Προσφατες Αναρτησεις

Το τάγμα του Μαυροθαλασσίτη που έτρεμαν οι δωσίλογοι

Η επίθεση του ΕΛΑΣ στις φυλακές Αβέρωφ και η τελευταία ημέρα των Δεκεμβριανών
Οδός Κεδρινού, Αμπελόκηποι, 18 Δεκεμβρίου 1944:
Σαν σκιές 12 άνθρωποι περνούσαν σκυφτοί, με γοργά βήματα, από ερείπιο σε ερείπιο για να μην γίνουν αντιληπτοί. Από το μικρό λοφάκι που βρισκόντουσαν έβλεπαν απέναντι τον Λυκαβηττό και χαμηλότερα, στα αριστερά τους, το γήπεδο του Παναθηναϊκού. Ακριβώς μπροστά τους βρισκόταν ο μεγάλος στόχος τους. Οι φυλακές Αβέρωφ.
Εκεί βρίσκονταν οι μεγαλύτεροι προδότες και δωσίλογοι της χώρας. Οι συνεργάτες των κατακτητών Γερμανών που τώρα, τυπικά, τους φρουρούσαν δυνάμεις της Βασιλικής Χωροφυλακής μέχρι να δικαστούν.
«Ξαποστάστε, ανάψτε ένα τσιγάρο και ελέγξτε τον οπλισμό σας», ψιθύρισε ο αρχηγός της μικρής ομάδας. Από μακριά από τις φυλακές ακούγονταν συνεχώς πυροβολισμοί και εκρήξεις. Η μάχη είχε ανάψει για τα καλά. 
Όλοι τους ανήκαν στο 3ο Σύνταγμα Αθηνών του ΕΛΑΣ. 


Πέρασαν 10 λεπτά και η ομάδα, πάλι με χίλιες δυο προφυλάξεις, άρχισε να κατηφορίζει την Κεδρινού. Σε ένα σημείο που μια βόμβα από εγγλέζικο αεροπλάνο είχε δημιουργήσει κρατήρα, σταμάτησαν και έστησαν το οπλοπολυβόλο BAR. Τα χαμόσπιτα που υπήρχαν στα σύνορα του Γκύζη με τους Αμπελοκήπους τους προσέφεραν ένα ασφαλές μέρος. Εάν ο εχθρός έκανε αντεπίθεση, θα μπορούσαν να υποχωρήσουν και να διαφύγουν προς το Γαλάτσι. Το BAR, όμως, λάφυρο από τους «συμμάχους», έδινε εγγύηση ότι κανείς δεν θα τολμούσε να πλησιάσει. 

Ο μικρότερος της ομάδας, ο 17χρονος Ανδρέας, Αμπελοκηπιώτης, μέλος της ΕΠΟΝ, μεγάλωσε στην οδό Γυθείου και Δ. Πλακεντίας, ακριβώς δίπλα στο σπίτι που ιδρύθηκε η οργάνωση, είχε έτοιμες τις δεσμίδες και τις έδινε στον πολυβολητή, τον 30χρονο Γιώργο. Εκείνος είχε διπλώσει προσεκτικά το δίκοχο του ΕΛΑΣ και το είχε βάλει στην πίσω τσέπη του παντελονιού του. Είχε φέρει το μάτι του στο σκοπευτικό και έριχνε ευθεία προς τον μεγάλο τοίχο της φυλακής. Οι σφαίρες μανιασμένες χτυπούσαν, άφηναν μικρές σπίθες, σφήνωναν στο τσιμέντο και άνοιγαν τρύπες. 
«Βρε πώς αλλάζουν οι καιροί, εεε» είπε ο Γιώργος. «Επί Μεταξά μαρτυρήσαμε εκεί μέσα και τώρα…». Ο Ανδρέας σιγόνταρε με τον ήχο του οπλοπολυβόλου: «Και πού είσαι ακόμη. Σε λίγες ημέρες θα κατέβει και ο Άρης και η Αθήνα θα πέσει σε ένα απόγευμα». Πού να φανταζόταν ότι κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε ποτέ. 
Προ των πυλών

Κανένα κεφάλι χωροφύλακα δεν ξεμύτιζε από τον τοίχο. Είχαν καθηλωθεί. 
Μέσα στις φυλακές 100 χωροφύλακες είχαν ζαρώσει πίσω από τα μπετά. «Να επικοινωνείτε συνεχώς με τους Άγγλους, από τον ασύρματο, να σπεύσουν προς βοήθειά μας. Οι κομμουνιστές είναι προ των πυλών. Μοιράστε όπλα και στους κρατούμενους», ούρλιαζε ο επικεφαλής μοίραρχος Κώστας Δουκάκης, που πηγαινοερχόταν εδώ και εκεί και έδινε διαταγές. «Τι διάβολο», σκέφτηκε, «μέχρι τα προχθές έπαιρνα διαταγές από αυτούς και τώρα πρέπει να τους σώσω τη ζωή». Και πράγματι μέσα στις φυλακές υπήρχαν κρατούμενοι με την κατηγορία του «προδότη», μερικά από τα πιο ηχηρά ονόματα της χώρας. Τουλάχιστον εκείνα που δεν χωρούσαν να διαμείνουν στα κεντρικά ξενοδοχεία της πόλης, τα οποία είχαν γεμίσει από «υπό περιορισμόν» κατηγορούμενους για δωσιλογισμό. 

Στις φυλακές βρισκόταν ο στρατηγός Τσολάκογλου και ο Ιωάννης Ράλλης, που διετέλεσαν κατοχικοί πρωθυπουργοί, ο συνταγματάρχης των Ταγμάτων Ασφαλείας Πλυντζανόπουλος, που είχε ενεργή συμμετοχή στο μπλόκο της Κοκκινιάς και έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα των Γερμανών Έλληνες ουρλιάζοντας: «Η Κοκκινιά δεν είναι εδώ, η Γερμανία είναι εδώ. Πάρτε το χαμπάρι, θα πεθάνετε όλοι σας». Μέσα από τα τείχη ξεχώριζε επίσης και ο Νίκος Μπουραντάς, ο φόβος και ο τρόμος των Αθηναίων την περίοδο της κατοχής αλλά και ο Παπαδόγκωνας. 
Η ιστορία πάντα παίζει περίεργα παιχνίδια. Στα τείχη των φυλακών Αβέρωφ εξελισσόταν μια μάχη πρωτόγνωρη σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σε μια ρημαγμένη Ευρώπη που οι συνεργάτες των ναζί πλήρωσαν το τίμημα. Στην Ελλάδα όμως όχι. 
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, κάτω από τον Λυκαβηττό, χωροφύλακες υπεράσπιζαν τη ζωή ανθρώπων που αιματοκύλησαν τη χώρα στο πλευρό του κατακτητή. Τυπικά ήταν κρατούμενοι, η Ιστορία θα επιβεβαίωνε αυτό το «τυπικά» λίγες εβδομάδες αργότερα. 

Λίγο μακρύτερα, μέσα σε ένα πρόχειρο χαράκωμα που είχε «πιάτο» τον τοίχο των φυλακών, εκεί που χωρίζονταν οι ανδρικές από τις γυναικείες, ο καπετάνιος (ταγματάρχης του ΕΛΑΣ) Σταύρος Μαυροθαλασσίτης, πολεμιστής στα χώματα της Μικρασίας, έδινε συνεχώς διαταγές: «Θα πέσουν, δεν θα αντέξουν. Θα χτυπήσουμε εκεί ακριβώς ανάμεσα στους δυο τοίχους, με όλες μας τις δυνάμεις. Θέλω το BAR από ψηλά από τη Λουκάρεως να μην σταματήσει και να μας καλύπτει. Κρατήστε τρεις εφεδρείες, γιατί κάτι μου λέει ότι σε λίγο θα έρθουν και τα παιδιά με τα κοντά παντελονάκια». 

Σε λίγη ώρα μια έκρηξη έσπασε τα τύμπανα των εμπλεκομένων. Επικράτησε μια αφύσικη σιωπή. Από ψηλά στου Γκύζη ακούγονταν μόνο σποραδικές ριπές από το BAR. Όταν κάθισε η σκόνη, ο τοίχος των φυλακών Αβέρωφ είχε διαλυθεί. Ήταν μια άμορφη μάζα από πέτρες και χώματα. 
Φτερά στα πόδια

Εκτός από τις εφεδρείες που είχε προνοήσει ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ, όλη η δύναμη του 3ου Συντάγματος εφόρμησε στον διαλυμένο τοίχο. Οι δωσίλογοι έτρεχαν να κρυφτούν μέσα στη γυναικεία πτέρυγα, κάποιοι άλλοι με τα όπλα στο χέρι προκλητικά βγήκαν από τον τοίχο και άρχισαν να πυροβολούν. Με φτερά στα πόδια που δίνει ο φόβος, αφού ήξεραν τι τους περιμένει για τα εγκλήματά τους, κάποιοι έφτασαν στην Αλεξάνδρας και από κει κατευθύνθηκαν προς την Κηφισίας. 

Οι άνδρες του ΕΛΑΣ μπήκαν μέσα στις φυλακές. Οι περισσότεροι δωσίλογοι, συνεργάτες των Γερμανών, πέταξαν τα όπλα και άρχισαν να παραδίδονται. Οι περισσότεροι εκλιπαρούσαν για τη ζωή τους. Πολλοί είχαν ανάμεσα στο παντελόνι τους σημάδια από ούρα. Φόβος. Θα πλήρωναν για όσα είχαν κάνει με σκοπό το προσωπικό κέρδος. Εκατόν τριάντα δωσίλογοι σχημάτιζαν ουρά ο ένας πίσω από τον άλλον με τους άνδρες του ΕΛΑΣ δεξιά και αριστερά τους να είναι έτοιμοι να τους μεταφέρουν προς τις ανατολικές συνοικίες. 

«Θα καλοπεράσετε, πουλάκια μου», «Προδότες, πού είναι τα φιλαράκια σας να σας σώσουν», ακούγονταν λόγια προς τους προδότες που έτρεμαν. Ένας μαχητής του ΕΛΑΣ αναγνώρισε τον δωσίλογο που πρόδωσε τον αδερφό του. Τον πλησίασε, έβγαλε μια φωτογραφία. Του την έδειξε και τον έφτυσε στο πρόσωπο: «Τον θυμάσαι τον Κώστα από την Καισαριανή;» του είπε. 

Καθώς οι δωσίλογοι έβγαιναν αιχμάλωτοι, οι άνδρες του ΕΛΑΣ άρχισαν να τους χλευάζουν και να τραγουδούν: «Τίνος είναι, βρε γυναίκα, τα παιδιά; Τίνος είναι, βρε γυναίκα, τα παιδιά; Το ένα μου φωνάζει si, το άλλο μου φωνάζει ja, τίνος είναι, βρε γυναίκα, τα παιδιά; Το ένα είναι του μακαρονά, το άλλο είναι του Γερμαναρά και το τρίτο είναι το δικό μας, γαμώ το κέρατό μας, αγάπη μου γλυκιά». 

Ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ έδειχνε ευχαριστημένος. Όλα είχαν πάει όπως τα είχε σχεδιάσει. Οι δωσίλογοι ήταν αιχμάλωτοι και θα περνούσαν όλοι τους από λαϊκά δικαστήρια. Η ποινή για τις άθλιες πράξεις τους θα ήταν μία: Θάνατος. 
Άγγλοι… φίλοι

Οι ώρες περνούσαν, οι φυλακές βρίσκονταν στα χέρια των ανταρτών. Ανάμεσα στα πτώματα κάποιων δωσίλογων που λιντσαρίστηκαν με το που έπεσε ο τοίχος, κείτονταν και εκείνα κάποιων χωροφυλάκων που πέθαναν κατά τη διάρκεια της πολιορκίας. Το ξημέρωμα ένας βόμβος, μακρινός στην αρχή, εντονότερος σε λίγα λεπτά, διέκοψε την ηρεμία. 

Η Βασιλική Αεροπορία της Αγγλίας είχε αποφασίσει να πάρει το παιχνίδι στα χέρια της. Δεν θα άφηνε κάποιους εφεδρικούς αντάρτες να ξεφτιλίσουν το στέμμα. Ο ήχος των Μποφάιτερς και των Σπιτφάιρ, από το 39ο σμήνος της RAF, γινόταν ολοένα και δυνατότερος. Έφτασαν επάνω από τις φυλακές και άρχισαν να αδειάζουν τις ρουκέτες τους. Η περιοχή των Αμπελοκήπων βομβαρδιζόταν. Πέντε αγγλικά αεροσκάφη διέγραφαν κύκλους και χτύπησαν 36 φορές τις ανταρτοκρατούμενες φυλακές. 

 Οι αντάρτες, που περίμεναν κάτι τέτοιο, είχαν καλυφθεί εγκαίρως. Τα χτυπήματα από τις ρουκέτες, όμως, ήταν σκληρά και συνεχή. Δεν είχαν τρόπο να απαντήσουν. Καθηλώθηκαν. Ξαφνικά η γη άρχισε να τρέμει. Όχι από τις βόμβες, αλλά από τις ερπύστριες. Αγγλικά τανκς έρχονταν από την Αλεξάνδρας. Οι φυλακές έπρεπε να ανακαταληφθούν. Οι δωσίλογοι δεν έπρεπε να πέσουν στα χέρια του ΕΛΑΣ. 

«Καπετάνιε, έρχονται τανκς από τη Σκομπία» ούρλιαξε στο αυτί του Μαυροθαλασσίτη, για να ακουστεί επάνω από τον ήχο των βομβών που έσκαγαν γύρω τους, ο λοχίας του ΕΛΑΣ και του έδειξε με το χέρι του προς την περιοχή του Κολωνακίου. «Τους συνοδεύουν και Ριμινήτες». Ο Μαυροθαλασσίτης δεν απάντησε, απλά χαμογέλασε με πίκρα. Οι εντολές του ήταν σαφέστατες: «Δεν χτυπάμε τους Άγγλους».

Οι κυβερνητικές δυνάμεις διέσωσαν από τα χέρια των ΕΛΑΣιτών 189 κρατούμενους. Γρήγορα γρήγορα τους στοίβαξαν σε καμιόνια και τους μετέφεραν στο Παλαιό Φάληρο, όχι σε κάποιες φυλακές, αλλά σε ένα στρατόπεδο των Άγγλων, προκειμένου να είναι ασφαλείς. Δεν κατάφεραν να διαφύγουν από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ 130 δωσίλογοι. Οι φυλακές πέρασαν πάλι υπό τον έλεγχο των κυβερνητικών. 

Τα «Δεκεμβριανά» διήρκησαν 33 ημέρες. Ο ΕΛΑΣ, ενώ αρχικά είχε τις τακτικές πρωτοβουλίες στην πρωτεύουσα, στη συνέχεια δεν είχε τις στρατηγικές. Και αυτό του στοίχισε. Μέρα με τη μέρα, οι Άγγλοι, αργά, αλλά σταθερά, άρχισαν να καταλαμβάνουν τη μια μετά την άλλη τις συνοικίες της Αθήνας. Μάταια ο εφεδρικός ΕΛΑΣ της πρωτεύουσας περίμενε να κατέβουν από την Πάρνηθα, που είχαν προσεγγίσει και φτάσει, τα μάχιμα τμήματά του. Μάταια περίμεναν τον Άρη να μπει στην πόλη. Τον είχαν στείλει όχι εκεί που χρειαζόταν, αλλά στην Ήπειρο. Στις 11 Ιανουαρίου, ημέρα Πέμπτη, ο ΕΛΑΣ υποχωρεί σε όλα τα μέτωπα της πρωτεύουσας και αναγκάζεται να συνθηκολογήσει. Υπογράφεται η ανακωχή ανάμεσα στις βρετανικές δυνάμεις και τον ΕΛΑΣ. Τη συμφωνία υπογράφει ο Σκόμπι και για τον ΕΛΑΣ οι Παρτσαλίδης, Ζεύγος, Αθηνέλλης και Μακρίδης.

Τα επόμενα λεπτά μετά την υπογραφή η χώρα έζησε ένα απίστευτο κύμα «λευκής τρομοκρατίας». Παρακρατικοί, πρώην συνεργάτες των Γερμανών, μπορούσαν να εισβάλουν σε όποιο σπίτι ήθελαν, να βιάσουν, να δολοφονήσουν, να βασανίσουν όποιον ήθελαν, και όχι μόνο να μείνουν ατιμώρητοι για τις πράξεις τους, αλλά και να ανέλθουν στον κρατικό μηχανισμό.

Ο Σταύρος Μαυροθαλασσίτης συνελήφθη και εξορίστηκε στη Μακρόνησο για να αναμορφωθεί από εξαιρετικούς ανθρώπους, μορφωμένους, καλλιεργημένους, γεμάτους ήθος και αγάπη για τον συνάνθρωπό τους, σε εκείνον τον Παρθενώνα λοιπόν έπρεπε να γίνει «Έλλην πατριώτης». 
Τον Πλυτζανόπουλο, τον άνθρωπο που ούρλιαζε στο μπλόκο της Κοκκινιάς «η Κοκκινιά δεν είναι εδώ, η Γερμανία είναι εδώ. Πάρτε το χαμπάρι, θα πεθάνετε όλοι σας», για τις υπηρεσίες του στην πατρίδα και σαν γνήσιο πατριώτη, τον Μάρτιο του 1947 το Γ’ Δικαστήριο δωσιλόγων θα τον αθωώσει μαζί με άλλους και στη συνέχεια θα προαχθεί για τις υπηρεσίες του σε υποστράτηγο του κυβερνητικού στρατού. Θα τιμηθεί και επί χούντας που, εκτός των άλλων τιμών, θα διορίσει και τον ανιψιό του Νίκο δήμαρχο στην Κοκκινιά. Την περιοχή που αιματοκύλησε. 

Ο 17χρονος Ανδρέας από τους Αμπελοκήπους συνελήφθη από άνδρες της Ασφάλειας και των ταγμάτων ασφαλείας μέσα στο σπίτι του και ενώ ετοιμαζόταν να ανέβει στο βουνό. Μπροστά στα μάτια του ξυλοκόπησαν την ηλικιωμένη μάνα του, ξεγύμνωσαν την αδερφή του και άρχισαν να την κλωτσούν στο στήθος και τα γεννητικά όργανα. Στη συνέχεια τη βίασαν τρεις από αυτούς, ενώ οι υπόλοιποι τραγουδούσαν προκλητικά για να καλύψουν τις φωνές και τα ουρλιαχτά της στη γειτονιά: «Γεια σας ταγματασφαλίτες, χωροφύλακες και χίτες. Δεν είμαστε κομμουνισταί, ούτε και λαοκράται, είμαστε ελληνόπουλα, χίτες, επαναστάται. Γεια σου Μαγγανά μου, γεια σου με τους χίτες τα παιδιά σου». 

Ο Ανδρέας δεν κατάφερε να ανέβει στο βουνό. Μεταφέρθηκε στη Μακρόνησο, αφού ήταν σε στρατεύσιμη ηλικία. Υπηρέτησε στο Α ΕΤΟ. Δολοφονήθηκε την 1η Μαρτίου του 1948, μαζί με άλλους 300 φαντάρους στα ενορχηστρωμένα επεισόδια. Ο διοικητής της Μακρονήσου με το περίστροφο στο χέρι έτρεχε πάνω κάτω και φώναζε να συνεχίσουν να πυροβολούν τους ανυπεράσπιστους κρατούμενους φαντάρους: «Δεν βλέπω αίμα, δεν βλέπω αίμα», ούρλιαζε…

Πηγή: "Ποντίκι"
{[['']]}

ΔΣΕ: Η σκληρή αναμέτρηση στα νησιά

Μια ξεχωριστή πλευρά της Ιστορίας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας είναι αυτή που αναφέρεται στη δράση του στα νησιά. Εκεί όπου οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονταν από τη στενότητα των χώρων που αναγκαστικά περιόριζαν τις δυνατότητες ελιγμών, εκεί όπου η θάλασσα καθόριζε και τα όρια ανεφοδιασμού, αλλά και τις δυνατότητες ενίσχυσης και ανανέωσης των δυνάμεων.

Περιορισμοί που αν στην περίπτωση της Πελοποννήσου οδήγησαν στην εξόντωση ολόκληρης της 3ης Μεραρχίας, στα νησιά προδιέγραφαν τη δράση των μαχητών του ΔΣΕ ως τα όρια των αποστολών αυτοκτονίας. Κι όμως, σ' αυτά τα στενά όρια σε μια σειρά από νησιά αναπτύχθηκε μια πλούσια δράση που προκάλεσε ουκ ολίγα προβλήματα στην αστική τάξη και τα στρατιωτικά επιτελεία της.

Δεν είναι τυχαίο ότι για την αντιμετώπιση του ΔΣΕ στη Σάμο κατέβηκε στο νησί ο ίδιος ο Αμερικανός στρατηγός Βαν Φλιτ, ούτε ότι στην Κρήτη ο πρώτος ρόλος για την αντιμετώπιση του επαναστατικού κινήματος δόθηκε στις ομάδες των φιλελεύθερων βενιζελικών. Σ' αυτήν τη δράση αναφέρεται το σημερινό μας αφιέρωμα με σταχυολόγηση χαρακτηριστικών στιγμών.

Ο ΔΣΕ σε Κεφαλονιά και Λευκάδα

Picture
Θα ξεκινήσουμε την παρουσίαση της δράσης του ΔΣΕ στα νησιά, από την Κεφαλονιά και τη Λευκάδα.

Η γενική κατάσταση στα νησιά

Η συγκρότηση τμημάτων του Δημοκρατικού Στρατού στη νησιωτική Ελλάδα αποτέλεσε βασικό αντικείμενο φροντίδας του ΚΚΕ, το οποίο από το 1947 ακόμη θεωρούσε - και σωστά - ότι ο ένοπλος αγώνας των λαϊκοαπελευθερωτικών δυνάμεων έπρεπε να απλωθεί σε ολόκληρη τη χώρα. Στην 3η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του άλλωστε, το Σεπτέμβρη εκείνου του χρόνου, είχε σε σχετική απόφαση τονιστεί «ότι ο ένοπλος αγώνας του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας αποτελεί τη μοναδική επιβεβλημένη απάντηση, που ο λαός και η Ελλάδα έχουν να δώσουν στους ξένους κατακτητές και τους ντόπιους υποτακτικούς των»(1) - γεγονός που συνεπαγόταν την άμεση ανάπτυξη της αντάρτικης δράσης σε όλη ανεξαίρετα την ελληνική επικράτεια.

Η συγκρότηση, ωστόσο, αντάρτικων μονάδων στα ελληνικά νησιά ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, δεδομένου ότι η στενότητα των εκεί χώρων δεν επέτρεπε τη χρησιμοποίηση σε μεγάλη κλίμακα και των απαραίτητων σε παρτιζάνικο πόλεμο ελιγμών και αφαιρούνταν με αυτό τον τρόπο οι δυνατότητες του αιφνιδιασμού των αντιπάλων. Ηταν δύσκολη, επίσης, επειδή περιθώρια ανανέωσης των νησιώτικων αντάρτικων τμημάτων με νέα μέλη και στελέχη δεν υπήρχαν ουσιαστικά, η επαφή με την ηγεσία του Δημοκρατικού Στρατού στην ηπειρωτική Ελλάδα για το συντονισμό των στρατιωτικών ενεργειών αυτών των τμημάτων απέβαινε προβληματική και η παροχή βοήθειας προς αυτά σε περίπτωση αρνητικών εξελίξεων της στρατιωτικής κατάστασης στις περιοχές τους καθίστατο από τα ίδια τα πράγματα εντελώς αδύνατη.

Picture
Ετσι, στο μεγαλύτερο μέρος της νησιωτικής Ελλάδας δε σημειώθηκε στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου καμιά απολύτως αντάρτικη δράση ή σημειώθηκε ελάχιστη, όπως συνέβη στη Χίο. Εκεί συγκεκριμένα έδρασαν, για αρκετό μάλιστα χρονικό διάστημα, μικρές ομάδες ανταρτών, με αρχηγούς τους τον Βορηά, τον Ντούλο, τον Τράτση και τον Δημήτρη Ευαγγελινό - και είναι γνωστή τουλάχιστον η περίπτωση της διάλυσης του σταθμού χωροφυλακής των Κουρουνίων, στις 8 του Μάρτη 1948, από εικοσαμελή αντάρτικη ομάδα.

Σε ορισμένα, όμως, ελληνικά νησιά η αντάρτικη δράση υπήρξε έντονη, και ειδικά στην Κεφαλονιά, στη Λευκάδα, στην Εύβοια, στη Μυτιλήνη και στην Ικαρία - πιο πολύ, όμως, στη Σάμο και στην Κρήτη. Αντίθετα, ο Δημοκρατικός Στρατός δεν ανέπτυξε καμιά δράση στην Κέρκυρα, όπου η απόβαση από την ηπειρωτική ακτή, στις αρχές ακόμη του εμφυλίου πολέμου, μιας ολιγάριθμης ένοπλης ομάδας είχε καταλήξει σε πλήρη αποτυχία με την ολοσχερή καταστροφή της. Αλλωστε, οι αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούσαν τοπικά, ήταν εντελώς αρνητικές στη συγκρότηση αντάρτικων ομάδων - δεδομένου ότι το λαϊκοδημοκρατικό κίνημα είχε δεχτεί εκεί πολύ ισχυρό χτύπημα από τα τέλη του 1944 ακόμη, όταν βρετανικά στρατεύματα, με την πρόφαση ότι η Κέρκυρα υπαγόταν στη δικαιοδοσία του ΕΔΕΣ, είχαν αφοπλίσει το 10ο εφεδρικό Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, που είχε μόλις πριν από λίγους μήνες απελευθερώσει το νησί από τους ξένους κατακτητές.

Picture
Δράση ο Δημοκρατικός Στρατός δεν ανέπτυξε ούτε στη Ζάκυνθο, στην οποία μάλιστα στους πρώτους μήνες του 1945 είχε σχηματιστεί μια ιδιόμορφη τριμελής επιτροπή που είχε επιφορτιστεί με τη «διαφύλαξη της τοπικής ειρήνης» και με την παρεμπόδιση της δημιουργίας τμημάτων του ΔΣΕ στο νησί. Την εν λόγω επιτροπή αποτελούσαν ο «κεντρώος» δικηγόρος Στέφανος Παπαδάτος, ο Λάμπρος Ζήβας, επίσης δικηγόρος, που ανήκε στο ΕΑΜ, και ο Διονύσης Ποταμίτης, ο οποίος, ωστόσο, ήταν ηγέτης μιας ισχυρής ένοπλης δεξιάς παρακρατικής οργάνωσης, που είχε την έδρα της στο Καταστάρι.(2)

Η συμμετοχή, βέβαια, εκπροσώπου του ΕΑΜ σε μια τέτοια επιτροπή που απέβλεπε φανερά στην εξουδετέρωση του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος με το πρόσχημα της προάσπισης της ειρήνης, ήταν εντελώς απαράδεκτη - γεγονός που οδήγησε τελικά το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ στη διαγραφή ορισμένων στελεχών της τοπικής κομματικής οργάνωσης και στην καταγγελία της εν λόγω επιτροπής. Το όργιο τρομοκρατίας της αντίδρασης, εξάλλου, που, όπως ήταν φυσικό, απλώθηκε γρήγορα και στη Ζάκυνθο, δικαίωσε το ΠΓ του Κόμματος, ενώ, παράλληλα, υποχρέωσε μερικούς Ζακυνθινούς αγωνιστές να περάσουν στην αντικρινή Κεφαλονιά και να ενταχθούν στις εκεί αντάρτικες ομάδες.

Κεφαλονιά

Αμέσως μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας κατέφθασε στην Κεφαλονιά ένας ενισχυμένος λόχος εθνοφυλακής, που διοικητής του ήταν ο κατοπινός χουντικός συνταγματάρχης και τότε λοχαγός Δημήτρης Πατίλης. Ο λόχος αυτός έσπευσε απαρχής να συνεργαστεί με τις τοπικές παρακρατικές συμμορίες, για τις οποίες λίγο αργότερα έγραφε τα εξής σε ειδική ανταπόκρισή του ο «Ριζοσπάστης»:
«Ξετρύπωσαν ήδη από τις κρύπτες, που είχαν χωθεί, φοβισμένοι μπροστά στη λαϊκή οργή, οι δεξιοί συμμορίτες, οπλίστηκαν με τα όπλα του νέου αφεντικού και ξεχύθηκαν με περισσότερη λύσσα κατά του λαού. Ο περιβόητος λήσταρχος Γάκιας έγινε πάλι ο τύραννος του νησιού».(3)

Μέσα στους πρώτους μήνες της μεταδεκεμβριανής κρατικής και παρακρατικής φασιστικής δράσης, η Κεφαλονιά βυθίστηκε στον τρόμο και στο αίμα. Λαϊκοί αγωνιστές δολοφονήθηκαν, όπως οι οκτώ κάτοικοι των Δαυγάτων, που σφάχτηκαν από τον ίδιο τον Γάκια, ο οποίος, ωστόσο, αθωώθηκε τότε γι' αυτή την αποτρόπαια πράξη του από δικαστήριο της Λευκάδας. Πολλά χωριά ρημάχτηκαν από τους εθνοφύλακες και τους χωροφύλακες, αμέτρητες περιουσίες ληστεύτηκαν από τους παρακρατικούς, εξακόσιοι και πλέον κομμουνιστές και αγωνιστές της ΕΑΜικής Αντίστασης εκτοπίστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες και πάρα πολλοί άλλοι γέμισαν τις τοπικές φυλακές. Την ίδια εποχή άρχισαν και οι εκτελέσεις σημαντικών κομμουνιστικών στελεχών του νησιού, όπως του υπεύθυνου σύνταξης της τοπικής ΕΑΜικής εφημερίδας «Ελεύθερη Κεφαλονιά», Βενιζέλου Κληρονόμου, που ντουφεκίστηκε ύστερα από απόφαση του έκτακτου στρατοδικείου της Αλεξανδρούπολης, στηριγμένη σε χαλκευμένες κατηγορίες.

Ηταν, ωστόσο, πολύ φυσικό όλη αυτή η κατάσταση να οδηγήσει, τελικά, ορισμένους δραστήριους κομμουνιστές και ΕΑΜίτες της Κεφαλονιάς στην παρανομία και στη συνέχεια στο βουνό, όπου αμέσως μετά το δημοψήφισμα του 1946 προχώρησαν στη δημιουργία ενός μικρού παρτιζάνικου συγκροτήματος. Επρόκειτο για μια πολύ δυναμική αντάρτικη ομάδα, που το αρχηγείο της αποτελούσαν ο Φώτης Σγούρος, ως αρχηγός, ο Γεράσιμος Ματιάτος ή Ρήγας, ως υπαρχηγός, και οι Γεράσιμος Γρηγοράτος ή Αστραπόγιαννος, Ματθαίος Κουλουμπής και Λεωνίδας Ζαχαράτος, ως μέλη, και η οποία συμπλήρωνε τη δύναμή της με τους Διονύση Μαρκουλάτο, Γεράσιμο Μήλα ή Λοχαγίδη, Θεοδόση Μπατιστάτο, Φειδία Μερκούρη, Γεράσιμο Μαραβέλια, Γεράσιμο Κάγκα και Ντίνο Ευθυμιάτο.

Μέχρι το δεύτερο εξάμηνο του 1947 πέρασαν στο Δημοκρατικό Στρατό της Κεφαλονιάς και άλλοι αγωνιστές και μεταξύ τους ο γραμματέας της περιφερειακής επιτροπής της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης, του ΚΚΕ, Διονύσιος Κοζάτσας και το μέλος της εν λόγω επιτροπής Φώτης Πτολεμαίος, παλιός Ακροναυπλιώτης. Πέρασαν, επίσης, στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού και δυο γυναίκες - η Ατζουλέτα Μερκούρη, αδελφή του Φειδία, και η Διονυσία Γρηγοράτου, αδελφή του Αστραπόγιαννου.

Ο Δημοκρατικός Στρατός της Κεφαλονιάς, με δύναμη, που ποτέ δεν ξεπέρασε τους εξήντα, ακολούθησε σε όλη τη διάρκεια της πολεμικής δράσης του παρτιζάνικη τακτική, με την οποία μπορούσε να χτυπά τον αντίπαλο πάντα σχεδόν σε σημεία δικής του επιλογής. Παράλληλα, διακρινόταν για την επαναστατική πειθαρχία του, και σε μια περίπτωση, τον Απρίλη του 1949, δε δίστασε η ηγεσία του να διατάξει την εκτέλεση 5 μελών του, τα οποία είχαν καταδικαστεί από ανταρτοδικείο στην ποινή του θανάτου για βιασμούς γυναικών, ληστείες, κλοπές και προβοκατόρικες ενέργειες σε βάρος του λαϊκού αγώνα.

Η πρώτη μάχη του Δημοκρατικού Στρατού της Κεφαλονιάς δόθηκε στις 8 του Φλεβάρη 1947 στη θέση Αγιος Ελευθέριος των Βαλσαμάτων. Εκεί ισχυρή ανταρτική δύναμη, με επικεφαλής τον Σγούρο και τον Αστραπόγιαννο, χτύπησε σε ενέδρα ομάδα 50 χωροφυλάκων, από τους οποίους οι 4 σκοτώθηκαν και οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν πανικόβλητοι.

Τις πρώτες μέρες του 1948, εξάλλου, ο Κουλουμπής απελευθέρωσε με την ομάδα του τα Δαυγάτα και ο Αστραπόγιαννος με μερικούς αντάρτες τα Γριζάτα και τα Καταποδάτα. Την ίδια, επίσης, εποχή μια σειρά από ενέδρες των ανταρτών στο δρόμο, που συνδέει το Αργοστόλι με τη Σάμη, τρομοκράτησαν σε τέτοιο σημείο τον αντίπαλο, ώστε αυτός να επικοινωνεί πια μόνο ατμοπλοϊκά με τη Σάμη, της οποίας η ύπαιθρος για μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρούνταν από τον τοπικό Δημοκρατικό Στρατό ελεύθερη περιοχή της Κεφαλονιάς.

Το Φλεβάρη του 1948 όλες οι ομάδες του Δημοκρατικού Στρατού, με επικεφαλής τον Σγούρο, προχώρησαν σε καλά μελετημένη νυχτερινή επιχείρηση στην ίδια την πόλη του Αργοστολίου, η οποία διέθετε για τη φρούρησή της ισχυρότατες δυνάμεις ΜΑΥδων και χωροφυλακής. Η επίθεση εκδηλώθηκε αιφνιδιαστικά και οι δυνάμεις των ανταρτών, κάμπτοντας τις πρώτες αντιστάσεις του αντιπάλου, προωθήθηκαν μέχρι το κέντρο της πρωτεύουσας του νησιού, επιφέροντας σημαντικές απώλειες στον καταπτοημένο εχθρό.

Στη συνέχεια οι ομάδες του Δημοκρατικού Στρατού άρχισαν να αποσύρονται, χωρίς καμιά δική τους απώλεια, και τελικά εγκατέλειψαν την πόλη. Προηγούμενα, όμως, χτύπησαν το υδραγωγείο και από τους Μύλους την ηλεκτρική εταιρία, χωρίς να συναντήσουν καμιά αντίδραση των αντιπάλων, οι οποίοι, άλλωστε, δεν αποτόλμησαν μέχρι τα ξημερώματα να βγούνε έξω από το Αργοστόλι και να καταδιώξουν τους αντάρτες.

Στις 29 του ίδιου μήνα στο Αυγό της Σάμης ισχυρή ομάδα ανταρτών υπό τον Σγούρο, τον Αστραπόγιαννο και τον Κουλουμπή συναντήθηκε με μεγάλο απόσπασμα χωροφυλάκων, που ενεργούσε ανιχνεύσεις. Η σύγκρουση που ακολούθησε υπήρξε καταστροφική για τους χωροφύλακες, οι οποίοι διαλύθηκαν, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης πολλούς νεκρούς - και μεταξύ τους τον επικεφαλής του αποσπάσματος Βασίλη Κουρέα.

Οι επιθετικές δραστηριότητες του Δημοκρατικού Στρατού συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος της άνοιξης του 1949, κυρίως με ενέδρες και εισόδους σε χωριά. Τον Ιούνη, όμως, εκείνου του χρόνου και αφού είχαν τελειώσει οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της 9ης κυβερνητικής Μεραρχίας στην Πελοπόννησο, αποβιβάστηκε στην Κεφαλονιά ένα τάγμα του κυβερνητικού στρατού, με σκοπό τη γρήγορη και ολοσχερή εξόντωση των ανταρτών του νησιού.

Οι πρώτες ενέργειες του κυβερνητικού τάγματος αναφέρονταν στη σύλληψη εκατοντάδων πολιτών, στην επιβίβασή τους σε αρματαγωγό και στην αποστολή τους για εγκλεισμό στη Μακρόνησο. Στη συνέχεια εφαρμόστηκε η μέθοδος του ξεσηκώματος όλων σχεδόν των κατοίκων της υπαίθρου, που δεν είχαν συλληφθεί, και ο περιορισμός τους στα μικρά αστικά και ημιαστικά κέντρα, καθώς και η συγκέντρωση όλων των υποζυγίων των χωρικών στην καλά φρουρούμενη πεδιάδα της Παλλικής. Στις περιοχές, εξάλλου, που δρούσε ο Δημοκρατικός Στρατός, έκλεισαν με τσιμέντο όλες τις στέρνες και έστησαν ενέδρες σε όλες τις πηγές, για να μη βρίσκουν ούτε νερό οι καταδιωκόμενοι αντάρτες.

Στη συνέχεια οι κυβερνητικές δυνάμεις άρχισαν τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, που οδήγησαν, όπως ήταν φυσικό, στα προσδοκώμενα εκ μέρους τους αποτελέσματα - όχι όμως σε σύντομο χρόνο. Οι αντάρτες μοιράστηκαν σε πολύ μικρές ομάδες και άρχισαν τις συγκρούσεις με τα κυβερνητικά στρατεύματα, τα οποία είχαν στο μεταξύ ενισχυθεί αποφασιστικά με ΜΑΥδες, χωροφύλακες και παρακρατικούς.

Στις 15 του Αυγούστου 1949 σκοτώθηκε στο Ακρωτήρι της Σάμης ο Διονύσης Κοζάτσας και τις ίδιες μέρες στα Δειλινάτα ο Φώτης Πτολεμαίος, ενώ στις 22 του Σεπτέμβρη έπεσαν πολεμώντας στα Μαυριώτικα της Σάμης, ο Ηλίας Κουγιανός και ο Ματθαίος Κουλουμπής. Στις 10 του Οκτώβρη, εξάλλου, έχασε τη ζωή του στην Κλεισούρα των Βλαχάτων ο Γεράσιμος Ματιάτος και ύστερα από λίγες μέρες στην Παλαμονίδα του Αίμου ο ίδιος ο Φώτης Σγούρος. Τέλος, στις 13 του ίδιου μήνα σκοτώθηκε στην Παχιά Πούντα της Σάμης ο Αστραπόγιαννος - και μαζί του η αδελφή του Διονυσία Γρηγοράτου, η Ατζουλέτα Μερκούρη, ο Λεωνίδας Ζαχαράτος, ο Γεράσιμος Ανδρεόλας, ο Παναγάγγελος Μιχαλάτος, ο Γιάννης Καλεράντες και ο Διονύσης Μαρκουλάτος.
Συνολικά από τους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού της Κεφαλονιάς 48 σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις, 4 εκτελέστηκαν αμέσως σχεδόν μετά τη σύλληψή τους, ένας, ο Σπύρος Αντωνάτος, δολοφονήθηκε από τους χωροφύλακες και μόνο 7 κατόρθωσαν, τελικά, να επιζήσουν.

Λευκάδα

Το λαϊκοαπελευθερωτικό κίνημα στη Λευκάδα ήταν πολύ ισχυρό, δέχτηκε, όμως, δυνατό χτύπημα από το καλοκαίρι του 1943 ακόμη, όταν τμήματα ταγματασφαλιτών υπό τον Ευάγγελο Κονιδάρη ή Καλαντζή, ενισχυμένα από ταγματασφαλίτες της Ακαρνανίας υπό το δικηγόρο Πάνο Βέρη και ΕΔΕΣίτες υπό τον Διονύση Ζαμπέλη, συνέτριψαν με την άμεση συνεργασία γερμανικής στρατιωτικής μονάδας τον τοπικό ΕΛΑΣ. Η Λευκάδα ελευθερώθηκε πραγματικά μόλις στα τέλη του Δεκέμβρη του 1944, με τις επιτυχείς στρατιωτικές επιχειρήσεις ΕΛΑΣίτικων τμημάτων κατά των ΕΔΕΣίτικων δυνάμεων και των συνεργατών τους στην Ηπειρο - και κρατήθηκε ελεύθερη μέχρι τα τέλη του Μάρτη 1945, οπότε εγκαταστάθηκε εκεί ένα τάγμα εθνοφυλάκων.

Οι εθνοφύλακες, σε συνεργασία με παλιούς ταγματασφαλίτες, μεταβαπτισμένους σε «μεταβατικά αποσπάσματα διώξεως συμμοριτών», και με την τοπική χωροφυλακή, άρχισαν αμέσως το τρομοκρατικό τους έργο κάτω από την καθοδήγηση του νομάρχη Α. Μανουσόπουλου, γυναικάδελφου του τοπικού πολιτευτή του Λαϊκού Κόμματος, Κ. Καλκάνη, και νομάρχη Θεσσαλονίκης την εποχή της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη. Εκατοντάδες μέλη και στελέχη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, μεταξύ τους και ο γιατρός Ξενοφών Γρηγόρης, φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν, ενώ επτά δολοφονήθηκαν από τους χωροφύλακες, τους εθνοφύλακες και τους παρακρατικούς. Πρόκειται για τον Στάθη Καλύβα, από τα Πλατύστομα, τον Βαγγέλη Μανωλίτση, από τον Αλέξανδρο, τον Σπύρο Μικρώνη, από τους Πηγαδισάνους, τον Κώστα και τον Πάνο Σκιαδά, από τους Καρυώτες, τον Διονύσιο Αντύπα, από τον Αγιο Πέτρο, και τον Γιάννη Αραβανή, από την Καρυά.

Το κύμα της τρομοκρατίας ήταν φυσικό να οδηγήσει αρκετούς ΕΑΜίτες αγωνιστές του νησιού στο βουνό, με συνέπεια από τα τέλη ακόμη του 1946 να σχηματιστεί στη Λευκάδα αντάρτικη ομάδα από 43 μέλη. Αρχηγός της ομάδας ήταν ο Πάνος Γιαννούλης και πολιτικός επίτροπος ο Ζώης Κούρτης - περιλαμβάνονταν δε στην εν λόγω ομάδα 16 αντάρτες από το ηρωικό χωριό Εγκλουβή και η Ντίνα Κατωπόδη ή Τζαβέλαινα, από την Καρυά.

Η δράση της ομάδας του Γιαννούλη στο νησί υπήρξε, ωστόσο, περιορισμένη. Επρόκειτο στην πραγματικότητα για συμπλοκές, από τις οποίες σπουδαιότερη ήταν αυτή, που σημειώθηκε στα μέσα του Μάρτη 1947 έξι χιλιόμετρα έξω από την πόλη της Λευκάδας, όπου έπεσε σε ενέδρα και διαλύθηκε από τους αντάρτες, ένα πολυάριθμο τμήμα χωροφυλακής, που κατευθυνόταν στο χωριό Κατούνα, και σκοτώθηκε ένας χωροφύλακας.

Στις αρχές του Ιούνη 1947 το μεγαλύτερο τμήμα της ομάδας του Γιαννούλη διαπεραιώθηκε, με εντολή του Γενικού Αρχηγείου του Δημοκρατικού Στρατού, στο Ξηρόμερο, με σκοπό τη δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για την ανάπτυξη αντάρτικου κινήματος στην περιοχή. Πρέπει να σημειωθεί ότι στο Ξηρόμερο και γενικότερα στην Αιτωλοακαρνανία δεν είχε καταστεί δυνατός ο σχηματισμός αξιόλογων τμημάτων του Δημοκρατικού Στρατού, εξαιτίας κυρίως του γεγονότος ότι είχαν από νωρίς δολοφονηθεί σε διάφορα περιστατικά από χωροφύλακες και παρακρατικούς τα σημαντικότερα τοπικά πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη της ΕΑΜικής Αντίστασης και του ΚΚΕ. Μεταξύ των στελεχών αυτών περιλαμβάνονταν ο θρυλικός Γερο - Δήμος, ο Βασίλης Παπαγιάννης, ο Ανάστασης Αναστασίου ή Οδυσσέας, ο Στάθης Πιάκας ή Φουρτούνας, ο Γιάννης Κατσιφός και κυρίως ο Βασίλης Σκιαδάς ή Επαμεινώνδας, ήρωας κατά τη γερμανική κατοχή της μεγάλης μάχης της Αμφιλοχίας.

Το τμήμα του Γιαννούλη ενώθηκε στο Ξηρόμερο με μια μικρή ομάδα, που διατηρούνταν εκεί υπό τον έφεδρο ανθυπολοχαγό και δάσκαλο Λάκη Κατσαρό, αντιμετώπισε, όμως, απαρχής ισχυρές κυβερνητικές δυνάμεις, που τις αποτελούσαν δύο χιλιάδες και πλέον στρατιώτες, ΜΑΥδες και χωροφύλακες. Οι αντάρτες συγκρούστηκαν μαζί τους κοντά στο χωριό Παληάμπελα, όπου συνελήφθη αιχμάλωτος ο σύνδεσμός τους με το Γενικό Αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού, ο οποίος υποκύπτοντας στα βασανιστήρια αποκάλυψε στον εχθρό όλο το σχέδιο δράσης των ανταρτών.

Οι αντάρτες υποχρεώθηκαν να χωριστούν σε μικρές ομάδες, από τις οποίες η μία ξαναπέρασε στη Λευκάδα, ενώ οι άλλες παρέμειναν στην Ακαρνανία. Μια από αυτές υπό τον Γιαννούλη έφτασε στο Ακτιο, όπου ταμπουρώθηκε σε κάποια παλιά γερμανικά ορύγματα και πρόβαλε άμυνα μέχρι τέλους. Ο Γιαννούλης έχασε τη ζωή του στην τελική προσπάθειά του να διαφύγει με καΐκι μαζί με δυο συντρόφους του, που αιχμαλωτίστηκαν - ενώ σκοτώθηκαν ο δάσκαλος Γεράσιμος Θερμός, ο Ζώης Παπαδόπουλος, ο Κώστας Ζακυνθινός ή Ρέντζος, ο Τάσος Μανωλίτσης ή Βράκας και ο Νίκος Γαζής ή Παπλαγιάννης. Σκοτώθηκε, επίσης, ο Λάκης Κατσαρός, επιχειρώντας να περάσει το Βάλτο, και αυτοκτόνησε κοντά στη Νικιάνα της Λευκάδας, για να μην αιχμαλωτιστεί ο πολιτικός επίτροπος της ομάδας, Ζώης Κούρτης. Οσοι, εξάλλου, απόμειναν, είτε σκοτώθηκαν λίγο αργότερα σε ενέδρες είτε συνελήφθησαν.

Μια βδομάδα μετά τη μάχη του Ακτίου εκβράστηκε στην παραλία της Γύρας το πτώμα του Πάνου Γιαννούλη. Ο λαός της Λευκάδας θρήνησε τον καπετάνιο του και παρά την τρομοκρατία, που επικρατούσε, πάνω από δυο χιλιάδες πολίτες τον συνόδεψαν στην κηδεία του.(4)

1. To ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα, τόμ. 6ος, σελ. 246.
2. Π. Δελαπόρτα, Το σημειωματάριο ενός Πιλάτου, σελ. 193-196.
3. Εφ. «Ριζοσπάστης», φ. 27 Ιουνίου 1947.
4. Οι αναφορές στηρίζονται κατά βάση σε σημειώσεις του Γεωργίου Βρεττού.

Ο ΔΣΕ σε Λέσβο, Σάμο, Ικαρία

Picture
Λέσβος (Μυτηλήνη)

Αμέσως μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και την εγκατάσταση των εκπροσώπων της κυβέρνησης της Αθήνας στη Λέσβο, ένα μεγάλο κύμα τρομοκρατίας σάρωσε το νησί. Το 149ο Τάγμα εθνοφυλακής και ισχυρές δυνάμεις χωροφυλακής προχώρησαν απαρχής σε συλλήψεις, ξυλοδαρμούς, ακόμη και δολοφονίες δημοκρατικών πολιτών, ενώ παράλληλα άρχισαν το σπάσιμο των γραφείων των ΕΑΜικών οργανώσεων και τις καταστροφές των γραφείων και των τυπογραφείων των εφημερίδων, που οι εν λόγω οργανώσεις εξέδιδαν.

Ο λαός της Λέσβου αντέδρασε αμέσως στην τρομοκρατική ασυδοσία των κρατικών οργάνων με μαχητικές διαδηλώσεις, τις οποίες, ωστόσο, οι δυνάμεις της κρατικής και της παρακρατικής βίας, με την κάλυψη και της τοπικής δικαστικής εξουσίας, αντιμετώπισαν με νέους σκληρούς διωγμούς. Ετσι, φυλακίστηκε, με κατασκευασμένες κατηγορίες, μαζί με εκατοντάδες αγωνιστές, ολόκληρη σχεδόν η ηγεσία του λεσβιακού λαϊκού κινήματος, και μεταξύ τους ο γραμματέας της περιοχής Αιγαίου του ΚΚΕ Παναγιώτης Γώγος - ενώ το Μάη του 1946 συνελήφθησαν ο δεύτερος κομματικός γραμματέας της περιοχής Κώστας Βασάλος και άλλα κομματικά στελέχη ως ηθικοί αυτουργοί του φόνου δυο παρακρατικών, που είχαν βρεθεί σκοτωμένοι από άγνωστους δράστες δεκάδες χιλιόμετρα μακριά από τη Μυτιλήνη.
Η τρομοκρατία εντάθηκε μετά την ψήφιση των έκτακτων μέτρων από τη Βουλή και εκατοντάδες αγωνιστές της ΕΑΜικής Αντίστασης στη Λέσβο, που πιάστηκαν τότε, στάλθηκαν εξορία. Η τρομοκρατία, ωστόσο, είχε ως συνέπεια, πολλοί αγωνιστές, που κατόρθωσαν να αποφύγουν τη σύλληψη, να επιλέξουν, τελικά, το δρόμο του βουνού και να συγκροτήσουν τις πρώτες αντάρτικες μικρές ομάδες, με όπλα που είχαν από παλιότερα φυλαγμένα σε κρυψώνες.

Picture
Μια ομάδα από αντάρτες, στις 29 του Αυγούστου 1946, τρεις μέρες πριν από το δημοψήφισμα, εμφανίστηκε σε ορισμένα χωριά του νησιού, για να ενισχύσει το ηθικό του λαού, ο οποίος πιεζόταν να ψηφίσει την επάνοδο του Γεωργίου Γλίξμπουργκ - μπαίνοντας, ωστόσο, στο χωριό Κάτω Τρίτος, δέχτηκε τα ξαφνικά πυρά των χιτών. Σκοτώθηκε τότε ο αντάρτης Χαρίλαος Κατάκος, ο πρώτος νεκρός αντάρτης του νησιού στον εμφύλιο πόλεμο, καθώς και ένας παρακρατικός, το επεισόδιο, όμως, δεν πήρε μεγαλύτερη έκταση.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1946 μια δεύτερη ομάδα ένοπλων καταδιωκομένων αγωνιστών μπήκαν αιφνιδιαστικά στο χωριό Παπάδος της Γέρας και στη συμπλοκή, που ακολούθησε, εξόντωσε τρεις παρακρατικούς.
Μετά το δημοψήφισμα, τα έκτακτα μέτρα επεκτάθηκαν και στη Λέσβο, όπου ιδρύθηκε έκτακτο στρατοδικείο - τούτο, όμως, δεν εμπόδισε την αύξηση των συγκρούσεων στο νησί. Ετσι, μέχρι το τέλος του 1946 σημειώθηκαν συμπλοκές, με απώλειες και από τις δυο πλευρές, στη θέση Πετρένιος Στύλος της Γέρας, στην περιοχή της Ανεμώτιας, στον κάμπο του Ιππειου, στις θέσεις Ριζόνα και Φεράνα της Αγίας Παρασκευής και στο χωριό Βορός. Την Πρωτοχρονιά του 1947, εξάλλου, το τμήμα Αγιάσου των ανταρτών, με επικεφαλής τον Δημήτρη Πιταούλη, διέλυσε σε ενέδρα δύναμη χωροφυλάκων και ΜΑΥδων, που είχαν βγει σε καταδίωξή τους, σκοτώνοντας πέντε και παίρνοντας αρκετά λάφυρα. Εντεκα μέρες αργότερα, όμως, στη θέση Περίτονο, το λεσβιακό αντάρτικο συγκρότημα βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σε υπέρτερες αντίπαλες δυνάμεις και στη μάχη, που ακολούθησε, έχασε πέντε άνδρες, ενώ ορισμένοι νεοστρατολογημένοι αντάρτες διέρρευσαν και παραδόθηκαν στον εχθρό.

Picture
Το Μάρτη του 1947 εντούτοις η αντάρτικη δύναμη της Λέσβου είχε ήδη ανασυγκροτηθεί, αποτελούμενη πια από 94 μαχητές και συγκεντρωμένη στο βόρειο τμήμα του νησιού. Τον ίδιο μήνα, η δύναμη αυτή έδωσε στο χωριό Κλαπάδος ολοήμερη μάχη με το σύνολο των τοπικών κυβερνητικών δυνάμεων, που την είχαν κυκλώσει, κατόρθωσε, όμως, να σπάσει τον κλοιό, με ένα μόνο νεκρό, και να τραβηχτεί προς τα κάτω, χωρισμένη σε τμήματα. Ενα, ωστόσο, από τα τμήματα αυτά, από 30 περίπου άνδρες, που σχεδίαζε να χτυπήσει την Ερεσό, όπου στάθμευαν ισχυρές δυνάμεις ΜΑΥδων και χωροφυλακής, προσβλήθηκε από τον αντίπαλο στη θέση Αετός, όπου είχε το βράδυ κατακλιθεί, και διαλύθηκε. Οι ηγέτες του Καρακώστας και Μπουντάκης και τρεις ακόμη αντάρτες σκοτώθηκαν και πιάστηκαν επτά, που καταδικάστηκαν αμέσως σε θάνατο από το στρατοδικείο και λίγες μέρες αργότερα εκτελέστηκαν στη θέση Κράτηγος, μερικά χιλιόμετρα έξω από τη Μυτιλήνη.

Το χτύπημα, ωστόσο, αυτό δεν πτόησε τους αντάρτες, μια ομάδα των οποίων στα μέσα του Μάη αιχμαλώτισε, ύστερα από ενέδρα, στη θέση Σκίδια, στο δρόμο που συνδέει τη Μυτιλήνη με το Μανταμάδο, μια διμοιρία του κυβερνητικού στρατού, που την απελευθέρωσε, αφού της αφαίρεσε τα όπλα, τα πυρομαχικά και το μεγαλύτερο μέρος του ρουχισμού της. Το εν λόγω γεγονός υπήρξε εντυπωσιακό και πολλοί νέοι από την περιοχή του Μανταμάδου προσχώρησαν τότε στους αντάρτες. Οι φοβερές, όμως, δυσκολίες της αντάρτικης ζωής, οι συνεχείς πορείες και μετακινήσεις των ανταρτών, η πείνα, η διαρκής παραμονή στην ύπαιθρο - όλα επακόλουθα της εδαφικής διαμόρφωσης του νησιού, που δεν επέτρεπε τη διατήρηση μόνιμης βάσης συγκέντρωσης, ανάπαυσης και εξόρμησης - είχαν ως αποτέλεσμα και πάλι διαρροές και εκ νέου συρρίκνωση των λεσβιακών αντάρτικων δυνάμεων.

Picture
Τον Ιούλη του 1947 έφτασε κρυφά στη Μυτιλήνη από τη Σάμο ο Χαράλαμπος Θεοδοσίου, μέλος του Γραφείου της Περιοχής Αιγαίου του ΚΚΕ και ύστερα από συνάντησή του με το γραμματέα της τοπικής κομματικής οργάνωσης Γρηγόρη Κουντουρέλη, ανέλαβε, με βάση κομματική εντολή, τη διοίκηση του τοπικού αντάρτικου τμήματος. Υποδιοικητής έγινε ο Δημήτρης Πιταούλης και σαν άμεσοι στόχοι ορίστηκαν η στρατολόγηση καινούριων μαχητών και η γρήγορη ανάπτυξη επιθετικής αντάρτικης δραστηριότητας.

Ο Χαράλαμπος Θεοδοσίου κατόρθωσε να συγκεντρώσει τις σκορπισμένες σε διάφορες περιοχές του νησιού μικροομάδες και να κατασκευάσει στο πευκοδάσος της Αγιάσου υπόγεια καταφύγια, προκειμένου να κρύβονται σε αυτά οι αντάρτες ύστερα από κάθε επιθετική τους επιχείρηση. Στη συνέχεια άρχισε επιθέσεις στα χωριά, στήσιμο ενεδρών, αφοπλισμούς χωροφυλάκων και ΜΑΥδων, συχνότατες εμφανίσεις στους δημόσιους δρόμους και σταμάτημα αυτοκινήτων για ελέγχους, για συγκέντρωση τροφίμων και για μοίρασμα προπαγανδιστικού υλικού.
Στις 15 του Νοέμβρη πολυμελής ανταρτική ομάδα υπό τον Δημήτρη Πιταούλη και τον Κυριάκο Πασχαλιά χτύπησε το χωριό Βασιλικά, το κατέλαβε ύστερα από σύντομη μάχη και έπιασε αιχμάλωτη την εκεί φρουρά των χωροφυλάκων. Στις 19 του Γενάρη 1948 άλλη αντάρτικη ομάδα μπήκε στο Αμπελικό και στη συνέχεια η αντάρτικη δράση απλώθηκε σε όλο σχεδόν το νησί.
Στις 21 του Φλεβάρη, ωστόσο, αντάρτικο τμήμα βρέθηκε κυκλωμένο από όλες τις δυνάμεις του αντιπάλου και υποχρεώθηκε σε σκληρή αναμέτρηση, που του κόστισε 5 νεκρούς. Αλλοι 5 αντάρτες σκοτώθηκαν σε άλλες συγκρούσεις, που σημειώθηκαν τις ίδιες μέρες στη θέση Καμίνια, στον Καβουροπόταμο και στα Βασιλικά.
Η κατάσταση των ανταρτών της Λέσβου από τα τέλη του Γενάρη 1948 ακόμη είχε αρχίσει να επιδεινώνεται. Το ηθικό τους δε διατηρούσε πια την παλιότερη ακμή του, η στρατολογία νέων μαχητών είχε σταματήσει και η εξεύρεση τροφίμων αποτελούσε ήδη δυσεπίλυτο πρόβλημα. Για να λυθεί μάλιστα το πρόβλημα αυτό, αποφασίστηκε ο χωρισμός του αντάρτικου συγκροτήματος σε μικρές ομάδες - τούτο, όμως, είχε ως συνέπεια τη σημαντικότατη μείωση της μαχητικής ικανότητας των εν λόγω ομάδων και τη διευκόλυνση των λιποταξιών.
Παρ' όλα αυτά εντούτοις ο ανταρτοπόλεμος στη Λέσβο κρατήθηκε πέρα από το Σεπτέμβρη του 1949 - μέχρι το 1955, όταν παραδόθηκαν οι δυο τελευταίοι αντάρτες. Τον Οκτώβρη μάλιστα του 1949 δρούσαν ακόμη στο νησί περισσότεροι από 25 μαχητές.
Η Λέσβος έχασε στον εμφύλιο πόλεμο πάνω από εκατό μαχητές και λαϊκούς αγωνιστές, που έδωσαν τη ζωή τους είτε πολεμώντας στα βουνά του νησιού είτε αντιμετωπίζοντας τα εκτελεστικά αποσπάσματα. Ολα σχεδόν τα τοπικά στελέχη του ΚΚΕ έπεσαν στον αγώνα - και ανάμεσά τους ο Παναγιώτης Γώγος που εκτελέστηκε, ο Γρηγόρης Κουντουρέλης δολοφονήθηκε, ο Χαράλαμπος Θεοδοσίου, ο Δημήτρης Πιταούλης, ο Γιάννης Βασάλος και ο Αχιλλέας Κοντάρας εκτελέστηκαν. Κοντά τους χάθηκαν, επίσης, και νεότεροι αγωνιστές, μέλη του ΚΚΕ και μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού - και μεταξύ τους τα αδέλφια Αντώνης, Γιώργος και Βασίλης Αγρίτης, ο Παναγιώτης Παρασκευαΐδης, ο Κυριάκος Πασχαλιάς, ο Πέτρος Μπούρας, ο Μανώλης Καρακώστας, ο Παναγιώτης Αντωνιάδης, ο Παναγιώτης Καλαλές, ο Βασίλης Παπαδέλης ή Χάρος, ο Παναγιώτης Χαβαράνης, η Ελλη Σβώρου, ο Θανάσης Στεφάνου και ο Ανδρέας Χαραλαμπίδης εκτελέστηκε1.
Σάμος

Στη διάρκεια των γεγονότων του Δεκέμβρη του 1944 στην Αθήνα, γύρω στους 150 οπλίτες του αντιδραστικού «Ιερού Λόχου», που βρίσκονταν τότε στη Σάμο, οργάνωσαν μαζί με ντόπιους αντιδραστικούς τρομοκράτες δολοφονική ενέδρα έξω από το Κοκκάρι σε βάρος μεγάλου τμήματος του τοπικού ΕΛΑΣ, στο οποίο και προκάλεσαν τεράστιες ζημιές. Στη συνέχεια χτύπησαν και διέλυσαν και τα υπόλοιπα ΕΛΑΣίτικα τμήματα, δολοφόνησαν τον Γιώργο Πασβάνη, γραμματέα του ΕΑΜ στο Βαθύ, και με μια σειρά άλλων εγκληματικών κατά του λαού ενεργειών τους βύθισαν στο φασιστικό τρόμο ολόκληρο το νησί.
Αλλαξε, ωστόσο, ριζικά η κατάσταση, όταν επέστρεψαν στη Σάμο 15 περίπου χιλιάδες κάτοικοί της, που είχαν καταφύγει κατά τη διάρκεια της ξενικής κατοχής στη Μέση Ανατολή, είχαν οι πιο πολλοί αναμειχθεί στο κίνημα του στρατού της Μέσης Ανατολής και ήσαν όλοι δοκιμασμένοι αντιφασίστες. Με την εμπειρία και τον ενθουσιασμό, που τους διέκρινε, ανασυγκρότησαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα το λαϊκοαπελευθερωτικό κίνημα του τόπου, ξαναλειτούργησαν τα γραφεία των ΕΑΜικών οργανώσεων, άνοιξαν και πάλι τις Δημοκρατικές Λέσχες στο Καρλόβασι, στο Μαραθόκαμπο και στο Βαθύ και επανεξέδωσαν τις εφημερίδες «Λαοκρατία» και «Καρμανιόλος».
Η Σάμος κάτω από τις νέες συνθήκες πέρασε σταθερά στο στρατόπεδο της ΕΑΜικής Αντίστασης. Ο νομάρχης Γ. Γρηγορίου ασκούσε γενικά ήπια πολιτική και δεν κάλυπτε ποτέ τις ακρότητες των αντιδραστικών στοιχείων του τόπου, η διοίκηση της χωροφυλακής ακολουθούσε ανάλογη στάση, ενώ η εθνοφυλακή φρόντιζε να διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους ΕΑΜίτες.
Μετά τις εκλογές, όμως, του 1946, ο νομάρχης απομακρύνθηκε και στη θέση του τοποθετήθηκε ο Χρήστος Κούσουλας, ο οποίος έσπευσε να αναδιοργανώσει το αντιδραστικό καθεστώς και να καλλιεργήσει εκ νέου το κλίμα της φοβίας. Η Περιφερειακή Επιτροπή Σάμου του Κομμουνιστικού Κόμματος και η Νομαρχιακή του Αγροτικού Κόμματος συνήλθαν τότε σε κοινή σύσκεψη και αποφάσισαν την άμεση οργάνωση Ομάδων Λαϊκής Αυτοάμυνας για την προάσπιση της ζωής και της περιουσίας των λαϊκών αγωνιστών. Οι Ομάδες Λαϊκής Αυτοάμυνας συγκροτήθηκαν πολύ γρήγορα, μπήκαν κάτω από την καθοδήγηση τριμελών γραφείων και όλες μαζί λειτούργησαν υπό τη γενική εποπτεία πενταμελούς πανσαμιακού γραφείου, που είχε επικεφαλής του τον Μανώλη Καραθανάση ή Λυκούργο. Δεν άργησε μάλιστα να μετασχηματιστεί σε οργανωμένη λαϊκή δημοκρατική φρουρά, η οποία κάλυπτε το αντιτρομοκρατικό κίνημα του νησιού.
Οι αντιδραστικές δυνάμεις επιχείρησαν να απαντήσουν στη δραστηριότητα των ομάδων αυτοάμυνας με δυναμικό τρόπο. Ετσι, στις 5 του Μάη 1946 μια ομάδα 15 χωροφυλάκων με έναν υπενωμοτάρχη συνέλαβε εντελώς αυθαίρετα τα στελέχη του Αγροτικού Κόμματος στη Λέκα, με αποτέλεσμα η ομάδα αυτοάμυνας του χωριού, που την αποτελούσαν 17 μέλη, να επέμβει δραστήρια, να απελευθερώσει τους συλληφθέντες, να σκοτώσει τον υπενωμοτάρχη, να τραυματίσει τρεις χωροφύλακες, να τους αφοπλίσει όλους και στη συνέχεια να περάσει στην παρανομία.
Ο νομάρχης Χρήστος Κούσουλας, που υπήρξε ο εμπνευστής της αυθαιρεσίας της χωροφυλακής στη Λέκα, οργάνωσε εκείνη την εποχή πολλά παρόμοια περιστατικά, όπως η δολοφονία από παρακρατικούς του Μανώλη Μόσχου στους Μυτιληνούς. Παράλληλα, χρησιμοποιώντας ανεξέλεγκτα το δημόσιο χρήμα του επισιτισμού και των διανομών, προχώρησε στη δημιουργία ένοπλου σώματος ΜΑΥδων, που ξεπερνούσαν τους 1.500 άνδρες και αποτέλεσαν ουσιαστικά τον προσωπικό στρατό του.
Στις 25 του Μάρτη 1947 ο Χρήστος Κούσουλας μίλησε στην πλατεία της πρωτεύουσας του νησιού, με την ευκαιρία της εθνικής επετείου, και εκεί κήρυξε ανοιχτά τον πόλεμο κατά του ΕΑΜικού και ένοπλου λαϊκού κινήματος, με τα εξής που μεταξύ πολλών άλλων ανέφερε σε εμπρηστικό πολιτικό λόγο του:
«Με τον αγώνα (που διεξάγεται σήμερον) διά την ύπαρξιν της ελληνικής φυλής, αγώνα κατά των επιδρομέων της, διασαφηνίζεται απολύτως, ότι δεν κατοικούν εις την Ελλάδα Ελληνες αριστεροί, αλλά κομμουνιστική ελληνόφωνος μειονότης, ενεργούσα και συμμαχούσα με τους επιδρομείς της πατρίδος. Η μειονότης (άλλωστε αυτή) η εξαγγέλλουσα, διακηρύττουσα και προπαγανδίζουσα (και) την συμφιλίωσιν, απεδείχθη και παρά της Διεθνούς Επιτροπής (των Ηνωμένων Εθνών), ότι είναι συμπαραστάτης και σύμμαχος των Σλάβων. Διά τούτο αρνούμεθα και αποκηρύττομεν κάθε συμφιλιωτικήν κίνησιν μέχρι περατώσεως του αγώνος μας εναντίον των επιδρομέων»(2).
Οι ΜΑΥδες του Χρήστου Κούσουλα, με επικεφαλής τον επίορκο παλιό ΕΛΑΣίτη Ελευθέριο Μπέτσο, πρωτοστάτη της δολοφονίας των ΕΛΑΣιτών στο Κοκάρι, άρχισαν να απλώνουν από τα τέλη του Απρίλη 1947 την τρομοκρατική τους δράση σε όλο το νησί. Το γεγονός, ωστόσο, αυτό οδήγησε στην αύξηση του αριθμού των ένοπλων καταδιωκομένων λαϊκών αγωνιστών, οι οποίοι στις 25 του Μάη σχημάτισαν το πρώτο τμήμα του Δημοκρατικού Στρατού και εγκαταστάθηκαν στον Κέρκη.
Στις αρχές του 1947 έφτασε στη Σάμο ο Ικαριώτης Γιάννης Σαλάς, γνωστός Ακροναυπλιώτης και ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς της ελληνικής Αντιφασιστικής Στρατιωτικής Οργάνωσης της Μέσης Ανατολής. Ο Σαλάς ανέλαβε αμέσως την τοπική γραμματεία του ΚΚΕ και στη συνέχεια συναντήθηκε στα βουνά με τον ταγματάρχη Γιάννη Μαλαγάρη, παλιό συναγωνιστή του στα επαναστατικά γεγονότα της Αιγύπτου, με τον οποίο αποφάσισε τη γρήγορη ανάπτυξη αντάρτικου κινήματος στο τρομοκρατημένο νησί.
Το βράδυ της 25ης του Ιούνη αντάρτικη ομάδα με επικεφαλής τον Γιάννη Μαλαγάρη, τον Σαλά και τον Χρήστο Παντελόγλου χτύπησε αιφνιδιαστικά τον Παγώντα, κατέλαβε το σταθμό χωροφυλακής, σκότωσε δυο χωροφύλακες και αφόπλισε την υπόλοιπη φρουρά. Στα μέσα του Ιούλη, εξάλλου, από τις αντάρτικες ομάδες που υπήρχαν ήδη στον Καρβούνη και από την ομάδα του Γιάννη Σοφούλη σχηματίστηκαν τρεις διμοιρίες, που χτύπησαν και κατέλαβαν τους Μανωλάτες, διέλυσαν τους ΜΑΥδες στην Αμπελο και κατέλυσαν σε ολόκληρη αυτή την περιοχή την κυβερνητική εξουσία.
Στις αρχές του Αυγούστου εκλέχτηκε από μεγάλη σύσκεψη των ανταρτών του Καρβούνη και αντιπροσωπείας των ανταρτών του Κέρκη το Αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού της Σάμου. Επικεφαλής του Αρχηγείου τοποθετήθηκαν ο Γιάννης Μαλαγάρης, ως στρατιωτικός αρχηγός, ο Γιάννης Σαλάς, ως πολιτικός επίτροπος, ο Γιάννης Ζαφείρης, ως υπεύθυνος του Γραφείου Επιχειρήσεων και βοηθός του στρατιωτικού αρχηγού, και ο Σταύρος Χατζηγεωργίου, ως βοηθός του πολιτικού επιτρόπου - ενώ μέλη του διατέλεσαν ο Μανώλης Ιωάννου, ο Κώστας Γρυδάκης, ο Χρήστος Παντελόγλου, ο Γιάννης Σοφούλης και ο Μιλτιάδης Βακάκης.
Στις 12 του Αυγούστου ισχυρές αντάρτικες δυνάμεις χτύπησαν ξαφνικά και κατέλαβαν το Καλαμπάχτασι και απελευθέρωσαν ολόκληρη σχεδόν τη Δυτική Σάμο - ενώ στις 29 του ίδιου μήνα στη μεγάλη μάχη των Γκιναίων, που τραυματίστηκε, όμως, σοβαρά ο Γιάννης Μαλαγάρης, οι κυβερνητικές δυνάμεις υπέστησαν πανωλεθρία. Στις 4 του Σεπτέμβρη, εξάλλου, συντρίφτηκε η φρουρά της Υδρούσας και ύστερα από δυο μέρες εξουδετερώθηκε η φρουρά του Πλατάνου και η διμοιρία του στρατού, που βρισκόταν εκεί, παραδόθηκε στους αντάρτες.
Στα μέσα του Σεπτέμβρη οι κυβερνητικές δυνάμεις επιχείρησαν να εγκλωβίσουν και να εξοντώσουν τους αντάρτες του Καρβούνη, οι οποίοι, όμως, κατόρθωσαν με ελιγμό μέσα από το ίδιο το Καρλόβασι να περάσουν στον Κέρκη. Οπως αναφέρεται σε σχετική ιστοριογραφική μελέτη:
«Η πορεία μέσα από το Καρλόβασι, τη νύχτα της 16ης προς 17η του Σεπτέμβρη, αποτέλεσε τον πιο θαυμαστό ελιγμό των ανταρτών της Σάμου. Τα δυο χιλιόμετρα του παραλιακού δρόμου και οι δεκάδες πάροδοι ελέγχονταν από τους ανιχνευτές, που ασφάλιζαν την πορεία στον αντάρτικο σχηματισμό. Το θέαμα ήταν μεγαλόπρεπο, καθώς οι 150 αντάρτες του Καρβούνη, αναπτυγμένοι κατά διμοιρίες, προχωρούσαν με σταθερό βηματισμό και άφηναν πίσω τους τα εργοστάσια, τα εμπορικά της Ρίβας και το μεγάλο γεφύρι»(3).
Η αδυναμία των κυβερνητικών να συντρίψουν το Δημοκρατικό Στρατό της Σάμου τους υποχρέωσε σε διαπραγματεύσεις μαζί του, που άρχισαν στις 21 του Σεπτέμβρη στο Μαραθόκαμπο και στις οποίες πήραν μέρος για λογαριασμό της κυβέρνησης ο μητροπολίτης Ειρηναίος και ο βουλευτής Μανώλης Σοφούλης και για τους αντάρτες ο Γιάννης Ζαφείρης, ο Σταύρος Χατζηγεωργίου και ο Γιάννης Τζίχας. Αν και συμφωνήθηκε εκεχειρία 15 ημερών και αναγνωρίστηκε ουσιαστικά ο πλήρης έλεγχος συγκεκριμένων περιοχών του νησιού από το Δημοκρατικό Στρατό, οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν τελικά, ύστερα από σχετική έντονη αμερικανική αξίωση προς τον πρωθυπουργό Θεμιστοκλή Σοφούλη.
Στα μέσα του Οκτώβρη και με σκοπό την καλύτερη εκτέλεση των στρατιωτικών επιχειρήσεων η ηγεσία των ανταρτών προχώρησε στην οργάνωση του Δημοκρατικού Στρατού της Σάμου σε πέντε συγκροτήματα. Επρόκειτο για τα συγκροτήματα του Κεντρικού Καρβούνη, του Ανατολικού Καρβούνη, των Λακών, του Πλατάνου και του Κέρκη, με αντίστοιχες έδρες τα Μαρμαράκια, τα Κοχύλια, τη Μερτζάνη, την Κατλάκα και τον Αϊ Λια και αντίστοιχους τον Γιάννη Σοφούλη, τον Μιλτιάδη Βακάκη, τον Θεόδωρο Βασιλείου, τον Δημήτριο Ασημίνα και τον Μάνο Πίτα, οι οποίοι είχαν κοντά τους ως πολιτικούς επιτρόπους αντίστοιχα τον Γιώργο Βαλούκα, τον Κώστα Γρυδάκη, τον Μενέλαο Μενελάου, τον Θεόδωρο Ανάση και ένα πέμπτον, του οποίου, όμως, το όνομα δεν αναφέρεται στις πηγές. Οργανώθηκε, επίσης, επιμελητεία, που ανατέθηκε στον Χρήστο Παντελόγλου, λόχος μηχανημάτων, με διοικητή τον Γιάννη Τζίχα, και έμπεδο νεοσύλλεκτων κοντά στις Λάκες, με πρώτο εκπαιδευτή τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Σταμάτη Δεμερτζή.
Μεγάλη σημασία είχε δώσει η ηγεσία του Δημοκρατικού Στρατού της Σάμου στη διαφώτιση των ανταρτών και του λαού. Ετσι, είχε ιδρύσει ειδικό γραφείο, με υπεύθυνο τον Νίκο Σβερκίδη και με στόχους του «να εξοπλίζει ιδεολογικά τους μαχητές και να τους βοηθά στη λύση των ιδεολογικοπολιτικών προβλημάτων, που αναφύονταν, να εκλαϊκεύει το ιδεολογικό περιεχόμενο του Δημοκρατικού Στρατού στο σαμιώτικο λαό και να στέκεται άγρυπνος φρουρός των λαϊκών συμφερόντων και αμετάθετα προσηλωμένος στην ιδέα της ισότιμης συνεννόησης για συναδέλφωση και ειρήνη»(4). Το Δεκέμβρη του 1948 μάλιστα άρχισε να εκδίδει το περιοδικό «Γκιναίοι», για το οποίο ανέφερε σε σχετική ανακοίνωσή του τα εξής:
«Η ύλη του περιοδικού, έχοντας το διπλό σκοπό να διαφωτίσει και να ψυχαγωγήσει συγχρόνως τον δημοκρατικό στρατιώτη, θα περιλαμβάνει θέματα σοβαρά - πολιτική αρθρογραφία, εσωτερική και εξωτερική επισκόπηση, ιστορικές επιφυλλίδες από τους λαϊκούς αγώνες της Σάμου, πορτραίτα λαϊκών αγωνιστών, προβλήματα στρατιωτικά, υγείας, νεολαίας και λαϊκά - όσο και αστεία, με σκοπό πάντα να διαφωτίσει ή να διορθώσει τα κακώς κείμενα (...). Οι πολιτικοί επίτροποι των τμημάτων πρέπει να ορίσουν ένα μόνιμο ανταποκριτή, ανεξάρτητα από τους έκτακτους συνεργάτες, σε κάθε τμήμα, που θα μελετά και θα γράφει τα ζητήματα, που απασχολούν ή ενδιαφέρουν το τμήμα του»(5).
Στους τελευταίους μήνες του 1947 και ολόκληρο το 1948 ο Δημοκρατικός Στρατός της Σάμου γνώρισε μια σειρά από αξιόλογες επιτυχίες. Ετσι, στις 25 του Οκτώβρη 1947 δυο διμοιρίες του υπό τους Ανδρέα Κατσούφρο, Δημήτρη Ασημίνα και Μενέλαο Μενελάου κατέλαβαν τη Χώρα, παλιά πρωτεύουσα της Σάμου, και αιχμαλώτισαν τους ΜΑΥδες, που τη φρουρούσαν. Στις 2 του Νοέμβρη, εξάλλου, τρεις διμοιρίες του υπό τους Κώστα Κατσούφρο, Γιάννη Χατζηανδρέου και Αριστείδη Ζάγκα χτύπησαν τους Βουρλιώτες, διέλυσαν μια διλοχία ΜΑΥδων συντρίβοντας τις εκεί δυνάμεις της χωροφυλακής.
Από τις 19 του Δεκέμβρη 1947 μέχρι τις 16 του Γενάρη 1948 ο Δημοκρατικός Στρατός αντιμετώπισε αποφασιστικά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, που είχε οργανώσει ο αντίπαλος. Στις διάφορες, όμως, μάχες, που έδωσε, έχασε αρκετούς μαχητές και μεταξύ τους τον Μενέλαο Μενελάου και δέκα προσχωρήσαντες στις γραμμές του στρατιώτες, που αιχμαλωτίστηκαν από τον εχθρό στην Μπαθακιά και τουφεκίστηκαν όλοι επιτόπου.
Στις 20 του Γενάρη 1948 τα συγκροτήματα του Βακάκη και του Σοφούλη κατέλαβαν την εμπορική και βιομηχανική περιοχή του Ορμου, στο Καρλόβασι, και κατάσχεσαν πολλά είδη και χρήματα - ενώ δυο μέρες αργότερα μπήκαν στο Μεσαίο Καρλόβασι και πήραν σημαντικές ποσότητες τροφίμων. Στις 24 του ίδιου μήνα, εξάλλου, πρόσβαλαν τους Κουμαραδαίους και εξουδετέρωσαν τους εκεί ΜΑΥδες, και στις 24 του Φλεβάρη κατέλαβαν τους Μυτιληνούς, αφού επέφεραν στους κυβερνητικούς σοβαρές απώλειες. Τη νύχτα της 7ης του Μάρτη, τέλος, όλες οι αντάρτικες δυνάμεις του Κέρκη και του Καρβούνη χτύπησαν το Νέο Καρλόβασι, κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος του και αποσύρθηκαν, συναποκομίζοντας πλούσια πολεμικά λάφυρα.
Στις 6 του Ιούνη 1948 οι κυβερνητικές δυνάμεις άρχισαν και πάλι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, αντιμετωπίστηκαν, όμως, στον Καρβούνη με επιτυχία από το Δημοκρατικό Στρατό, ο οποίος, αφού κράτησε εκεί τις θέσεις του για δώδεκα μέρες, διολίσθησε με ελιγμό στον Κέρκη. Οι επιχειρήσεις, ωστόσο, του κυβερνητικού στρατού συνεχίστηκαν και το φθινόπωρο με τη χρησιμοποίηση ισχυρών δυνάμεων πεζικού, πυροβολικού, ναυτικού και αεροπορίας, με τις οποίες προσπαθούσε, χωρίς επιτυχία, να κάμψει έναν αντίπαλο, που ταχύτατα περνούσε από την άμυνα στην επίθεση και από τον ελιγμό στη «λούφα».
Στις αρχές του Νοέμβρη, τα κυβερνητικά στρατεύματα ανέβηκαν στον Κέρκη με μεγάλες δυνάμεις, υποχρεώθηκαν, όμως, να φύγουν αμέσως, εξαιτίας μιας πολύ επιτυχημένης αντιπερισπαστικής κίνησης του Δημοκρατικού Στρατού. Συγκεκριμένα, στις 4 του Νοέμβρη, μια διμοιρία ανταρτών, με επικεφαλής τον Μιλτιάδη Βακάκη, μπήκε αιφνιδιαστικά στο Καρλόβασι και έβαλε φωτιά στο δημόσιο καπνεργοστάσιο.
Το 1949, όμως, η κατάσταση άλλαξε ριζικά σε βάρος του Δημοκρατικού Στρατού. Στα τέλη του Μάρτη εκείνου του χρόνου έφτασαν στο νησί τρία ειδικά μακρονησιώτικα τάγματα, με «ανανήψαντες» παλιούς ΕΛΑΣίτες αξιωματικούς και με επικεφαλής τον ταξίαρχο Δαούλη, τον αντισυνταγματάρχη Μπουτσικάρη και τον ταγματάρχη Ησαΐα. Προτού, ωστόσο, οι δυνάμεις αυτές αρχίσουν τις επιχειρήσεις κατά των ανταρτών, πάνω από δυο χιλιάδες «ύποπτοι» συνελήφθησαν προληπτικά από τις αστυνομικές αρχές και το στρατό και οδηγήθηκαν στη Μακρόνησο.
Οι επιχειρήσεις των κυβερνητικών δυνάμεων άρχισαν στις 4 του Απρίλη στις περιοχές του Καρβούνη, του Κέρκη και των Σπαθαριώτικων Βουνών, χωρίς, όμως, τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ο Δημοκρατικός Στρατός, χρησιμοποιώντας την αντάρτικη τακτική, αντιμετώπιζε με επιτυχία τον αντίπαλο, στήνοντας ενέδρες στα χαμηλά περάσματα, στις προσβάσεις των μικρών ορεινών όγκων, και ναρκοθετώντας δρόμους και μονοπάτια.
Στα μέσα του Μάη έφτασαν στη Σάμο με πολεμικό πλοίο ο Αλέξανδρος Παπάγος και ο Βαν Φλιτ και αφού μελέτησαν την κατάσταση, διέταξαν και εδώ το άμεσο άδειασμα της υπαίθρου από τους κατοίκους της, προκειμένου να απομονωθούν εντελώς οι αντάρτες. Ετσι, οι Σαμιώτες χωρικοί εγκατέλειψαν και αυτοί τις εστίες τους και συγκεντρώθηκαν υποχρεωτικά στους Βουρλιώτες, στο Καρλόβασι, στον Πύργο, στον Πλάτανο, στον όρμο του Μαραθόκαμπου, στη Χώρα, στο Πυθαγόρειο και στους Μυτιληνιούς.
Οι αντάρτες χωρίστηκαν τότε σε μικρές ομάδες και προσπάθησαν να περιορίσουν στο ελάχιστο τα ενδεχόμενα της εμπλοκής τους σε αναμετρήσεις με τον πανίσχυρο αντίπαλο. Τούτο, όμως, ήταν αδύνατο, εξαιτίας της συνεχούς παρουσίας των κυβερνητικών στρατευμάτων σε όλη την έκταση του νησιού - γεγονός που οδήγησε, τελικά, στην ολοσχερή ήττα των ανταρτών και στη Σάμο.
Στις 21 του Ιούλη, συγκεκριμένα, αυτοκτόνησαν κοντά στο Καλαμπάχτασι, για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού, ο αρχηγός του τοπικού Δημοκρατικού Στρατού Γιάννης Μαλαγάρης και οι καπεταναίοι Κώστας Γρυδάκης, Θεμιστοκλής Θεοδωρής και Σίμος Γεράκης και σκοτώθηκαν πολεμώντας οι Λευτέρης Βασιλάκης, Μανώλης Κέλης, Μέχρης Καρναβάς, Αλέκος Καρναβάς, Αντώνης Μάζαρης και Δημήτρης Παπαγεωργίου. Στις 29 του ίδιου μήνα έχασαν τη ζωή τους στην Ξηρολακκιά οι Αριστοτέλης Τζίχας, Γιάννης Τζίχας, Αλέκος Γομαλάτσος, Λευτέρης Νικητάκης, Γιάννης Χατζηλίας, Ανδρέας Παληογιώργης, Γιάννης Γιάννου, Γιάννης Ταμπακλής, Θεμιστοκλής Τσιμπογιάννης, Κώστας Παπαντωνίου και Μιχάλης Ξουραφής και πιάστηκαν αιχμάλωτοι δεκαεννέα - ανάμεσά τους ο Γιάννης Ζαφείρης, ο Σταύρος Χατζηγεωργίου, ο Γιάννης Σοφούλης, ο Γεώργιος Βαλούκας, ο Θεόδωρος Βασιλείου, ο Κώστας Κατσούφρος, ο Χρήστος Αξιώτης, η Ανθή Κουτσοδόντη, ο Μανώλης Διακογιάννης, ο Γιάννης Τσερέπας, ο Δημήτρης Βουρλιώτης, ο Μιχάλης Κυρανάκης, ο Στ. Καβουριάρης, ο Δημήτρης Παρτσάφας, ο Νικ. Τζιβανάκης, ο Κώστας Μακρής, ο Γιάννης Χατζηϊωάννου, η Γεωργία Καλούσου και ο Γιάννης Κοκώνης. Πάνω από 40 αντάρτες, εξάλλου, εκτελέστηκαν, αμέσως σχεδόν μόλις πιάστηκαν αιχμάλωτοι, και μεταξύ τους ο Γιώργης Βακαλόπουλος και ο Μανόλης Κόκας.
Στις 18 του Οκτώβρη ο πολιτικός επίτροπος του σαμιώτικου Δημοκρατικού Στρατού Γιάννης Σαλάς και ο νεαρός φοιτητής της Ιατρικής Σαράντος Καρούτσος συνελήφθησαν στην παραλιακή θέση Γκινάκι, ύστερα από προδοσία, και λίγο αργότερα δολοφονήθηκαν στα Κόκκινα Χώματα, με βάση ειδική μυστική διαταγή του στρατιωτικού διοικητή της Σάμου.
Ικαρία

Η Ικαρία και οι γειτονικοί Φούρνοι χρησιμοποιήθηκαν από τις μεταδεκεμβριανές κυβερνήσεις ως τόποι εξορίας των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης. Στους Φούρνους μάλιστα, βρέθηκε νεκρός στο δωμάτιό του, με μια σφαίρα στην καρδιά, στις αρχές του Μάη 1947, ο συνταγματάρχης Ευριπίδης Μπακιρτζής, κορυφαίο στέλεχος του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ. Οι αρχές τότε είχαν δηλώσει ότι ο εκτοπισμένος αγωνιστής είχε αυτοκτονήσει, σε τηλεγράφημά του, όμως, προς την ΚΕ του ΕΑΜ εκ μέρους όλων των εκεί εξόριστων, ο Γεράσιμος Στεφανάτος είχε χαρακτηρίσει ύποπτο το θάνατό του6.
Στην Ικαρία το αριστερό κίνημα ήταν ανέκαθεν ισχυρό - γεγονός που μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας δεν άφηνε αρκετά περιθώρια για την εκεί δράση παρακρατικών συμμοριών. Ο νομάρχης, όμως, της Σάμου Χρήστος Κούσουλας, επιδιώκοντας να δημιουργήσει και σ' αυτό το νησί εμφυλιοπολεμικό κλίμα, έστειλε στις εκεί αστυνομικές αρχές εμπιστευτικό τηλεγράφημα, με το οποίο διέταζε την άμεση σύλληψη όλων των στελεχών του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στην Ικαρία.
Το τηλεγράφημα, ωστόσο, αυτό του νομάρχη έγινε γνωστό στην τοπική οργάνωση του ΚΚΕ, με αποτέλεσμα διακόσια περίπου μέλη και στελέχη του να περάσουν στην παρανομία. Στην αρχή, οι εν λόγω παράνομοι κρύβονταν άοπλοι και αργότερα ορισμένοι απ' αυτούς παραδόθηκαν ή έφυγαν από το νησί - οι πιο πολλοί, όμως, έμειναν στην Ικαρία, περιμένοντας τις εξελίξεις.
Το καλοκαίρι του 1947, σε μυστική σύσκεψη στελεχών του Κομμουνιστικού Κόμματος, του Αγροτικού Κόμματος και της ΕΠΟΝ, συγκροτήθηκε διακομματική επιτροπή ως ενιαίο καθοδηγητικό κέντρο του ικαριώτικου κινήματος και πάρθηκαν αποφάσεις, που αφορούσαν τις σχέσεις και τη δουλιά με τους εξόριστους, τη φύλαξη του παράνομου μηχανισμού και την έκδοση της παράνομης πια εφημερίδας «Νέα Ικαρία».
Στην εν λόγω σύσκεψη δε συζητήθηκε η οργάνωση ένοπλων τμημάτων κρούσης στο νησί. Η απόφαση για την ένοπλη αυτοάμυνα πάρθηκε λίγο αργότερα, με εισήγηση του Γιάννη Σαλά, ο οποίος, πηγαίνοντας τότε στη Σάμο, πέρασε από την Ικαρία. Επρόκειτο, ωστόσο, για παθητική αυτοάμυνα, που εφαρμόστηκε μέχρι το τέλος, και όχι για ενεργητική, που την είχε αργότερα συμβουλεύσει το Αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού της Σάμου.
Η πρώτη σύγκρουση των Ικαριωτών αυτοαμυνιτών με ομάδες των τριακοσίων χωροφυλάκων και των εκατό περίπου ΜΑΥδων, που φρουρούσαν το νησί, πραγματοποιήθηκε στην περιοχή του Φραντάτου και εξελίχτηκε σε πολύωρη μάχη, χωρίς ωστόσο απώλειες. Η δεύτερη σύγκρουση έγινε στον Ορθό Λούρο, πάνω από το Μαυράτο, χωρίς επίσης απώλειες, η τρίτη στο Μαύρο Γκρεμό, πάνω από το Δρούτσουλα, με θύμα τον Γεώργιο Βελετάκη και η τέταρτη στον Αγιο Ονούφριο, με νεκρό τον Μόσχο Μάζαρη και αιχμαλώτους τον Γεώργιο Τσερμέγκα και τον Παναγιώτη Σαμπλίδη, που εκτελέστηκαν αργότερα, ύστερα από απόφαση του στρατοδικείου της Σάμου. Η πέμπτη σύγκρουση σημειώθηκε στο Δοκίμι, πάνω από την Αραίθουσα, με ένα νεκρό και μερικούς τραυματίες από τη δύναμη της χωροφυλακής, και η έκτη στη χαράδρα της Σχίζας, μεταξύ Αραίθουσας και Καραβοστάμου, με νεκρό τον Διαμαντή Διαμαντή και βαριά τραυματισμένο τον Θεολόγο Τσούνη.
Οι αντάρτες της Ικαρίας είχαν βοηθήσει με τις παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ στην απόδραση εκατό περίπου εξορίστων, που έμειναν μαζί τους ή φυγαδεύτηκαν στην Αθήνα, στη Σάμο και αλλού. Κατόρθωναν, εξάλλου, με μικρά πλωτά μέσα να σπάζουν τον κλοιό των καταδρομικών και των αντιτορπιλικών και να διατηρούν τακτική επικοινωνία με τη Σάμο και την Αθήνα - ενώ είχαν κατά καιρούς μεταφέρει πάνω από 26 Ικαριώτες και εξόριστους στη Σάμο για ένταξή τους στον εκεί Δημοκρατικό Στρατό και πολλούς τραυματίες από τη Σάμο νια θεραπεία τους στην Ικαρία.
Μετά την καταστροφή του Δημοκρατικού Στρατού στη Σάμο, ο κυβερνητικός στρατός ετοιμάστηκε να στραφεί κατά των ανταρτών της Ικαρίας, αφού προηγούμενα συνέλαβε όλους τους συγγενείς τους και συγκέντρωσε όλους τους κατοίκους της ορεινής περιοχής σε παραθαλάσσια ελεγχόμενα κέντρα. Ο γραμματέας, όμως, της τοπικής κομματικής οργάνωσης Χρήστος Μαυρογιώργης, χωρίς εντολή ανώτερου οργάνου, αλλά ενεργώντας αυτόβουλα, παράγγειλε τότε στους αντάρτες «να παραδώσουν μεμονωμένα τον οπλισμό τους ως αυθορμήτως παρουσιασθέντες», πράγμα που έκανε και ο ίδιος -με αποτέλεσμα να παραδώσει τα όπλα στους κυβερνητικούς η πλειοψηφία των μαχητών του ΔΣΕ.
Στα χρόνια 1948-1949 σκοτώθηκαν ή δολοφονήθηκαν οι αγωνιστές: Νίκος Παπαζαχαριουδάκης, Νέστορας Νιαπάς, Νίκος Πίττακας, Ηλίας Ξηρός.
Εννιά μαχητές του ΔΣ Ικαρίας αρνήθηκαν να παραδοθούν και παρέμειναν καταδιωκόμενοι στο νησί μέχρι το 1955. Οι Γιάννης Τσερμέγκας, Φίλιππος Μαυρίκης, Ευστράτιος Τσαμπής, Στέφανος Παπαγεωργάκης, Αντώνης Καλαμπόγιας, Κώστας Λίτσας, Δημήτρης Μπάφας, Χαράλαμπος Γκότζιος κατόρθωσαν να επιζήσουν και να καταφύγουν, τελικά, στις σοσιαλιστικές χώρες, ενώ ο Βασίλειος Φρουζές πήγε στο Βόλο απ' όπου καταγόταν και δούλεψε στην παρανομία.7
    
Σημειώσεις


1. Οι αναφορές στηρίζονται κατά βάση σε σημειώσεις του Μιχάλη Λιαρούτσου.
2. Εφ. «ΕΛΛάςβάμου», φ. 2 Απριλίου 1947.
3. «Ο αγώνας του Δημοκρατικού Στρατού στη Σάμο» (Συλλογική εργασία), σελ. 73.
4. ό.π., σελ. 224.
5. ό.π., σελ. 224-225.
6. Εφ. «Ριζοσπάστης», φ. 10 Μαΐου 1947.
7. Οι αναφορές στηρίζονται κυρίως σε σημειώσεις του Στρατή Τσαμπή.

Ο ΔΣΕ στην Κρήτη

Picture
Στην Κρήτη, αρχικά, στους μαζικούς και μαχητικούς αγώνες, που συσπείρωναν την πλειοψηφία του λαού, συμμετείχε κι ένα τμήμα του κόμματος των Φιλελευθέρων, από το οποίο προερχόταν και ο βουλευτής Γιαμαλάκης.

Σύντομα, όμως, η ηγεσία των Φιλελευθέρων, υπό τον Σοφοκλή Βενιζέλο, συσπειρώθηκε με την ντόπια αντίδραση για να τσακίσει το λαϊκοαπελευθερωτικό κίνημα.

Σε αντίδραση των τρομοκρατικών ενεργειών τους, συγκροτήθηκαν οι πρώτες ομάδες των καταδιωκομένων αγωνιστών, που σχετικά σύντομα μετασχηματίστηκαν στο Δημοκρατικό Στρατό της Κρήτης. Επρόκειτο για την εκτόπιση 12 ΕΑΜικών στελεχών από τα Χανιά, για τις επιδρομές κρατικών και παρακρατικών τρομοκρατών κατά των γραφείων του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και της εφημερίδας Δημοκρατία και για τη δημιουργία από εγκληματικά στοιχεία ειδικού σώματος χωροφυλάκων «άνευ θητείας». Στο νομό Χανίων μάλιστα, τους «άνευ θητείας» χωροφύλακες τους οργάνωσε ο απόστρατος συνταγματάρχης Π. Γύπαρης, που, όταν του διαμαρτυρήθηκαν ομοϊδεάτες του για τις απαράδεκτες επιλογές του, χαρακτήρισε τους εκλεκτούς του «καθάρματα», με τα οποία, ωστόσο, «θα έκανε τη δουλειά του»1.
Η αρχή της αντάρτικης δραστηριότητας
Η αντάρτικη δραστηριότητα στην Κρήτη άρχισε στα τέλη του Απρίλη του 1947, όταν στον Ταυρωνίτη των Χανίων αντάρτικες ομάδες χτύπησαν σε ενέδρα τμήμα 35 χωροφυλάκων και στρατιωτών και το διέλυσαν. Στη μάχη σκοτώθηκε ο μοίραρχος Σαριδάκης, ένας στρατιώτης και ένας χωροφύλακας και αιχμαλωτίστηκε το μεγαλύτερο μέρος του τμήματος.

Picture
Την ίδια εποχή έκανε την εμφάνισή της στην Ανατολική Κρήτη η αντάρτικη ομάδα του Γιάννη Ποδιά, παλιού καπετάνιου του ΕΛΑΣ, που μαζί με τον, επίσης, ΕΛΑΣίτη καπετάνιο Νίκο Σαμαρίτη υπήρξε θρυλικό πρόσωπο για την περιοχή. Επρόκειτο για μια ολιγάριθμη ομάδα, η οποία, ωστόσο, πολύ γρήγορα ενισχύθηκε με την προσχώρηση σ' αυτή πλήθους στρατιωτών, που είχαν δραπετεύσει από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Αγίου Νικολάου Λασηθίου.

Για το στρατόπεδο αυτό, αλλά και για τη δραπέτευση και προσχώρηση πολλών στρατιωτών του στην ομάδα του Ποδιά, υπάρχει η παρακάτω σχετική μαρτυρία - δοσμένη από κρατούμενο του εν λόγω στρατοπέδου και κατοπινό μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού:
«Στα τέλη του 1946 υπήρχαν στην Κρήτη δυο στρατόπεδα Σκαπανέων - το ένα στο Ρέθυμνο και το άλλο στον Αγιο Νικόλαο Λασηθίου - που αριθμούσαν συνολικά γύρω στους τρεις χιλιάδες στρατιώτες. Στις αρχές του 1947 τα στρατόπεδα αυτά διαλύθηκαν και κρατήθηκαν μόνο οι πιο "επικίνδυνοι", που συγκεντρώθηκαν στον Αγιο Νικόλαο - γύρω στους 120 με 125.
Ζούσαμε εκεί κάτω από τραγικές συνθήκες. Ο ταγματάρχης Κωνσταντόπουλος, διοικητής του στρατοπέδου, οι Αλφαμίτες γιοι του και άλλοι τραμπούκοι, τρομοκρατούσαν τους κρατούμενους με απειλές, βρισιές, προκλήσεις και περιορισμούς.
Στο τέλος του δεύτερου δεκαήμερου του Απρίλη και αφού η Οργάνωση Περιοχής Κρήτης του ΚΚΕ ενέκρινε τη σχετική πρόταση της κομματικής οργάνωσης του στρατοπέδου, πήραμε το δρόμο για το βουνό. Εκείνες τις μέρες είχαν έλθει βάσιμες πληροφορίες ότι σχεδίαζαν (οι στρατιωτικές αρχές) να μας στείλουν για εξόντωση στην κόλαση της Μακρονήσου (...).

Picture
Με όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις και τη μυστικότητα αποδράσαμε από το στρατόπεδο και συναντηθήκαμε, κατάκοποι λόγω της απόστασης, με την ομάδα του Ποδιά στη θέση Καθαρό.

Την ομάδα αυτή την αποτελούσαν ο Γιάννης Ποδιάς, ο Μήτσος Παπάς (και άλλοι οχτώ καταδιωκόμενοι αγωνιστές). Με τους 55, που φύγαμε από τον Αγιο Νικόλαο, η δύναμη της ομάδας ανήλθε στους 65».2
Λίγες μέρες μετά την προσχώρηση των 55 στρατιωτικών στην ομάδα του Ποδιά συγκροτήθηκε η νέα διοίκησή της, την οποία αποτέλεσαν ο Ποδιάς, ως αρχηγός, ο Παπάς, ως υπαρχηγός, ο Αριστείδης Λαμπρούλης, ως στρατιωτικός υπεύθυνος, ο Μανώλης Φραγκιαδάκης, ως πολιτικός επίτροπος, και ο Γιάννης Ρουκουνάκης, ως ομαδάρχης.
Πρώτες συγκρούσεις και επιτυχίεςΗ πρώτη αξιόλογη σύγκρουση της ομάδας του Ποδιά με κυβερνητικές δυνάμεις σημειώθηκε στα Λασηθιώτικα Βουνά, στη θέση Σκοτεινά Λακκάκια, όπου ο εχθρός πανικοβλήθηκε και ένας χωροφύλακας σκοτώθηκε. Η σημαντικότερη, όμως, επιχείρηση της ομάδας πραγματοποιήθηκε στις 9 του Μάη, όταν αυτή χτύπησε και κατέλαβε, ύστερα από εφτάωρη μάχη, την Ιεράπετρα, επιφέροντας στον αντίπαλο σημαντικές απώλειες σε νεκρούς. Ανάμεσα μάλιστα στους νεκρούς του αντιπάλου περιλαμβάνονταν και 11 Αλβανοί, παλιοί συνεργάτες των Γερμανών κατακτητών, που τώρα είχαν προσκολληθεί στη χωροφυλακή.


Την ίδια μέρα της κατάληψης της Ιεράπετρας από τους αντάρτες του Ποδιά εκατοντάδες λαού συγκεντρώθηκαν μπροστά στη Νομαρχία Ηρακλείου και άρχισαν να ζητούν να φύγουν ο Γύπαρης και οι χωροφύλακές του από την Κρήτη, να επανέλθουν οι εξόριστοι ΕΑΜίτες στα σπίτια τους και να σταματήσει ο εμφύλιος πόλεμος στο νησί.

Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η στάση του νομάρχη Νάθαινα, που ανήκε στο Λαϊκό Κόμμα, αλλά και της μεγάλης μερίδας των βενιζελικών πολιτευτών, καθώς και των βενιζελικών «καπεταναίων», και κατά πρώτο λόγο του Εμμανουήλ Μπαντουβά, οι οποίοι σε σύσκεψη που είχε συγκροτηθεί πριν από πέντε μέρες, είχαν, χωρίς συζήτηση, απορρίψει την οποιαδήποτε συμφιλίωση με τις ΕΑΜικές δυνάμεις. Στη σύσκεψη μάλιστα αυτή αναφερόμενος ο διαλλακτικός βενιζελικός βουλευτής Γιαμαλάκης είχε δηλώσει τότε στο Ριζοσπάστη: «Μετά την αποδοκιμασίαν μου από τους δυναμικούς καπεταναίους και την σύσκεψιν της Δευτέρας (5ης Μαΐου), όπου επήραν μέρος οι βενιζελικοί οπλαρχηγοί με τον λαϊκόν νομάρχην και τας αστυνομικάς αρχάς, αδυνατώ πλέον να αναμιχθώ εις την συμφιλιωτικήν προσπάθειαν. Ετόνισα προς όλας τας κατευθύνσεις ότι είναι αδύνατον να ηρεμήσουν τα πνεύματα, εάν ικανοποιηθή η αξίωσις των λεγομένων καπεταναίων να αναλάβουν αυτοί την εκπροσώπησιν του κράτους εις την δίωξιν των ενόπλων. Ούτοι, ιδιαιτέρως δε ο Μπαντουβάς, εμπνέονται από αφάνταστον φιλοδοξίαν».


Ο ρόλος των βενιζελικών «οπλαρχηγών», αλλά και επιτυχίες των ανταρτών
Picture
Στις 11 του Μάη ο Μπαντουβάς και οι υπόλοιποι βενιζελικοί οπλαρχηγοί κυκλοφόρησαν «προκήρυξιν προς τον κρητικόν λαόν», με την οποία τον πληροφορούσαν ότι «εις την καταβαλλομένην προσπάθειαν του έθνους ήρχοντο συνεπίκουροι και βοηθοί των νομίμων αρχών του κράτους, τασσόμενοι υπό τας διαταγάς και παρά το πλευρόν των διά την πάταξιν της ανταρσίας». Ο νομάρχης προσπάθησε να αντιδράσει στην πρωτοφανή αυτή ενέργεια των οπλαρχηγών και δήλωσε ότι «θα πατάξη κάθε ένα, που θα οπλισθή με το πρόσχημα ότι θα κτυπήση την ανταρσίαν» - πολύ γρήγορα, όμως, αντελήφθη την κατάσταση και δεν προχώρησε σε καμιά ενέργεια κατά των βενιζελικών «καπεταναίων», όταν αυτοί επικήρυξαν ως ληστές με δέκα εκατομμύρια δραχμές τον καθένα, τον Ποδιά και μαζί του δυο άλλα δυναμικά στελέχη των ανταρτών - τον Παπά και τον Ρουκουνάκη.

Η ομάδα του Ποδιά, ωστόσο, συνέχισε τη δράση της στην Ανατολική Κρήτη και είχε ορισμένες επιτυχίες. Ετσι, στις 14 και στις 15 του Μάη, χτύπησε παρακρατικούς του Μπαντουβά και στρατιώτες στη θέση του «Ξινογιώργη η Κορφή», στις 23 του ίδιου μήνα κέρδισε μικρή μάχη με χωροφύλακες στο χωριό Κασάνοι του Ηρακλείου και στις 18 του Ιούνη αναμετρήθηκε με τον εχθρό και του προκάλεσε φθορές στη θέση Μαύρος Κόλυμπος του Λαρανίου, χωριού του Ποδιά. Στις 27 του ίδιου μήνα, όμως, ομάδα δέκα ανταρτών της περιοχής υπό τον Βασίλη Πλαγιωτάκη καταστράφηκε από μονάδα του Μπαντουβά στο βουνό της Σμπάρου, όπου είχε σταλεί, για να δημιουργήσει μικρό αντάρτικο συγκρότημα.

Την ίδια εποχή στο δυτικό τμήμα του νησιού είχαν ήδη αναπτυχθεί τρία ισχυρά αντάρτικα συγκροτήματα. Το πρώτο από τα συγκροτήματα αυτά δρούσε στην περιοχή Κισσάμου και Σελίνου, με αρχηγό τον Γ. Κοδέλα, το δεύτερο στην Κυδωνία, με επικεφαλής τον Γιάννη Μπαντουρογιάννη και τον Πίσσα, και το τρίτο στον Αποκόρωνα, με ηγέτη τον Γ. Σπανουδάκη ή Χειμώνα.
Παράλληλα, δρούσαν στις ίδιες περιοχές και μικρές ανεξάρτητες ομάδες, καθώς και ομάδες αυτοάμυνας - ενώ σε ώρα ανάγκης μπορούσαν οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού της Δυτικής Κρήτης να ενισχυθούν με τριακόσιους επιπλέον ενόπλους μόνο στον παλαιό δήμο του Πελεκάνου της επαρχίας του Σελίνου.

Με τον εμφύλιο πόλεμο στην Κρήτη ασχολούνται αναλυτικά ο Σπύρος Μπλαζάκης και ο Γιώργης Τσομπανάκης, μαχητές και οι δυο του Δημοκρατικού Στρατού, που δεν παραδόθηκαν ποτέ, αλλά έζησαν κυνηγημένοι στα βουνά τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια και οι οποίοι σε πολυσέλιδο βιβλίο τους γράφουν συγκεκριμένα:
«Το αντάρτικο στην Κρήτη (τον Απρίλη του 1947) είχε ξεφαντώσει. Στον Αποκόρωνα, στην Κυδωνία, στον Κίσσαμο, στο Σέλινο, παντού υπήρχαν αντάρτικες ομάδες και άρχιζαν τη δράση. Στα ορεινά μέρη καταλάβαιναν τους σταθμούς (χωροφυλακής), έκοβαν τις τηλεφωνικές επικοινωνίες και γενικά (τα μέρη αυτά) ήταν υπό τον έλεγχό τους. Ακουγε ο κόσμος για τη δράση του αντάρτικου στην ηπειρωτική Ελλάδα και έπαιρνε θάρρος. Η κυβέρνηση έκανε επιστράτευση και πολλοί στρατιώτες δεν πήγαιναν στο στρατό, αλλά λιποταχτούσαν. Αλλοι έρχονταν στις αντάρτικες ομάδες και άλλοι γύριζαν στα χωριά τους».3

Σε άλλο σημείο του βιβλίου τους, οι ίδιοι σημειώνουν:
«Ηταν χειμώνας (του 1947 προς 1948) και κατεβαίναμε από τα υψώματα του Ομαλού και χωνόμαστε μέχρι τα γόνατα στο χιόνι. Κατά τις δέκα η ώρα το βράδυ κατεβήκαμε στον Ομαλό (...). Εκεί συγκεντρώθηκαν όλοι οι αντάρτες του βουνού. Εβγαιναν συνεχώς νέοι και έτσι στα τέλη του Γενάρη του 1948 το αντάρτικο στο νομό είχε αναπτυχθεί στον ανώτερο βαθμό. Αριθμούσε περί τους διακόσιους μάχιμους, που μπορούσαν να παίρνουν μέρος σε επιχειρήσεις με ακμαίο ηθικό. Είχαν αναπτύξει και αξιόλογη δράση».4
Το Δημοκρατικό Στρατό της Κρήτης αποτελούσαν εμπειροπόλεμα συγκροτήματα σε όλη σχεδόν την έκταση του νησιού. Στο συγκρότημα μάλιστα του νομού Χανίων ήταν ενσωματωμένη μια ξεχωριστή διμοιρία γυναικών, με επικεφαλής τη Γεωργία Σκευάκη, καθώς και μια ομάδα της Δημοκρατικής Νεολαίας, η οποία είχε πάρει μέρος σε όλες τις επικίνδυνες αποστολές και σε όλες τις αποφασιστικές συγκρούσεις, που είχαν κατά καιρούς σημειωθεί στην περιοχή.

Η πιο εντυπωσιακή επιχείρηση του Δημοκρατικού Στρατού στην Κρήτη ήταν εκείνη στο αεροδρόμιο του Μάλεμε, όπου υπήρχε λόχος εκατό σμηνιτών. Ισχυρή δύναμη ανταρτών είχε κατέβει στο χωριό Πρασέ με τρία αυτοκίνητα, είχε καταλάβει θέσεις γύρω από το αεροδρόμιο και στη συνέχεια είχε στείλει μια μικρή ομάδα από δέκα άνδρες μέσα σ' αυτό, για να καλέσουν τη φρουρά να προσχωρήσει στις γραμμές τους. Προσχώρησαν με προθυμία 64 σμηνίτες, οι οποίοι, αφού φόρτωσαν στα αυτοκίνητα της αεροπορικής βάσης όλο τον οπλισμό της μονάδας τους - και μεταξύ των άλλων τρία βαριά πολυβόλα και τον ασύρματο - κατευθύνθηκαν μαζί με τους αντάρτες προς την Κακόπετρα, που ήταν η έδρα του Δημοκρατικού Στρατού της περιοχής.
Σημαντική υπήρξε, επίσης, η μάχη στους Λάκκους με λόχο της εθνοφυλακής. Ο λόχος αυτός διαλύθηκε, σαράντα στρατιώτες αιχμαλωτίστηκαν, για να αφεθούν αμέσως ελεύθεροι και πέσανε στα χέρια των ανταρτών πολλά όπλα και τρόφιμα.

Από τις 28 μέχρι τις 30 του Ιούνη 1947 πάνω από εκατό αντάρτες του Ποδιά χτύπησαν τμήματα χωροφυλάκων και παρακρατικών του Κατσιά και του Μπαντουβά στην επαρχία της Αμαρίας, στον Ψηλορείτη, με αποτέλεσμα να τα διαλύσουν. Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη μετά την επιχείρηση της Ιεράπετρας επιτυχία της ομάδας αυτής, της οποίας η διοίκηση είχε συμπληρωθεί από τον Θεόφιλο Τρουλλινό, ως ομαδάρχη, το δικηγόρο Γεώργιο Σμπώκο και το γιατρό Μιχάλη Χριστοφοράκη.

Την ίδια εποχή αντάρτικες δυνάμεις κατέλαβαν την υποδιοίκηση της χωροφυλακής στην Κάνδανο των Χανίων, επέφεραν απώλειες στον εχθρό και αποκόμισαν λάφυρα. Αλλες αντάρτικες δυνάμεις, εξάλλου, μπήκαν αιφνιδιαστικά στη Χρυσοπηγή, έξω από το Ηράκλειο, και κατέστρεψαν συνεργεία αυτοκινήτων.

Το Μάρτη του 1948 ισχυρή ομάδα του Δημοκρατικού Στρατού και τμήμα της ομάδας της Δημοκρατικής Νεολαίας χτύπησαν στον εθνικό δρόμο, μεταξύ των χωριών Νεοχωρίου και Αγίων Πάντων, της επαρχίας Αποκορώνου, πομπή αυτοκινήτων, στα οποία επέβαιναν 27 βουλευτές του κόμματος των Φιλελευθέρων και διπλωματικοί εκπρόσωποι των Ηνωμένων Πολιτειών, της Βρετανίας και της Γαλλίας, που μετέβαιναν στο Ακρωτήρι των Χανίων, για να συμμετάσχουν σε μνημόσυνο του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ολοι αυτοί είχαν ξεκινήσει από τον Αγιο Νικόλαο του Λασηθίου και κατευθυνόμενοι προς τα Χανιά, είχαν σταματήσει στο Ηράκλειο, στο Ρέθυμνο και σε ορισμένα μικρά αστικά κέντρα, όπου με σύντομες ομιλίες τους είχαν προβάλει την αναγκαιότητα της συγκρότησης ειδικής Μεραρχίας Κρητών εθελοντών, οι οποίοι «θα συνέβαλλαν αποφασιστικώς εις την εκκαθάρισιν της χώρας εκ του συμμοριτισμού από Θράκης μέχρι Ταινάρου».

Αποτέλεσμα της ένοπλης προσβολής της εν λόγω πομπής - που συνέπεσε με οργανωμένη επίθεση άλλης αντάρτικης ομάδας στις αγροτικές φυλακές της Αγιάς, 5 χιλιόμετρα έξω από τα Χανιά - υπήρξε ο τραυματισμός ενός βουλευτή, η πρόκληση ζημιών σε μερικά αυτοκίνητα και κυρίως ο πανικός των βουλευτών, των ξένων διπλωματών και της αστυνομικής συνοδείας τους. Ηταν μάλιστα τόσο μεγάλος ο πανικός τους, ώστε το επίσημο γεύμα ζήτησαν και δόθηκε όχι στο χώρο που είχε προγραμματιστεί, αλλά στο πολεμικό πλοίο, που είχε μεταφέρει στην Κρήτη, ειδικά για το μνημόσυνο, τον Σοφοκλή Βενιζέλο.

Το Αρχηγείο των ανταρτών του νομού Χανίων απένειμε έπαινο στους μαχητές, που συμμετείχαν στην προσβολή της πομπής και ο ραδιοσταθμός της «Ελεύθερης Ελλάδας» αναφέρθηκε επανειλημμένα στο περιστατικό. Επρόκειτο, άλλωστε, για πολύ εντυπωσιακό και ταπεινωτικό για τους κυβερνητικούς γεγονός, εξαιτίας του οποίου απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους ο γενικός διοικητής της Κρήτης, ο διοικητής της εκεί χωροφυλακής και ο φρούραρχος Χανίων.5

Επιβολή της τρομοκρατίαςΓια την αντιμετώπιση του Δημοκρατικού Στρατού στην Κρήτη η κυβέρνηση της Αθήνας υποχρεώθηκε, τελικά, να μεταφέρει στη μεγαλόνησο ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, με επικεφαλής τον ταξίαρχο Φραγκιαδάκη. Παράλληλα, ενίσχυσε την εθνοφυλακή και τις παρακρατικές συμμορίες, των οποίων η εγκληματική δράση ήταν ήδη πλούσια στο νησί.
Σε προσωπικές μαρτυρίες γίνεται πολύς λόγος για την κατάσταση τρόμου, που είχαν επιβάλει τότε τα κρατικά όργανα και οι παρακρατικοί σε όλη την έκταση της μεγαλονήσου. Ετσι, σε κάποια από τις μαρτυρίες αυτές αναφέρεται σχετικά:
«Για να κάμψουν το δημοκρατικό φρόνημα του κρητικού λαού το κράτος και το παρακράτος των Μπαντουβάδων εξαπόλυσαν βάρβαρη και αιματηρή τρομοκρατία. Ομαδικές συλλήψεις, μεσαιωνικοί βασανισμοί, εκτελέσεις και δολοφονίες αγωνιστών απλώθηκαν σε όλους τους νομούς του νησιού.

Οι "στάβλοι του Μπαντουβά" ήταν η Μακρόνησος της Κρήτης. Εκατοντάδες αντιστασιακοί και άλλοι προοδευτικοί άνθρωποι πέρασαν από τους "στάβλους" αυτούς. Εκεί δολοφονήθηκε, όντας αιχμάλωτος, ο Γιάννης Ρουκουνάκης. Εκεί, επίσης, δολοφονήθηκαν η παιδαγωγός και λαογράφος Μαρία Λιουδάκη, η Μαρία Δρανδάκη, ο γεωπόνος Μιχάλης Λαμπράκης (και πολλοί άλλοι αγωνιστές). Στις 12 του Ιούνη 1947, εξάλλου, πέθανε στην Ασφάλεια Ηρακλείου, ύστερα από βασανιστήρια, ο Στρατής Περγαλίδης, πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου της πόλης, ενώ σε εκδήλωση διαμαρτυρίας εργατών για τη σύλληψή του δολοφονήθηκαν οι αδελφοί Χρήστος και Κώστας Χατζηγεωργίου».6

Την άνοιξη του 1948 άρχισαν από τον κυβερνητικό στρατό οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, με τις οποίες ασχολούμενοι στο βιβλίο τους οι Μπλαζάκης και Τσομπανάκης γράφουν:
«Οι αρχές ανησύχησαν πολύ με τη δράση του Δημοκρατικού Στρατού (κυρίως) στο νομό Ηρακλείου και αποφάσισαν να χτυπήσουν το αντάρτικο του νομού. Συγκέντρωσαν μεγάλες δυνάμεις και άρχισαν μεγάλης κλίμακας εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Ο νομός Ηρακλείου δεν έχει ψηλά βουνά, εκτός από τον Ψηλορείτη, στα σύνορα με το Ρέθυμνο, και δεν προσφέρεται για μεγάλη δύναμη ανταρτών, εκτός αν υπερτερούν από τον αντίπαλο. Ο αντίπαλος, όμως, είχε μεγάλη υπεροχή σε άνδρες και οπλισμό. Τους στρίμωχνε από δω, τους στρίμωχνε από κει και τους ανάγκαζε να δίνουν, κάθε μέρα σχεδόν, μάχες, με αποτέλεσμα να τους αποδεκατίσουν, σκοτώνοντας και τον καπετάνιο τους Ποδιά. Οσοι εγλύτωσαν, μην μπορώντας να μένουν σ' αυτή την περιοχή, περάσανε στο νομό Χανίων και ενώθηκαν μαζί μας».7

Για τα δραματικά γεγονότα του νομού Ηρακλείου υπάρχει και μαρτυρία αντάρτη της ομάδας του Ποδιά, στην οποία αναφέρεται:
«Στις 28 του Ιούνη, το πρωί, δώσαμε την πρώτη μάχη νοτιοδυτικά της Νίδας, στη θέση Πόρος της Μηλιάς. Στη συνέχεια αποχωρήσαμε και κάναμε στάση στο Λοχριανό Πηγάδι, όπου φάγαμε και ήπιαμε νερό.
Την επομένη δεχτήκαμε επίθεση στη θέση Κουρουπητό. Πολεμούσαμε όλη μέρα στον ήλιο, διψασμένοι και πεινασμένοι, αλλά με θάρρος και περηφάνια. Το βράδυ της ίδιας μέρας ξεκινήσαμε, για να βγούμε από τον σφιχτό κλοιό.
Στην πορεία πέσαμε σε ενέδρα, που μας εμπόδισε να προχωρήσουμε συνταγμένοι για τον καθορισμένο τόπο. Ενα τμήμα της ομάδας, στον Αγκαβανόλακκο, βρέθηκε με τον Ποδιά. Για να προφυλαχθούν, βγήκαν επάνω σε δέντρα και από κει, όταν έγιναν αντιληπτοί, πολέμησαν ενάντια στους παρακρατικούς. Σε αυτή τη σύγκρουση έπεσαν όλοι, γύρω στους εννέα με δέκα, μαζί και ο Ποδιάς (...).

Σαν κανίβαλοι συναγωνίζονταν γύρω από το πτώμα του Ποδιά οι ομάδες των παρακρατικών, ποιος θα πάρει το κομμένο του κεφάλι. Στο τέλος το πήραν οι Μπαντουβάδες, το κάρφωσαν σε πάσσαλο και το μετέφεραν, πανηγυρίζοντας, στο Ηράκλειο».8
Ο θάνατος του Ποδιά σήμανε την αρχή του τέλους του Δημοκρατικού Στρατού στην Κρήτη, που σημειώθηκε πολύ νωρίτερα από οποιαδήποτε άλλη περιοχή στην Ελλάδα. Ο Δημοκρατικός Στρατός της μεγαλονήσου, παρά την αρχική μεγάλη ανάπτυξή του, δεν κατόρθωσε τελικά, και για υποκειμενικούς και για αντικειμενικούς λόγους, να αναπτύξει ένα κίνημα ανάλογο προς τον προσωπικό δυναμισμό των μαχητών του και προς την κρητική επαναστατική παράδοση.

Η σκληρότερη και αιματηρότερη μάχη από το σύνολο σχεδόν των ανταρτών, που δεν ξεπερνούσαν τους 150, δόθηκε στο φαράγγι της Σαμαριάς και κράτησε πέντε μέρες. Οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού πολέμησαν εκεί με ηρωισμό, κυκλωμένοι από κυβερνητικά στρατιωτικά τμήματα, που μαζί με τους παρακρατικούς του Γύπαρη και των οπλαρχηγών Πέτρακα και Γιαννούλη, που τους ενίσχυαν, αριθμούσαν τρεις χιλιάδες άνδρες, υποστηριζόμενους μάλιστα από την αεροπορία.
Από τους αντάρτες σκοτώθηκαν στη διάρκεια της μάχης 35, καθώς προσπαθούσαν να βγουν από τον κλοιό. Οι υπόλοιποι, τελικά, κατόρθωσαν να περάσουν μέσα από τις κυβερνητικές γραμμές και να τραβήξουν προς τα Λευκά Ορη, όπου χωρίστηκαν σε μικρές ομάδες.

Στις 26 του Οκτώβρη 1948 έπεσαν σε ενέδρα και σκοτώθηκε ο Δημήτρης Μακριδάκης, γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής του Κόμματος, ενώ ο Γιώργος Τσιτήλος, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, πιάστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Την ίδια εποχή έχασαν τη ζωή τους σε άνισες αναμετρήσεις ο Μπαντουρογιάννης, ο Πίσσας, ο Ροζάκης, ο Παπαναγκοτάκης και ο γιατρός Σταματάκης. Το Δεκέμβρη του 1949, εξάλλου, σκοτώθηκε σε συμπλοκή η Βαγγελιώ Κλάδου, μέλος του Γραφείου Περιοχής του ΚΚΕ.
Στις αρχές του 1950 είχαν απομείνει στην Κρήτη μόνο 14 αντάρτες, που πέρασαν στην παρανομία και άρχισαν να εργάζονται για την ανασυγκρότηση των παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ και για τη διατήρηση και παραπέρα ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος στο νησί. Πέντε, όμως, απ' αυτούς συνελήφθησαν τελικά, ένας σκοτώθηκε, έξι κατόρθωσαν να διαφύγουν στο εξωτερικό και οι υπόλοιποι δύο, δηλαδή ο Σπύρος Μπλαζάκης και ο Γεώργιος Τσομπανάκης, παρέμειναν ασύλληπτοι στα κρητικά βουνά και ξαναγύρισαν στη νομιμότητα το 1974, μετά την πτώση της στρατιωτικοφασιστικής δικτατορίας.
    
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βασίλη Μπαρτζιώτα, «Η πολιτική μας δουλιά στον ΔΣΕ», σελ. 104.
2. Γραπτή μαρτυρία του Νίκου Βασιλάκη.
3. Σπύρου Μπλαζάκη και Γιώργη Τσομπανάκη, «Τριάντα πέντε χρόνια αντίσταση», σελ. 234.
4. ό.π. σελ. 278.
5. Γραπτή μαρτυρία του Λευτέρη Ηλιάκη.
6. Γραπτή μαρτυρία του Νίκου Βασιλάκη.
7. Σπύρου Μπλαζάκη και Γιώργη Τσομπανάκη, ό.π. σελ. 108.
8. Γραπτή μαρτυρία του Νίκου Βασιλάκη.

Πηγή: ΠΕΑΕΑ - ΔΣΕ
{[['']]}
 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger