες έχει κάνει, τη στιγμή που αυτός προσκύνησε τον Παττακό για να πάρει διαβατήριο επί χούντας».
Από τις σημαντικότερες αναφορές δράσης του Κ.Κάππου, που δημιούργησε «περιστροφικές αναταράξεις» εντός ΚΚΕ, αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς πως εκείνες τις μέρες ετοιμαζόταν η κομματική αναβάθμισή του, η οποία τελικά δεν ήλθε ποτέ.
«Φάκελος της Κύπρου». Μια κομβική κοινοβουλευτική στιγμή για ένα από τα ζητήματα που ταλανίζουν την Ελλάδα εδώ και δεκαετίες. Με καταθέσεις στοιχείων από πολλούς εκ των πρωταιτίων (φανερών και μη) για το θέμα.
Με τον Κ. Κάππο να συμμετέχει στην Επιτροπή και στο τέλος, πέρα και κόντρα στις κομματικές και όχι μόνο γραμμές-νόρμες, να προχωράει στην έκδοση του βιβλίου «Εγκλημα εναντίον της Κύπρου», φωτίζοντας άγνωστες πτυχές των συνεδριάσεων της Επιτροπής.
Ενα βιβλίο που δείχνει και αναδεικνύει πολλά. Αναδεικνύει τους «έμμεσα» και «άμεσα» εμπλεκόμενους. Τους «φταίχτες» και τον κύριο ένοχο για την τραγωδία της Κύπρου.
Ενα πρόβλημα μείζονος σημασίας για την Ελλάδα των τελευταίων πενήντα και πλέον χρόνων, το οποίο πρέπει να βρει εκείνη την τελική λύση που θα δίνει ένα ουσιαστικό αποτέλεσμα και όχι μπαλώματα που μπερδεύουν την κατάσταση.
«1989». «…αποκορύφωμα αυτής της στάσης υποταγής είναι η στήριξη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας από τον Συνασπισμό. Αυτό σημαίνει πως δίνοντας στη Νέα Δημοκρατία “πιστοποιητικό δημοκρατικότητας”, της ανοίγουμε τον δρόμο ώστε στις επόμενες εκλογές να κυριαρχήσει με τις εξής συνέπειες: επιβολή του νεοσυντηρητισμού, λιτότητα για την εργατική τάξη και όλους τους εργαζόμενους, περιορισμό των κοινωνικών δαπανών και προνόμια στο μεγάλο κεφάλαιο, στα μονοπώλια.
»Εφαρμογή μιας εξωτερικής πολιτικής ανοιχτά υποταγμένης στα κελεύσματα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και του ΝΑΤΟ, διαιώνιση της παραμονής των αμερικάνικων βάσεων στη χώρα μας. Εφαρμογή αυταρχικής πολιτικής απέναντι στην εργατική τάξη και τους εργαζόμενους για να περάσουν ο νεοσυντηρητισμός, η λιτότητα και η εξάρτηση.
Οφείλω να υπογραμμίσω και πάλι ότι ήμουν αντίθετος και στη συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, για τον λόγο ότι η ηγεσία του εξυπηρέτησε και εξυπηρετεί, με διάφορους τρόπους, τα ίδια συμφέροντα της άρχουσας τάξης και του ιμπεριαλισμού».

Μετά το 1989

Φεύγοντας από τη Βουλή και γλιτώνοντας ουσιαστικά από ένα καθημερινό «μαρτύριο», αποφασίζει να ασχοληθεί με τη μελέτη και τη συγγραφή. Ολοκληρώνει μετά από περίπου έντεκα χρόνια την «Κριτική του Σοβιετικού Σχηματισμού». Μια ιδιαίτερη μελέτη για το τι πραγματικά συνέβη στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, προξενώντας αντιδράσεις από την πλευρά «κάποιων» που έφτασαν στα όρια της λασπολογίας και της χυδαιότητας.
Ξεκαθαρίζει τι θα κάνει με το ζήτημα της βουλευτικής σύνταξης. «Οταν έφτασε η στιγμή της βουλευτικής αποζημίωσης, τα πράγματα άρχισαν να “δυσκολεύουν” πολύ. Επρεπε σε μικρό χρονικό διάστημα να αποφασίσει πώς θα διατεθούν τα χρήματα τα οποία ήταν ιδιοκτησία άλλων, όπως συνήθιζε να λέει χαρακτηριστικά. Κάναμε διάφορες κουβέντες για να βρεθεί η καλύτερη λύση. Επεσαν πολλές ιδέες στο τραπέζι χωρίς όμως να βρούμε την πρόσφορη λύση. Μετά από δύο μέρες εξαντλητικών συζητήσεων χωρίς αποτέλεσμα, έρχεται σε ανύποπτο χρόνο η μητέρα μου λέγοντας μια αξέχαστη ατάκα: “Γιατί δεν στέλνετε τα λεφτά στην Κούβα, για να βοηθήσουμε κι εμείς λίγο την Επανάσταση;”. Αμέσως ξεκίνησαν όλες οι απαραίτητες κινήσεις για να υλοποιηθεί η ιδέα. Από τη στιγμή εκείνη μέχρι την ημέρα που πέθανε, έδινε τη μισή βουλευτική του σύνταξη στον λαό της Κούβας και την υπόλοιπη στο ΚΚΕ. Για τον εαυτό του κρατούσε μόνο ένα μικρό κομμάτι για να μπορεί να καλύπτει τις στοιχειώδεις ανάγκες της οικογένειάς του» (www.kostaskappos.gr).
Kλείνοντας, με τα σωστά και τα λάθη τούτο το αφιέρωμα, ας θυμηθούμε δύο γραμμές που γράφτηκαν πέρυσι τέτοιες μέρες και συνοψίζουν τη ζωή του Κώστα Κάππου.
Αντιγράφουμε, συμφωνώντας πλήρως:
«Tέλος. Αυτό που σφραγίζει τη μοναδικότητα του Κώστα ήταν ότι θεωρούσε τη γνώμη, την άλλη άποψη, τη διαφωνία, οξυγόνο για το κόμμα. Κι όχι με μουρμούρες στους διαδρόμους του Περισσού, αλλά με περίσσευμα θάρρους, ξεπερνώντας τα κομματικά ταμπού και το κομματικό τελετουργικό - να λες τη γνώμη σου, αρκεί να βοηθάει. Κι έτσι έπρεπε να αντέξει στο τέλος την έσχατη δοκιμασία - άγιος του κομμουνισμού και να αποβληθεί από τις τάξεις της κομματικής εκκλησίας.
Μια ατέλειωτη πληρωμή χρεών ήταν όλη του η ζωή. Στο κόμμα, στους γύρω του, στην υπόθεση του κομμουνισμού, στην επανάσταση. Αναρωτιέμαι τώρα, και φαντάζομαι ότι δεν είμαι ο μόνος: Ξεχρέωσε ή ακόμη έχουμε να λαμβάνουμε απ' αυτόν;».
Στις 2 Οκτωβρίου 2017 θα πραγματοποιηθεί υπό την αιγίδα του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων τιμητική εκδήλωση για τον Κώστα Κάππο και θα γίνουν τα εγκαίνια έκθεσης για την πολιτική και κοινοβουλευτική παρουσία του. Το αμέσως επόμενο διάστημα θα υπάρξει πληρέστερη ενημέρωση από την πλευρά του Ιδρύματος της Βουλής.
Oι φωτογραφίες του αφιερώματος προέρχονται από το προσωπικό αρχείο της οικογένειας.
Οι αναφορές στον Νίκο Μπελογιάννη είναι «δανεισμένες» από άρθρο του «Κώστα Ισου», το οποίο δημοσιεύτηκε στο «Πριν» στις 2 Απριλίου 1995.

Επίμονος, σταθερός και συνεπής

Με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο | 
Γνώρισα τον Κώστα Κάππο το 1968, όταν τον έφεραν στο Λακκί της Λέρου, ύστερα από βασανιστήρια που υπέστη, μετά τη σύλληψή του, από τα όργανα της δικτατορίας, γιατί ως στέλεχος του ΚΚΕ αγωνιζόταν για την ανατροπή της. Στα χρόνια που ήμασταν στην εξορία διέκρινα, σε όλες τις εκδηλώσεις του στρατοπέδου, έναν σύντροφο σεμνό, δραστήριο, εργατικό και επίμονο στα διαβάσματα και στις μελέτες, κυρίως οικονομικού περιεχομένου, λόγω και της ειδίκευσής του σε θέματα οικονομίας. Εναν σταθερό και συνεπή αγωνιστή.
Ηταν ένας κομμουνιστής που συμμετείχε ενεργά σε όλες τις δραστηριότητες των συνεξορίστων μας, σε όλα όσα αποφάσιζε η Ομάδα Συμβίωσης του Στρατοπέδου.
Συναντηθήκαμε αργότερα, όταν απολυθήκαμε και οι δύο από την εξορία. Συγκεκριμένα, μια βδομάδα μετά την απόλυσή μου από τον στρατό, στις 29/10/1972, κι ύστερα από ένα κρασί, ο Κώστας, ο Δημήτρης κι εγώ, πήρα σύνδεση και εντάχθηκα στη δουλειά της παράνομης οργάνωσης της ΚΝΕ. Ο Κώστας τότε ήταν μέλος του γραφείου του Κ.Σ. της ΚΝΕ.
Ξανασυναντηθήκαμε μετά την κατάρρευση της δικτατορίας, όταν βγήκε από τη φυλακή, ύστερα από σκληρότατα βασανιστήρια από την ΕΣΑ στο Μπογιάτι, κι εμείς γυρίσαμε από τη Γυάρο στις 25 Ιούλη 1974.
Αμέσως μετά, στα πλαίσια της δουλειάς του κόμματος και ύστερα στην Κ.Ε. του κόμματος, στους καθημερινούς αγώνες της εργατικής τάξης και των εργαζομένων, ο Κώστας και με την ιδιότητα του βουλευτή ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή. Εκείνα τα χρόνια γνώρισα ακόμα καλύτερα τον χαρακτήρα του και είδα στη δουλειά του τον ακούραστο εργάτη του κόμματος, που έδινε τα πάντα για την υλοποίηση των αποφάσεων. Η εργατικότητα, η σεμνότητα, η ανιδιοτέλεια, η μελέτη και η αναζήτηση, η δράση για την υπεράσπιση των θέσεων του κόμματος, η προσπάθεια για την προώθησή τους στους εργάτες, στον λαό ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά του, σε όλα εκείνα τα χρόνια. Αγωνίστηκε για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης, για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, για τον σοσιαλισμό.
Αρκετοί άνθρωποι έβλεπαν τον Κώστα Κάππο μόνο με τη βουλευτική του ιδιότητα, που είχε στα πλαίσια του καταμερισμού της δουλειάς του κόμματος. Ωστόσο, η δράση του ήταν πολύμορφη. Η συμμετοχή του σε περιοδείες, οι συγκεντρώσεις, η επικοινωνία του με τους εργάτες, με τους ανθρώπους του μόχθου ήταν σχεδόν μόνιμη. Τα πολλά κοινοβουλευτικά του καθήκοντα, άλλωστε -ήταν λίγοι οι βουλευτές μας τον πρώτο καιρό-, δεν τον εμπόδιζαν να βρίσκεται κοντά στους εργαζόμενους. Στοιχείο απαραίτητο για όλους μας ανεξάρτητα από κομματική χρέωση. Παρά τη διαφοροποίησή του από την απόφαση του κόμματος για την κυβέρνηση Τζαννετάκη και την απομάκρυνσή του, έμεινε και στο υπόλοιπο της ζωής του μάχιμος και κοντά στο κόμμα.
Σπύρος Χαλβατζής
Τιμή στη μνήμη του

Ενας υψηλού ήθους και ανιδιοτελής αγωνιστής

Σε εκδήλωση για την απελευθέρωση της Αθήνας το 1983 | 
Συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση και λείπει 12 χρόνια από κοντά μας ο αξέχαστος σύντροφος Κώστας Κάππος, που πάλεψε ολόθερμα για την «Επανάσταση που έρχεται». Ενας υψηλού ήθους και ανιδιοτελής κομμουνιστής, της ταξικής πάλης αδιάλλακτος υπερασπιστής. Στην απουσία του, μετράμε τη διαχρονική συμβολή και την ουσία του.
Ο Κώστας Κάππος αφιέρωσε όλη τη ζωή του στην ευγενική πάλη για «να ξημερώσουν καλύτερες μέρες, χωρίς πείνα και πόλεμο». Με την αγέρωχη και παλικαρίσια στάση του απέναντι στα φρικτά βασανιστήρια της αμερικανοκίνητης φασιστικής χούντας. Με την ακούραστη και μαχητική προβολή των εργατικών, αγροτικών και λαϊκών συμφερόντων στη Βουλή. Με τη συμβολή του στην Ανακριτική Επιτροπή της Βουλής για το έγκλημα εναντίον της Κύπρου το 1974. Με την περήφανη στάση του το 1989 εναντίον της άθλιας και ολέθριας συγκυβέρνησης Τζαννετάκη, στάση που, μαζί με το «δεν θα πειθαρχήσω» του Γιώργου Γράψα, έσωσε την τιμή και την υπόληψη όλης της Αριστεράς. Με τη μεγάλη θεωρητική συμβολή του στον μαχόμενο μαρξισμό, με τα βιβλία του για την «Ε.Ε. εναντίον των λαών», την «κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Ελλάδα», την «ταξική διάρθρωση της σύγχρονης Ελληνικής Κοινωνίας» και κυρίως με τη βαθιά θεμελιωμένη «Κριτική του Σοβιετικού σχηματισμού», που προκάλεσε αντιπαραθέσεις αλλά και γόνιμο προβληματισμό στους αριστερούς ανθρώπους. Με τη συνολική στάση ζωής του, αναδείχθηκε σε έναν πηγαίο μαζικό διαπαιδαγωγητή και όχι σε συνήθη «αφ' υψηλού καθοδηγητή» για τις χιλιάδες των νέων κομμουνιστών του αντιδικτατορικού αγώνα και της μεταπολίτευσης.
Συνοψίζοντας, ο Κώστας Κάππος ήταν αδιάλλακτος απέναντι στους ταξικούς και πολιτικούς αντιπάλους μας (π.χ. στον Α. Παπανδρέου) από θέση αρχών, αυστηρά απαιτητικός από τους συντρόφους με βάση τις ανάγκες των καιρών, με βαθιά πίστη στην εργατική τάξη και στο δίκιο των λαών, ρομαντικός εραστής του κομμουνισμού, ως «μαχητικής σημαίας όλων των ελευθεριών».
4/9/2017
Δημήτρης Δεσύλλας, Μέλος ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

{[['']]}

Ο άνθρωπος που δολοφόνησε το Aπαρτχάιντ

Nα σκοτώσεις μέσα στην Βουλή της Νότιας Αφρικής με τέσσερις μαχαιριές τον πρωθυπουργό - οραματιστή του απαρτχάιντ Εντρικ Φερβούρτ και, όταν πεθάνεις, έγκλειστος σε ψυχιατρείο, να μη βάλουν στον τάφο σου ούτε καν μια πλάκα με τ' όνομά σου, μόνο μία πέτρα ανάμεσα σε δύο «κανονικούς» τάφους για να δηλώνει ότι κι εκεί υπάρχει θαμμένος κάποιος, υπερβαίνει και τον σουρεαλισμό, και την έννοια της αχαριστίας.
Αλλά μάλλον θα έκανε τον εκτελεστή του ρατσιστή πρωθυπουργού να χαμογελάσει ειρωνικά. Τριάντα περίπου χρόνια μετά τη δολοφονία, ασπρομάλλης πια ο Δημήτρης Τσαφέντας, αυτός είναι ο μετέπειτα νεκρός κάτω απ' την πέτρα, φοράει τη ριγέ ρόμπα των τροφίμων στα ψυχιατρεία της Νότιας Αφρικής, φοράει καμπόικο πράσινο καπέλο, κάθεται σε αναπηρικό καροτσάκι, είναι ροδομάγουλος και καλοξυρισμένος, μιλάει άνετα, δείχνει χαρούμενος και με αυτοπεποίθηση και λέει έχοντας σταυρωμένα τα χέρια:  «(Ο Φερβούρτ) ήταν ένας ανήθικος άνθρωπος και αποφάσισα να τον μαχαιρώσω. Και τον σκότωσα». Στα τελευταία λόγια ξεσταυρώνει τα χέρια και αναπαριστά τη μαχαιριά που έδωσε στο στήθος του Φερβούρτ, που καθόταν στην πρωθυπουργική καρέκλα.
Ήταν 6 Σεπτεμβρίου 1966, ο «έγχρωμος» Μίμης Τσαφέντας, γεννημένος το 1918 στη Μοζαμβίκη από τον Μανώλη Τσαφεντάκη και τη Μοζαμβικιανή Αμίλια Βίλιανς, εργαζόταν στη Βουλή ως κλητήρας και είχε εύκολη πρόσβαση. Ηταν η κατάληξη μιας οδύσσειας που άρχισε από τη γέννησή του.
Στην Αλεξάνδρεια Ο πατέρας δεν παντρεύτηκε την υπηρέτρια-μάνα του, αλλά αναγνώρισε τον γιο και τον έστειλε στη γιαγιά, στην Αλεξάνδρεια, όπου έζησε τα καλύτερά του χρόνια, ωσότου η γιαγιά, που του μάθαινε κρητικά τραγούδια, δεν μπορούσε να τον φροντίζει και τον έστειλε πίσω. Εν τω μεταξύ η μάνα του είχε χαθεί, ο πατέρας είχε παντρευτεί Ελληνίδα, κι είχε έναν γιο και μία κόρη. Οι δυσκολίες άρχισαν νωρίς για τον μικρό Μίμη και πολλαπλασιάστηκαν όταν οι γονείς του μετακόμισαν στην Νότια Αφρική, όπου κάθε μιγάς είναι μέχρι σήμερα ανεπιθύμητος από άσπρους και μαύρους.
Ο ψηλός, ευφραδής, παράξενος και ευφυής Δημήτρης Τσαφέντας το κατάλαβε γρήγορα, έγινε ακόμα πιο παράξενος και βρήκε αντίδοτο τα ταξίδια. Ναυτικός. Μίλαγε οχτώ γλώσσες, περιπλανήθηκε μία εικοσαετία σ' όλο τον κόσμο, νοσηλεύθηκε σε νοσοκομεία ή ψυχιατρεία διάφορων χωρών, ήρθε και στην Ελλάδα αλλά δεν ρίζωσε, επέστρεψε στη Νότια Αφρική, όπου τον κήρυξαν ανεπιθύμητο οχτώ φορές, αλλά πάντα έβρισκε τρόπο να μπαίνει παράνομα, δούλευε όπου μπορούσε, ήταν κομμουνιστής και χριστιανός, αν κι έλεγε πως δεν ήθελε να τον θάψουν ως έλληνα ορθόδοξο, τον κατέδιδαν στην αστυνομία που τον θεωρούσε τρελό, τον απέλαυναν (όπως σε Ευρώπη και Αμερική), ξανάμπαινε, σχετίστηκε σοβαρά με μια Νοτιοαφρικανή, ζήτησε να διαγραφεί από τα μητρώα ως μιγάς και να καταγραφεί ως μαύρος: «Η σημαία μας να είναι ένα μπλε λιβάδι με ουράνιο τόξο». Τότε προσελήφθη ως κλητήρας στη Βουλή και οργάνωσε το μοναχικό του σχέδιο. Αγόρασε πιστόλι από ναυτικούς ενός ελληνικού πλοίου. Το πιστόλι ήταν ψεύτικο και αγόρασε μαχαίρι.
Στις φυλακές Πήγε για δουλειά στη Βουλή, πλησίασε τον ολλανδικής καταγωγής πρωθυπουργό Φερβούρτ, και του έριξε τέσσερις μαχαιριές. Συνελήφθη, αλλά δεν δικάστηκε ποτέ. Ελεγε πως μια ταινία στο στομάχι του του είπε να μαχαιρώσει τον Φερβούρτ κι ο δικαστής δήλωσε πως δεν μπορεί να τον ανακρίνει γιατί δεν μπορεί να ανακρίνει ένα σκυλί. Το σκυλί το μάζεψε ο μπόγιας και το μάντρωσε στις φυλακές υψίστης ασφαλείας στην Πρετόρια. Ουρούσαν κι έφτυναν μέσα στο φαγητό του, τον βασάνιζαν, αλλά ο Τσαφέντας άντεξε, συχνά τραγούδαγε τα κρητικά τραγούδια της παιδικής του ηλικίας, ενώ βρήκε για λίγο συντροφιά στον έλληνα αντιρατσιστή Αλέξη Μομπούρη, που σύντομα δραπέτευσε με περιπετειώδη τρόπο.
Η ιδιορρυθμία, η ενδεχόμενη «παραφροσύνη», το χρώμα του, συνετέλεσαν ώστε η πράξη του να μη μνημονεύεται, ακόμα και μετά το τέλος του απαρτχάιντ. Τότε μεταφέρθηκε σε ψυχιατρείο εις ένδειξη υποτυπώδους αναγνώρισης που έλαβε όμως υπόψη ότι ο Τσαφέντας δεν ανήκε πουθενά. Ούτε στους λευκούς ούτε στους μαύρους. Αφού μπορούσε να αποφύγει τα δεινά του ρατσισμού, γιατί σκότωσε; Κανείς δεν τόνισε ποτέ τον ρόλο που, εξ αντικειμένου, έπαιξε η δολοφονία του Φερβούρτ.
Πληρώνοντας την αυτονομία του και την έλλειψη σαφούς πολιτικού λόγου, ο Τσαφέντας αντιμετωπίστηκε ως παρείσακτος, σαν να τους έκλεβε τη δόξα της κατάργησης του ρατσισμού. ―Οσα δεν έκανε η απελευθερωθείσα Νότια Αφρική έκαναν όσοι έμαθαν ή θυμόντουσαν τον παράξενο Ελληνα από μαύρη μάνα που μαχαίρωσε το απαρτχάιντ κι έλιωνε στη φυλακή και στο ψυχιατρείο, ξεχασμένος κι από αυτούς που του όφειλαν ξεροκόμματα, έστω, ηθικής ανταμοιβής. Πέθανε στις 10 Οκτωβρίου 1999. Δεν υπήρξε καμία επίσημη εκπροσώπηση στην κηδεία. Η ζωή του έγινε βιβλίο («Αναπαράσταση μιας δολοφονίας», Ενκ βαν Βούρντεν, εκδ. «Κέδρος»), ντοκιμαντέρ (Μανώλη Δημελλά: Live and let live, Οδοιπορικό στην ταραχώδη ζωή του Δημήτρη Τσαφέντα), θεατρικό έργο (Αντονι Σερ: «Δελτίο Ταυτότητας») κ.ά. Τα μαύρα σκυλιά γαβγίζουν απ' τον τάφο τους τους επιλήσμονες.
{[['']]}

Τι είναι η αγάπη; Ο Νίκος Καζαντζάκης απαντά με τον δικό του μοναδικό τρόπο

Δεν είναι συμπόνια μήτε καλοσύνη...
Στη συμπόνια είναι δύο, αυτός που πονάει κι αυτός που συμπονάει. Στην καλοσύνη είναι δύο, αυτός που δίνει κι αυτός που δέχεται.
Μα στην αγάπη είναι ένας...
Σμίγουν οι δύο και γίνοναι ένα. Δεν ξεχωρίζουν...
Το εγώ κι εσύ αφανίζονται.
Αγαπώ θα πει χάνομαι…

Νίκος Καζαντζάκης

Πόση αγάπη έδωσε ο Νίκος Καζαντζάκης στην  Ελένη Σαμίου και πήρε. 92 χρόνια έχουν περάσει από την ημέρα της γνωριμίας ενός από τον μεγαλύτερων στοχαστών παγκοσμίως, με τη μετέπειτα σύζυγό του. Μία ιστορία αγάπης, σεβασμού, συντροφικότητας και αφοσίωσης, που δοκιμάστηκε επί 32 χρόνια και πέρασε στην αιωνιότητα. Η θετή εγγονή της συζύγου του Νίκου Καζαντζάκη, η Νίκη Σταύρου γράφει για το People την υπέροχη ιστορία αγάπης τους.

«Στην Ελένη χρωστώ όλη την καθημερινή ευτυχία της ζωής μου», γράφει ο Νϊκος Καζαντζάκης για την πολυαγαπημένη σύντροφο της ζωής του. «Χωρίς αυτή θα ’χα πεθάνει τώρα και πολλά χρόνια. Συντρόφισσα γενναία, αφοσιωμένη, περήφανη, έτοιμη για κάθε πράξη που θέλει αγάπη».

Η Ελένη Σαμίου γεννήθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 1903, με ρίζες από τη Μικρά Ασία και την Κρήτη. Σε ένα πολύ σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα γράφει: «Πήρα μόνο δίπλωμα Γυμνασίου το 1919. 15 χρονών έμεινα ορφανή από μάνα και πατέρα. Οι κηδεμόνες, αν και Καθηγητές Πανεπιστημίου, φρονούσαν πως τα “ορφανά” δεν σπουδάζουν. Γίνονται ράφτρες ή καπελούδες. Κι ας έχουν όση περιουσία χρειάζεται (και παραπάνω!) για να κάνουν καλές σπουδές. Το 1924 γνώρισα τον Νίκο».

Και από εκεί αρχίζει μια γλυκιά ιστορία αγάπης και απόλυτης αφοσίωσης. Ήταν 18 Μαΐου 1924, όταν η Ελένη ήταν είκοσι ενός ετών, και ο Νίκος σαράντα ενός. Η Ελένη περιγράφει τη συνάντησή τους στις πρώτες σελίδες του Ασυμβίβαστου τη βιογραφία του Νίκου Καζαντζάκη, που εκείνος της ζήτησε να γράψει:

Η Ελένη είχε γνωρίσει πρώτα την πρώτη του γυναίκα, τη Γαλάτεια, όταν ήδη εκείνη είχε χωρίσει με τον Νίκο και είχε ήδη αρχίσει να ζει με τον Μάρκο Αυγέρη. Η Γαλάτεια, είχε επηρεάσει αρνητικά την Ελένη, τόσο που η νεαρή κοπέλα δεν ήθελε καν να τον γνωρίσει: «Επηρεασμένη,» γράφει «ως φαίνεται, από το μυθοπλαστικό μπρίο της γυναίκας του, αρνήθηκα την πρόσκλησή της να πάω με την παρέα της στο σταθμό Λαρίσης να υποδεχτούμε το «τέρας», πού θα ερχόταν από τη Γερμανία στις 5 του Μάη το 1924.» Και όμως, μερικές ημέρες μετά, οι φίλες της Ελένης, η Καίτη και η Μαρίκα Παπαϊωάννου, την πίεζαν αφόρητα να τον γνωρίσει. «Είναι ψηλός σαν κυπαρίσσι, όμορφος, αφάνταστα διαβασμένος και χαριτολόγος… Κανείς δεν του παραβγαίνει στις ιστορίες…

Ανεπανάληπτος…» Και το χειρότερο, δεν τον χωρούσε ο τόπος. «Πολύ γρήγορα θ’ ανοίξει την πόρτα να φύγει… θα πετάξει το πουλί, πάει, θα χαθεί η μοναδική ευκαιρία να γνωρίσεις κι εσύ μια μεγάλη προσωπικότητα». Και δέχτηκε η Ελένη, και να τους τώρα, γράφει, στη Δεξαμενή, τη νύχτα της 17ης Μαΐου, με αντιφατικές φήμες να αντηχούν στα αυτιά της: «Το γέλιο του ακούγεται ένα μίλι μακριά…» ή «Του αρέσουν οι γυναίκες…» ή «Τρώει και πίνει σα δράκος…» ή «Δεν τρώει τίποτα… σωστός ασκητής…».


«Σχεδόν εχθρική στην αρχή», λέει η Ελένη, «χωρίς να το καλοξέρω, άρχισα σιγά – σιγά να παραδίνω τα όπλα. Τη νύχτα εκείνη θα σκαρφαλώναμε στην Πεντέλη, για να βρεθούμε τα ξημερώματα από την άλλη πλευρά, στην παραλία της Ραφήνας, ο Οδοιπορικός Σύλλογος, μια εικοσαριά νέοι και νέες, φυσιολάτρες. Για να φτάσουμε στους πρόποδες του βουνού, θα παίρναμε το «θεριό», το θρυλικό εκείνο τραινάκι, που κούτσα-κούτσα έκανε τη διαδρομή Αθήνα-Μαρούσι-Κηφισιά. Το φεγγάρι πήγαινε να μεσουρανήσει, όταν τον πήρε το μάτι μου. Με βήματα λίγο-λίγο πηδηχτά, στητός σαν κυπαρίσσι, τεράστιο μέτωπο, βαθουλά μάτια πού έμοιαζαν μαύρα κάτω από τα πυκνά φρύδια, αυτιά λεπτοσκαλισμένα. Φορούσε ένα πλατύγυρο καπέλο ψάθινο και στο χέρι κρατούσε ένα ροζ γυάλινο βάζο, όπου έπλεαν μέσα σε λαδόξιδο σαρδέλες του βαρελιού. Δε θυμούμαι τα πρώτα του λόγια, μα τα δυο βαθιά αυλάκια, που έσκαβαν το πρόσωπο του, μου έκαναν μεγάλη εντύπωση. Γιατί απ’ όλες τις κοπέλες, που ήμασταν εκεί, διάλεξε εμένα; Το ήξερε τάχα ο ίδιος; Στο μισοσκόταδο του βαγονιού άρχισε αμέσως τα ερωτήματα, που τ’ άκουσα τόσες φορές κατοπινά στη ζωή μας.

Όταν το πρωί έφτασαν πια στη Ραφήνα, ο Νίκος έμεινε δίπλα στην Ελένη όλη μέρα, προφυλάσσοντάς την με το κορμί του για να μην την κάψει ο ήλιος. Και δεν άλλαζε θέση, παρά μόνο όπως προχωρούσε και ο ήλιος. Από τότε δεν χωρίσανε ποτέ. Η οριστική τους συμβίωση σαν ζευγάρι, όμως, άρχισε από τη Ρωσία τον Αύγουστο του 1928, όταν την κάλεσε να τον συναντήσει στη Μόσχα. Κάποιος ακόμη και σήμερα μπορεί να φαντασθεί πόση τόλμη χρειαζόταν η Ελένη για μια τέτοια παρέκκλιση από τα ήθη της εποχής. Αν δεχόταν την πρόσκλησή του, της είπε, δεν θα υπήρχε πλέον υπαναχώρηση και γυρισμός. Θα έπρεπε να μείνει για πάντα μαζί του. Θα γνώριζε δυσκολίες, φτώχεια, μέχρι και πείνα. Για ένα μόνο πράγμα έπρεπε να είναι σίγουρη: μαζί του δεν θα έπληττε ποτέ. Αλλά, της είπε, μπορεί και να μην τον ήξερε καλά, προκειμένου να πάρει μια τελεσίδικη απόφαση, καθοριστική για τη ζωή της. Γι’αυτό τη συμβούλευσε να πάει στο Ντύσσελντορφ της Γερμανίας και να ζητήσει τη γνώμη της Έλσας Λάνγκε, φίλης και πρώην ερωμένης του.

Τα λίγα λόγια της Έλσας «βάραιναν στη ζυγαριά της Μοίρας μου», θα γράψει αργότερα η Ελένη: «Μπορείτε να τον εμπιστευτείτε. Μια φλόγα τον καίει κι όμως δε χάνει μήτε λεφτό την αίσθηση της ζωής. Ισορροπημένος, τέλεια φυσιολογικός… Κι ό,τι κι αν συμβεί, μη μετανιώσετε ποτέ που ακούσατε το κάλεσμά του. Είναι γυμνός σαν τον Άγιο Σεβαστιανό. Προφυλάξτε τον από τα βέλη». Έτσι έφυγε για τη Μόσχα η Ελένη και έμεινε από τότε για πάντα μαζί του. Έγινε τελικά η «λεπτεπίλεπτη» Αθηναία «το εφταγύναικο, το εφταπέτσινο σκουτάρι της ζωής του που καμιά σαγίτα δεν το περνάει».

Η Ελένη, τον καιρό της κατοχής, και της μεγάλης πείνας, στην Αίγινα, πήγαινε στις Φυλακές και έπαιρνε λίγο φαγητό από το συσσίτιο των φυλακισμένων για να μην πεθάνει από την πείνα ο Νίκος της. Και στην Antibes, στη Γαλλία, πήγαινε στην πλατεία της πόλης και μάζευε τα χαρούπια και τα έκανε κολιέ και τα πουλούσε στους τουρίστες για το πιάτο του Νίκου. Η Ελένη ήταν και αυτή συγγραφέας, και μάλιστα πολύ καλή, αλλά επέλεξε την αφιέρωσή της στην προαγωγή του έργου του συζύγου της. Το μέγεθος της προσφοράς της, ακόμη και σε τεχνικό επίπεδο, μπορεί να εκτιμηθεί και μόνον από το γεγονός ότι δακτυλογράφησε επτά φορές την Οδύσεια με τους 33.333 στίχους. Εκείνη τον προέτρεψε να ασχοληθεί με το μυθιστόρημα, από τις ιστορίες που της έλεγε τη νύχτα πριν κοιμηθούν.


Ο Νίκος και η Ελένη Καζαντζάκη συνέζησαν περίπου είκοσι χρόνια και στις 11 Νοεμβρίου 1945 τέλεσαν τον γάμο τους στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου Καρύτση στην Αθήνα. Με κουμπάρους τον Άγγελο Σικελιανό και τη γυναίκα του Άννα. Μάλιστα, τη διάρκεια της τελετής, συνειδητοποίησαν ότι είχαν ξεχάσει τις βέρες, οπότε και αμέσως ο Άγγελος και η Άννα έβγαλαν από τα δάχτυλά τους τις δικές τους και τις πέρασαν στα δάχτυλα του Νίκου και της Ελένης. Γι’αυτό και η βέρα της Ελένης γράφει «Άγγελος».

Ο Νίκος και η Ελένη ζούσαν τότε στην Αίγινα, με συχνά ταξίδια στο εξωτερικό, και από το 1946 τελικά εγκαταστάθηκαν στην Antibes, της νότιας Γαλλίας. Τους χώρισε ο θάνατος το 1957.

«Είμαι μια ηλεχτρική εγκατάσταση κι είστε το ηλεχτρικό ρέμα. Αν κοπεί, χάθηκα», της έγραψε πριν χρόνια πολλά ο Νίκος της. Αυτό το ηλεκτρικό ρεύμα κόπηκε την ημέρα των γενεθλίων του Νίκου Καζαντζάκη, στις 18 Φεβρουαρίου του 2003, στη 1:31 το μεσημέρι, όταν η Ελένη πήγε να βρει τον καλό της.

Κάθε επέτειο του θανάτου τού Νίκου, και όσο η δική μου ζωή φτάνει στο τέλος της, κάνω τον απολογισμό μου, τι έδωσα και τι πήρα από εκείνον, ύστερα από 32 ολόκληρα χρόνια κοινής ζωής. Η «κόκκινη γραμμή», που σημάδεψε την πορεία του και που εγώ θα την ονομάσω «ευθεία γραμμή», χαρακτήριζε και την απλή καθημερινή του ζωή. Δεν θυμάμαι ούτε μία πράξη του για την οποία θα έπρεπε να ντραπώ, ή και να προβληματιστώ ακόμα. Ήταν τόσο έντιμος, τόσο ακέραιος και τόσο ασυμβίβαστος που, όποιος είχε την τύχη να ζήσει μαζί του, στεκόταν στις άκρες των δαχτύλων του για να τον φτάσει. Έτσι ένιωθα εγώ όλα αυτά τα χρόνια μαζί του. Κάθε χρόνο που φεύγει, συμπαρασύροντας και μένα μαζί του, μεγαλώνοντας έτσι το χρονικό διάστημα από τότε που έφυγε ο Νίκος, τόσο βρίσκω να είμαι και πιο κοντά του, κάθε φορά και πιο πολύ, γιατί ξαναζώ τα χρόνια που ζήσαμε μαζί με μεγαλύτερη ένταση και ανείπωτη νοσταλγία. Όσο «το μεροκάματο τελεύει», σκέφτομαι πόσο τυχερή γυναίκα υπήρξα στη ζωή μου, γιατί ήταν όλα τόσο σωστά και ακέραια μαζί του όσο ένα κρυστάλλινο ποτήρι νερό, όπως ακριβώς έβλεπε εκείνος τη ζωή, που όσο κι αν πίνεις δεν ξεδιψάς. Έτσι ήταν και η ζωή μου μαζί του, ένα καθαρό, πεντακάθαρο ποτήρι νερό.

Πηγή: tvxs
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger