Αρχική » » Η καταγωγή της Οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους Μέρος 6ο

Η καταγωγή της Οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους Μέρος 6ο

{[['']]}

Η καταγωγή της Οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους
                             
O καταμερισμός της εργασίας ανάμεσα στα δυο φύλα καθορίζεται από τελείως διαφορετικές αιτίες απ' ό,τι η θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Λαοί όπου οι γυναίκες είναι υποχρεωμένες να εργάζονται πολύ περισσότερο απ' ό,τι πρέπει σύμφωνα με τις δικές μας αντιλήψεις, τρέφουν συχνά πολύ πιο πραγματικό σεβασμό στις γυναίκες από τους Ευρωπαίους μας. Η κυρία του πολιτισμού, τριγυρισμένη από ψευτοπροσκυνήματα και ξεκομμένη από κάθε πραγματική δουλειά, έχει άπειρα κατώτερη κοινωνική θέση από τη σκληρά εργαζόμενη γυναίκα της βαρβαρότητας που στο λαό της την εκτιμούσαν σαν πραγματική κυρία (Ιady, frowa,, frau = κυρά), και ήταν τέτοια από το χαρακτήρα της θέσης της.

Αν σήμερα στην Αμερική ο ζευγαρωτός γάμος έχει παραγκωνίσει ολότελα τον ομαδικό γάμο, αυτό θα το δείξουν επισταμένες έρευνες στους βορειοδυτικούς και ιδίως στους νοτιοαμερικανικούς λαούς, που βρίσκονται ακόμα στην ανώτερη βαθμίδα της άγριας κατάστασης. Γι' αυτούς τους τελευταίους διηγούνται τόσα πολλά παραδείγματα σεξουαλικής ελευθερίας που δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι έχουν ξεπεράσει ολότελα τον παλιό ομαδικό γάμο. Οπωσδήποτε δεν εξαφανίστηκαν ακόμα όλα του τα ίχνη. Τουλάχιστον σε σαράντα βορειοαμερικανικές φυλές ο άντρας που παντρεύεται τη μεγαλύτερη αδερφή, έχει το δικαίωμα να πάρει επίσης γυναίκες του όλες τις αδερφές της, μόλις φτάσουν στην απαιτούμενη ηλικία: υπόλειμμα του γεγονότος ότι μια ολόκληρη σειρά αδερφές είχαν από κοινού τους άντρες. Και για τους κατοίκους της χερσονήσου της Καλιφόρνιας (ανώτερη βαθμίδα της άγριας κατάστασης), αφηγείται ο Μπάνκροφτ ότι έχουν ορισμένες γιορτές, όπου μαζεύονται κάμποσες «φυλές» με σκοπό να έρθουν σε σεξουαλικές σχέσεις χωρίς διάκριση*

Όπως φαίνεται, πρόκειται για γένη, που μ' αυτά τα πανηγύρια διατηρούν την αμυδρή ανάμνηση της εποχής όπου οι γυναίκες του ενός γένους είχαν κοινούς συζύγους όλους τους άντρες των άλλων γενών και αντίστροφα. Το ίδιο έθιμο επικρατεί ακόμα στην Αυστραλία. Σε μερικούς λαούς συμβαίνει οι πιο ηλικιωμένοι άντρες, οι αρχηγοί και μάγοι-ιερείς, να εκμεταλλεύονται την κοινοκτημοσύνη των γυναικών για λογαριασμό τους και να μονοπωλούν τις περισσότερες γυναίκες για τον εαυτό τους. Σε αντιστάθμισμα, όμως, είναι υποχρεωμένοι, σε ορισμένες γιορτές και μεγάλες λαϊκές συγκεντρώσεις, να βάζουν ξανά σε εφαρμογή την παλιά κοινοκτημοσύνη και ν' αφήνουν τις γυναίκες τους να ξεφαντώνουν με τους νέους.
Μια ολόκληρη σειρά παραδείγματα από τέτοιου είδους περιοδικά σατουρνάλια**, όπου ισχύουν ξανά για λίγο διάστημα οι παλιές ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις, αναφέρονται από τον Βέστερμαρκ, σελ. 28-29: για τους Χος, τους Σαντάλ, τους Πάντζας και τους Κοτάρ στην Ινδία, σε μερικούς αφρικανικούς λαούς κλπ. Κατά περίεργο τρόπο, ο Βέστερμαρκ βγάζει από αυτό το γεγονός το συμπέρασμα ότι είναι υπολείμματα όχι του ομαδικού γάμου, που τον αρνείται, αλλά της εποχής του οργασμού, που στον πρωτόγονο άνθρωπο ήταν κοινός με τα άλλα ζώα.

Φτάνουμε τώρα στην τέταρτη μεγάλη ανακάλυψη του Μπάχοφεν, στην ανακάλυψη της πλατιά διαδεδομένης μεταβατικής μορφής από τον ομαδικό γάμο στο ζευγάρωμα. Αυτό που ο Μπάχοφεν παριστάνει σαν εξιλασμό για την παράβαση των παλιών θεϊκών εντολών: Ο εξιλασμός, που μ' αυτόν η γυναίκα εξαγοράζει το δικαίωμα της αγνότητας, είναι στην πραγματικότητα μονάχα μυστικιστική έκφραση του εξιλασμού με τον οποίο η γυναίκα εξαγοράζει την ελευθερία της από την παλιά κοινότητα των αντρών και αποκτάει το δικαίωμα να παραδίνεται μονάχα σ' έναν άντρα. Ο εξιλασμός αυτός συνίσταται στο ότι οι γυναίκες εκδίδονταν για ορισμένο χρονικό διάστημα:
Οι γυναίκες της Βαβυλώνας ήταν υποχρεωμένες μια φορά το χρόνο να εκδίδονται στους άντρες στο ναό της Μυλίττης. Άλλοι λαοί της δυτικής Ασίας έστελναν τα κορίτσια τους για κάμποσα χρόνια στο ναό της Αναΐτιδας, όπου όφειλαν να επιδίδονται στον ελεύθερο έρωτα με ευνοούμενους, που τους διάλεγαν τα ίδια, πριν τους επιτραπεί να παντρευτούν. Παρόμοια έθιμα με θρησκευτικό περίβλημα είναι κοινά σχεδόν σε όλους τους ασιατικούς λαούς, από τη Μεσόγειο ως το Γάγγη.

Όπως παρατηρεί κιόλας ο Μπάχοφεν, με το πέρασμα του χρόνου γίνεται όλο και πιο ελαφριά η εξιλαστήρια θυσία για την εξαγορά:
«Η συνήθεια να εκδίδεται η γυναίκα στους άντρες κάθε χρόνο υποχωρεί μπρος στη συνήθεια να εκδίδεται μια μονάχα φορά, τον εταιρισμό των παντρεμένων γυναικών διαδέχεται ο εταιρισμός των κοριτσιών, την εξάσκηση του εταιρισμού στη διάρκεια του γάμου διαδέχεται η εξάσκηση πριν απ' αυτόν, την παράδοση σε όλους δίχως εκλογή, η παράδοση σε ορισμένα πρόσωπα» (Μητρικό Δίκαιο, σελ. 29).
Σε άλλους λαούς λείπει το θρησκευτικό περίβλημα. Σε μερικούς — στους Θράκες, Κέλτες κλπ., στην αρχαιότητα, σε πολλούς ιθαγενείς της Ινδίας, σε μαλαϊκούς λαούς, στους νησιώτες του Νότιου Ειρηνικού και σε πολλούς Ινδιάνους της Αμερικής, ακόμα και σήμερα τα κορίτσια ως το γάμο τους έχουν τη μεγαλύτερη σεξουαλική ελευθερία. Ιδιαίτερα αυτό γίνεται σχεδόν παντού στη Νότια Αμερική, και αυτό μπορεί να το βεβαιώσει ο καθένας που προχώρησε λίγο στο εσωτερικό της. Έτσι διηγείται ο Αγκασίς (A Journey in Brazil, Βοστόνη και Νέα Υόρκη 1886, σελ. 266), για μια πλούσια οικογένεια ινδιάνικης καταγωγής: Όταν του σύστησαν την κόρη, ρώτησε για τον πατέρα της, νομίζοντας πως θα ήταν ο άντρας της μητέρας της, που ήταν αξιωματικός και βρισκόταν στον πόλεμο ενάντια στην Παραγουάη. Η μητέρα όμως απάντησε χαμογελώντας: Nao tem pai, e filha da fortuna. Δεν έχει πατέρα, είναι παιδί της τύχης.

«Έτσι μιλούνε πάντα, χωρίς ντροπή ή μομφή, οι Ινδιάνες για τα εξώγαμα παιδιά τους. Κι αυτό δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο, μάλλον το αντίθετο φαίνεται να αποτελεί εξαίρεση. Τα παιδιά... γνωρίζουν συχνά μονάχα τη μητέρα τους, γιατί όλες οι φροντίδες και οι ευθύνες πέφτουν πάνω της. Για τον πατέρα τους δεν ξέρουν τίποτα. Επίσης, δεν φαίνεται ποτέ να περνά από το μυαλό της γυναίκας ότι αυτή ή τα παιδιά της μπορούν να έχουν οποιαδήποτε αξίωση απ' αυτόν.» Αυτό που φαίνεται εδώ παράξενο στον πολιτισμένο άνθρωπο, είναι απλούστατα κανόνας στο μητρικό δίκαιο και στον ομαδικό γάμο.

Σε άλλους πάλι λαούς, οι φίλοι και συγγενείς του γαμπρού ή οι προσκαλεσμένοι στο γάμο διεκδικούν τη μέρα του γάμου το πατροπαράδοτο δικαίωμα στη νύφη, ενώ ο γαμπρός παίρνει τελευταίος σειρά. Αυτό γινόταν στις Βαλεαρίδες και στους Αυγίλεους της Αφρικής στην αρχαιότητα, και σήμερα ακόμα στους Μπαρέα της Αβυσσηνίας. Σε άλλους πάλι, την κοινότητα εκπροσωπεί κάποιο επίσημο πρόσωπο, ο προεστός της φυλής ή του γένους, ο καζίκης, ο σαμάνος, ο ιερέας, ο πρίγκιπας ή οποιοσδήποτε άλλος, αδιάφορο πώς λέγεται, και ασκεί στη νύφη το δικαίωμα της πρώτης νύχτας.

Παρ' όλους τους νεορομαντικούς εξαγνισμούς, αυτό το jus primae noctis*** υπάρχει ακόμα και σήμερα σαν υπόλειμμα του ομαδικού γάμου στους περισσότερους κατοίκους της Αλάσκας (Μπάνκροφτ, Native Races ,1,81), στους Ταχού του Βόρειου Μεξικού (στο ίδιο, σελ. 584), και σ' άλλους λαούς. Επίσης, σ' όλη τη διάρκεια του μεσαίωνα υπήρχε τουλάχιστον στις αρχικά κελτικές χώρες, όπου κληροδοτήθηκε άμεσα από τον ομαδικό γάμο, για παράδειγμα στην Αραγονία. Ενώ στην Καστίλη ο χωρικός δεν ήταν ποτέ δουλοπάροικος, στην Αραγονία επικρατούσε η πιο επαίσχυντη δουλοπαροικία ως το διάταγμα του Φερδινάνδου του Καθολικού το 14862****. Το έγγραφο αυτό λέει:
 «Κρίνουμε και αποφασίζουμε ότι και οι κύριοι (senyors, βαρόνοι) που αναφέρονται πιο πάνω... δεν μπορούν την πρώτη νύχτα που ο χωρικός παίρνει μια γυναίκα να κοιμηθούν μαζί της ή τη νύχτα του γάμου και σ' ένδειξη της κυριαρχίας τους να περάσουν πάνω από το κρεβάτι και να δρασκελίσουν αυτή τη γυναίκα, όταν πια θα έχει πλαγιάσει. Ούτε μπορούν οι παραπάνω κύριοι να χρησιμοποιούν την κόρη ή το γιο του χωρικού με πληρωμή ή χωρίς πληρωμή, παρά τη θέληση τους.» (Αναφέρεται στο καταλονικό πρωτότυπο απ' όπου το πήρε ο Ζούγκενχαϊμ, στο έργο του Δουλοπαροικία, Πετρούπολη 1861, σελ. 35).

Ο Μπάχοφεν έχει ακόμα απόλυτα δίκιο όταν υποστηρίζει γενικά ότι το πέρασμα από αυτό που ονομάζει «εταιρισμό» ή «τεκνοποίηση του βούρκου», στη μονογαμία έγινε κυρίως από τις γυναίκες. Όσο περισσότερο, με την ανάπτυξη των οικονομικών όρων ζωής, δηλαδή με την υπόσκαψη του παλιού κομμουνισμού και με την αυξανόμενη πυκνότητα του πληθυσμού, οι πατροπαράδοτες σεξουαλικές σχέσεις έχαναν τον αρχικό πρωτόγονο απλοϊκό χαρακτήρα τους, τόσο περισσότερο έπρεπε οι σχέσεις αυτές να φαίνονται στις γυναίκες ταπεινωτικές και εξευτελιστικές. Τόσο πιο επίμονα έπρεπε να επιθυμούν σαν απολύτρωση το δικαίωμα στην αγνότητα, το δικαίωμα στον προσωρινό ή το μόνιμο γάμο μ' ένα μόνο άντρα. Η πρόοδος αυτή δεν μπορούσε έτσι κι αλλιώς να ξεκινήσει από τους άντρες έστω και γιατί ποτέ, ακόμα και μέχρι σήμερα, δεν τους πέρασε από το μυαλό να παραιτηθούν στην πράξη από τα πλεονεκτήματα του πραγματικού ομαδικού γάμου. Μόνο όταν πραγματοποιήθηκε από τις γυναίκες το πέρασμα στο ζευγαρωτό γάμο, μπόρεσαν οι άντρες να εφαρμόσουν την αυστηρή μονογαμία — βέβαια μονάχα για τις γυναίκες.

Η ζευγαρωτή οικογένεια εμφανίστηκε στο πέρασμα από την άγρια κατάσταση στη βαρβαρότητα, τις περισσότερες φορές στην ανώτερη κιόλας βαθμίδα της άγριας κατάστασης, και μόνο πού και πού στην κατώτερη βαθμίδα της βαρβαρότητας. Είναι η χαρακτηριστική μορφή οικογένειας για τη βαρβαρότητα, όπως ο ομαδικός γάμος για την άγρια κατάσταση και η μονογαμία για τον πολιτισμό. Για να εξελιχθεί παραπέρα σε σταθερή μονογαμία, χρειάζονταν άλλα αίτια από εκείνα που δρούσαν ως τώρα. Στο ζευγάρωμα, η ομάδα είχε περιοριστεί κιόλας στην τελευταία της ενότητα, στο διατομικό της μόριο: στον έναν άντρα και στη μια γυναίκα. Η φυσική επιλογή είχε εκπληρώσει το έργο της αποκλείοντας όλο και περισσότερους από την κοινότητα του γάμου. Προς την κατεύθυνση αυτή δεν της απέμενε να κάνει τίποτε άλλο. Αν λοιπόν δεν έμπαιναν σ' ενέργεια νέες κοινωνικές κινητήριες δυνάμεις, δεν θα υπήρχε λόγος να ξεπηδήσει από το ζευγάρωμα μια νέα μορφή οικογένειας. Όμως, οι κινητήριες αυτές δυνάμεις μπήκαν σ' ενέργεια.

Αφήνουμε τώρα την Αμερική, το κλασικό έδαφος της ζευγαρωτής οικογένειας. Καμιά ένδειξη δεν μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι εκεί είχε αναπτυχθεί μια ανώτερη μορφή οικογένειας, ότι εκεί πριν από την ανακάλυψη και την κατάκτηση της υπήρξε ποτέ σταθερή μονογαμία. Διαφορετικά ήταν τα πράγματα στον παλιό κόσμο.

Εδώ το ημέρωμα των οικιακών ζώων και η εκτροφή κοπαδιών ανέπτυξαν μια άγνωστη ως τώρα πηγή πλούτου και δημιούργησαν ολότελα νέες κοινωνικές σχέσεις. Ως την κατώτερη βαθμίδα της βαρβαρότητας, το μόνιμο πλούτο αποτελούσαν σχεδόν μονάχα το σπίτι, τα ρούχα, τα ακατέργαστα κοσμήματα και τα εργαλεία για την απόκτηση και ετοιμασία της τροφής: βάρκα, όπλα και πολύ απλά οικιακά σκεύη. Την τροφή έπρεπε να την κερδίζουν μέρα με τη μέρα. Τώρα, με τις αγέλες τα άλογα, τις καμήλες, τα γαϊδούρια, τα βόδια, τα πρόβατα, τα γίδια και τα γουρούνια, οι ποιμενικοί λαοί που όλο και προχωρούσαν —οι Άριοι στην ινδική Πεντοποταμία και στην περιοχή του Γάγγη, καθώς και στις τότε ακόμα πολύ πιο πλούσιες σε νερά στέπες του Όξου και του Ιαξάρτη, οι Σημίτες στον Ευφράτη και τον Τίγρη— απέκτησαν μια περιουσία που χρειαζόταν μονάχα επίβλεψη και στοιχειώδη περιποίηση για ν' αναπαράγεται σ' όλο και μεγαλύτερο αριθμό και ν' αποδίδει την πιο άφθονη τροφή σε γάλα και κρέας. Όλα τα προηγούμενα μέσα εξεύρεσης τροφής πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Το κυνήγι, που προηγούμενα ήταν αναγκαιότητα, έγινε τώρα πολυτέλεια.

Σε ποιον ανήκε όμως αυτός ο νέος πλούτος; Αρχικά ανήκε αναμφισβήτητα στο γένος. Όμως από νωρίς ακόμα θα πρέπει να αναπτύχθηκε η ατομική ιδιοκτησία στα κοπάδια. Είναι δύσκολο να πούμε, αν στο συγγραφέα του λεγόμενου πρώτου βιβλίου του Μωυσή ο πατριάρχης Αβραάμ εμφανιζόταν αυτοδίκαια σαν κάτοχος των κοπαδιών του, επειδή ήταν αρχηγός μιας οικογενειακής κοινότητας ή επειδή είχε την ιδιότητα του πραγματικού κληρονομικού αρχηγού ενός γένους. Βέβαιο είναι μονάχα ότι δεν επιτρέπεται να τον φανταζόμαστε σαν ιδιοκτήτη με τη σύγχρονη έννοια. Και είναι ακόμα βέβαιο ότι στο κατώφλι της διαπιστωμένης ιστορίας βρίσκουμε κιόλας παντού τις αγέλες να είναι ξεχωριστή ιδιοκτησία του αρχηγού της οικογένειας, ακριβώς όπως γινόταν με τα δημιουργήματα της τέχνης της βαρβαρότητας, με τα μετάλλινα σκεύη, τα είδη πολυτελείας και τέλος με τα ανθρώπινα κτήνη — τους δούλους.

Γιατί τώρα είχαν εφεύρει και τη δουλεία. Για το βάρβαρο της κατώτερης βαθμίδας, ο δούλος δεν είχε αξία. Γι' αυτό και οι Ινδιάνοι της Αμερικής φέρνονταν εντελώς διαφορετικά στους ηττημένους εχθρούς απ' ό,τι γινόταν στην ανώτερη βαθμίδα. Σκότωναν τους άντρες ή τους δέχονταν σαν αδέρφια στη φυλή των νικητών. Παντρεύονταν τις γυναίκες ή ακόμα τις υιοθετούσαν μαζί με τα παιδιά τους που είχαν επιζήσει. Η ανθρώπινη εργατική δύναμη σ' αυτή τη βαθμίδα δεν δίνει ακόμα κανένα αξιοπρόσεκτο πλεόνασμα πέρα από τα έξοδα της συντήρησης της.
Με την εισαγωγή της κτηνοτροφίας, της επεξεργασίας του μετάλλου, της υφαντουργίας και τέλος της γεωργίας, τα πράγματα άλλαξαν. Όπως οι γυναίκες, που προηγούμενα τις έπαιρναν τόσο εύκολα, είχαν αποκτήσει τώρα ανταλλακτική αξία και τις αγόραζαν, το ίδιο έγινε και με τις εργατικές δυνάμεις, ιδιαίτερα από τότε που τα κοπάδια πέρασαν οριστικά στην οικογενειακή ιδιοκτησία. Η οικογένεια δεν πλήθαινε τόσο γρήγορα όσο τα ζώα. Για να τα φυλάνε, χρειάζονταν τώρα περισσότεροι άνθρωποι. Γι' αυτή τη δουλειά ήταν κατάλληλος ο εχθρός αιχμάλωτος πολέμου, που άλλωστε μπορούσε να πολλαπλασιάζεται ακριβώς όπως και τα ζώα.

Μόλις τα πλούτη αυτά πέρασαν στην ατομική ιδιοκτησία των ξεχωριστών οικογενειών και πλήθυναν γρήγορα, έδωσαν ένα χτύπημα στην κοινωνία που βασιζόταν στο ζευγαρωτό γάμο και στο μητριαρχικό γένος. Ο ζευγαρωτός γάμος είχε εισαγάγει ένα καινούργιο στοιχείο στην οικογένεια. Δίπλα στην πραγματική μητέρα έβαλε το βεβαιωμένο πραγματικό πατέρα, που πιθανόν να ήταν ακόμα γνησιότερος από πολλούς σημερινούς «πατεράδες».
Σύμφωνα με τον τότε καταμερισμό της εργασίας στην οικογένεια, στο μερίδιο του άντρα έπεφτε η εξεύρεση της τροφής και τα αναγκαία για την εξεύρεση της μέσα εργασίας, επομένως και η ιδιοκτησία των τελευταίων. Τα έπαιρνε μαζί του σε περίπτωση χωρισμού, όπως η γυναίκα κρατούσε τα οικιακά της σκεύη. Σύμφωνα λοιπόν με το έθιμο της τότε κοινωνίας, ο άντρας ήταν επίσης ιδιοκτήτης της καινούργιας πηγής τροφών, των ζώων, και αργότερα του νέου μέσου εργασίας, των δούλων. Σύμφωνα με το έθιμο όμως της ίδιας κοινωνίας, τα παιδιά του δεν μπορούσαν να τον κληρονομήσουν, γιατί τα πράγματα είχαν ως εξής:

Σύμφωνα με το μητρικό δίκαιο, δηλαδή όσο η καταγωγή λογαριαζόταν μονάχα από τη γυναικεία γραμμή και σύμφωνα με το αρχικό κληρονομικό έθιμο του γένους, το σύντροφο του γένους που πέθαινε κληρονομούσαν αρχικά οι συγγενείς του γένους του. Η περιουσία έπρεπε να μένει μέσα στο γένος. Παίρνοντας υπόψη ότι τα αντικείμενα ήταν ασήμαντα, μπορεί στην πράξη ανέκαθεν να περνούσαν στην κυριότητα των κοντινότερων συγγενών του στο γένος, δηλαδή των ομόαιμων συγγενών από την πλευρά της μητέρας του. Τα παιδιά όμως του πεθαμένου άντρα δεν ανήκαν στο γένος του, αλλά στο γένος της μητέρα τους. Κληρονομούσαν αρχικά τη μητέρα τους μαζί με τους υπόλοιπους ομόαιμους συγγενείς της και αργότερα ίσως να την κληρονομούσαν αυτά σε πρώτη γραμμή. Από τον πατέρα τους, όμως, δεν μπορούσαν να κληρονομήσουν, γιατί δεν ανήκαν στο γένος του και η περιουσία του έπρεπε να μείνει μέσα σ' αυτό. Όταν, λοιπόν, πέθαινε ένας ιδιοκτήτης κοπαδιών, τα κοπάδια του περνούσαν πρώτα στους αδερφούς και τις αδερφές του και στα παιδιά των αδερφάδων του ή στους απογόνους των αδερφών της μητέρας του. Τα παιδιά του όμως δεν είχαν δικαίωμα στην κληρονομιά.

Στο βαθμό λοιπόν που τα πλούτη μεγάλωναν, έδιναν, από τη μια μεριά, στον άντρα μια πιο σημαντική από τη γυναίκα θέση στην οικογένεια, και από την άλλη δημιουργούσαν το κίνητρο να χρησιμοποιήσουν οι άντρες αυτή την ενισχυμένη θέση για να ανατρέψουν την παλιά σειρά διαδοχής προς όφελος των παιδιών τους. Αυτό όμως δεν γινόταν όσο ίσχυε η καταγωγή σύμφωνα με το μητρικό δίκαιο. Έπρεπε λοιπόν το μητρικό δίκαιο να ανατραπεί, και ανατράπηκε. Κι αυτό δεν ήταν καθόλου τόσο δύσκολο όσο μας φαίνεται σήμερα. Γιατί αυτή η επανάσταση —μια από τις πιο ριζικές που έζησαν οι άνθρωποι— δεν χρειαζόταν να θίξει ούτε ένα από τα ζωντανά μέλη του γένους. Όλα τα μέλη του μπορούσαν να μείνουν ό,τι ήταν πριν. Έφτανε η απλή απόφαση ότι στο μέλλον οι απόγονοι των αρσενικών μελών θα έμεναν στο γένος, ενώ θα αποκλείονταν οι απόγονοι της γυναίκας και θα περνούσαν στο γένος του πατέρα τους. Έτσι ανατράπηκε ο υπολογισμός της καταγωγής από τη γυναικεία γραμμή και το μητρικό κληρονομικό δίκαιο και εφαρμόστηκε η αντρική γραμμή καταγωγής και το πατρικό κληρονομικό δίκαιο.
Πώς και πότε έγινε αυτή η επανάσταση στους πολιτισμένους λαούς, δεν το ξέρουμε καθόλου. Ανήκει ολότελα στην προϊστορική εποχή. Ότι όμως έγινε, αποδείχτηκε με το παραπάνω, από τα πλούσια ίχνη του μητρικού δικαίου, που συγκέντρωσε κυρίως ο Μπάχοφεν.

Πόσο εύκολα συντελείται, το βλέπουμε σε μια σειρά φυλές Ινδιάνων, όπου μόλις τελευταία έγινε και γίνεται ακόμα, εν μέρει κάτω από την επιρροή του αυξανόμενου πλούτου και του αλλαγμένου τρόπου ζωής (μετατόπιση από τα δάση στα λιβάδια), και εν μέρει κάτω από την ηθική επίδραση του πολιτισμού και των ιεραποστόλων. Από οκτώ φυλές του Μισούρι, οι έξι έχουν την αντρική, ενώ οι δυο έχουν ακόμα τη γυναικεία γραμμή καταγωγής και σειρά κληρονομιάς. Στους Σόνι, τους Μαϊάμι και τους Ντελαγουέαρ ρίζωσε το έθιμο να δίνουν στα παιδιά ένα από τα ονόματα του γένους του πατέρα τους, για να μπορούν έτσι, μπαίνοντας στο πατρικό γένος, να κληρονομούν τον πατέρα τους. «Έμφυτη πανουργία του ανθρώπου ν' αλλάζει τα πράγματα αλλάζοντας τα ονόματα τους! Και να βρίσκει παραθυράκια για να σπάζει την παράδοση μέσα στα πλαίσια της παράδοσης εκεί όπου ένα άμεσο συμφέρον ήταν αρκετό κίνητρο!» (Μαρξ).

Έτσι, δημιουργήθηκε μια αγιάτρευτη σύγχυση, που μπορούσε να διορθωθεί μονάχα, και εν μέρει διορθώθηκε, με το πέρασμα στο πατρικό δίκαιο. «Το πέρασμα αυτό φαίνεται γενικά να είναι το φυσικότερο πέρασμα.» (Μαρξ). Αυτό που έχουν να μας πουν οι συγκριτικοί νομικοί για τον τρόπο που έγινε αυτό το πέρασμα στους πολιτισμένους λαούς του παλιού κόσμου —και που πρόκειται φυσικά σχεδόν μόνο για υποθέσεις— μας το λέει ο Μ. Κοβαλέφσκι στο Tableau des origines et de l' evolution et de la famille et de la proproete , Στοκχόλμη 1890.

Η ανατροπή της μητριαρχίας ήταν η κοσμοϊστορική ήττα του γυναικείου φύλου. Ο άντρας πήρε το πηδάλιο και στο σπίτι, η γυναίκα ταπεινώθηκε, υποδουλώθηκε, έγινε σκλάβα των ορέξεων του και απλό εργαλείο για την παραγωγή παιδιών. Την ταπεινωμένη αυτή θέση της γυναίκας, όπως προβάλλει ανοιχτά ιδίως στους Έλληνες της ηρωικής και ακόμα περισσότερο της κλασικής εποχής, σιγά-σιγά την ωραιοποίησαν υποκριτικά και ακόμα πού και πού της έδωσαν πιο απαλή μορφή, καθόλου όμως δεν την κατάργησαν.

Η πρώτη επίδραση της μονοκρατορίας των αντρών, που είχε πια θεμελιωθεί, φαίνεται στην ενδιάμεση μορφή της πατριαρχικής οικογένειας που εμφανίζεται τώρα. Αυτό που κυρίως τη χαρακτηρίζει δεν είναι η πολυγαμία, γι' αυτή θα μιλήσουμε αργότερα, αλλά «η οργάνωση ενός αριθμού ελεύθερων και ανελεύθερων προσώπων σε μια οικογένεια κάτω από την πατρική εξουσία του αρχηγού της οικογένειας. Στη σημιτική μορφή, ο αρχηγός αυτός της οικογένειας ζει με πολλές γυναίκες, οι ανελεύθεροι έχουν γυναίκες και παιδιά και ο σκοπός όλης της οργάνωσης είναι το φύλαγμα των κοπαδιών σε μια καθορισμένη περιοχή»****

Το ουσιαστικό είναι η ενσωμάτωση ανελεύθερων και η πατρική εξουσία. Γι' αυτό η ρωμαϊκή οικογένεια είναι ο ολοκληρωμένος τύπος αυτής της οικογενειακής μορφής. Η λέξη familia αρχικά δεν σημαίνει το ιδανικό του σημερινού φιλισταίου, που αποτελείται από αισθηματικότητα και σπιτικούς καβγάδες. Στους Ρωμαίους αρχικά δεν αναφέρεται καν στο συζυγικό ζευγάρι και τα παιδιά του, αλλά μονάχα στους δούλους. famulus λέγεται ο δούλος του σπιτιού και familia είναι το σύνολο των δούλων που ανήκουν σ' έναν άντρα. Ακόμα και τον καιρό του Γάιου, η familia, id est patrimonium (δηλαδή το κληρονομικό μερίδιο) κληροδοτιόταν με διαθήκη. Η έκφραση εφευρέθηκε από τους Ρωμαίους, για να χαρακτηριστεί ένας νέος κοινωνικός οργανισμός, που ο αρχηγός του είχε κάτω από την εξουσία του γυναίκες και παιδιά και έναν αριθμό δούλους με δικαιώματα ζωής και θανάτου για όλους.

«Η λέξη λοιπόν δεν είναι παλιότερη από το σιδηρόφραχτο οικογενειακό σύστημα των λατινικών φυλών, που αναπτύχθηκε ύστερα από την εισαγωγή της γεωργίας και της νόμιμης δουλείας, και μετά το χωρισμό των Άριων Ιταλών από τους Έλληνες.»*****
Και ο Μαρξ προσθέτει σ' αυτά: «Η σύγχρονη οικογένεια περιέχει σαν σπέρμα όχι μονάχα τη δουλεία (servitus), αλλά και τη δουλοπαροικία, αφού από την αρχή σχετίζεται με δουλειές της γεωργίας. Περιέχει σε μικρογραφία όλες τις αντιθέσεις που αργότερα αναπτύσσονται πλατιά στην κοινωνία και στο κράτος της.»

Η τέτοια μορφή οικογένειας δείχνει το πέρασμα του ζευγαρωτού γάμου στη μονογαμία. Για να εξασφαλιστεί η πίστη της γυναίκας, δηλαδή η πατρότητα των παιδιών, παραδίδεται η γυναίκα χωρίς όρους στην εξουσία του άντρα: Αν τη σκοτώσει, ασκεί μονάχα το δικαίωμα του.
Με την πατριαρχική οικογένεια μπαίνουμε στην περιοχή της γραφτής ιστορίας και μαζί μ' αυτό σε μια περιοχή όπου η επιστήμη του συγκριτικού δικαίου μπορεί να μας προσφέρει σημαντική βοήθεια. Και πραγματικά, μας έφερε εδώ μια ουσιαστική πρόοδο. Στον Μαξίμ Κοβαλέφσι χρωστάμε (Tableau etc de la famille et de la propriete Στοκχόλμη 1890, σελ. 60-100) την απόδειξη, ότι η πατριαρχική οικιακή συντροφιά, όπως τη βρίσκουμε ακόμα και σήμερα σε Σέρβους και Βουλγάρους με το όνομα «ζάντρουγκα» (μεταφράζεται περίπου φιλία) ή «μπράντστβο» (αδερφότητα), και με παραλλαγμένη μορφή σε ανατολικούς λαούς, αποτέλεσε τη μεταβατική βαθμίδα ανάμεσα στην οικογένεια του μητρικού δικαίου, που πηγάζει από τον ομαδικό γάμο, και στη μονογαμία του σύγχρονου κόσμου. Τουλάχιστον για τους πολιτισμένους λαούς του παλιού κόσμου, για τους Άριους και τους Σημίτες, αυτό φαίνεται αποδειγμένο.

Η νοτιοσλαβική ζάντρουγκα αποτελεί το καλύτερο ζωντανό ακόμα παράδειγμα μιας τέτοιας οικογενειακής κοινότητας. Περιλαμβάνει περισσότερες γενιές από απόγονους ενός πατέρα, μαζί με τις γυναίκες τους, που όλοι μαζί κατοικούν σε μια αυλή, καλλιεργούν από κοινού τα χωράφια τους, τρέφονται και ντύνονται από κοινό απόθεμα και κατέχουν από κοινού το περίσσευμα του εισοδήματος. Η κοινότητα βρίσκεται κάτω από την ανώτατη διοίκηση του νοικοκύρη (domacin), που την εκπροσωπεί προς τα έξω, που του επιτρέπεται να εκποιεί μικρότερα αντικείμενα, που κρατάει το ταμείο και είναι υπεύθυνος γι' αυτό, καθώς και για την κανονική πορεία του νοικοκυριού. Τον εκλέγουν και δεν χρειάζεται καθόλου να είναι ο γεροντότερος. Οι γυναίκες και οι δουλειές τους βρίσκονται κάτω από την καθοδήγηση της νοικοκυράς (domacica), που συνήθως είναι γυναίκα του domacin. Η ίδια παίζει σημαντικό, συχνά αποφασιστικό ρόλο και στην εκλογή συζύγου για τα κορίτσια της οικογενειακής κοινότητας. Η ανώτατη όμως εξουσία ανήκει στο οικογενειακό συμβούλιο, στη συνέλευση όλων των ενήλικων συντρόφων, γυναικών και αντρών. Σ' αυτήν τη συνέλευση λογοδοτεί ο νοικοκύρης. Αυτή παίρνει τις σημαντικές αποφάσεις, ασκεί τη δικαστική εξουσία στα μέλη, αποφασίζει για αγορές και πωλήσεις που έχουν κάποια σημασία, ιδίως για αγοραπωλησίες γαιοκτησίας κλπ.

Μόλις πριν από δέκα χρόνια περίπου αποδείχτηκε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν τέτοιες μεγάλες οικογενειακές συντροφιές και στη Ρωσία.****** Σήμερα όλοι παραδέχονται ότι είναι ριζωμένες στα ρωσικά λαϊκά έθιμα όσο και η ομπστσίνα, ή αγροτική κοινότητα. Αναφέρονται με το ίδιο όνομα (βερβ) στον παλιότερο ρωσικό κώδικα, στην πράβντα του Γιαροσλάβ*******, όπως και στους δαλματικούς νόμους********, και μπορούμε να τις βρούμε και σε πολωνικές και τσέχικες ιστορικές πηγές.

Και στους Γερμανούς επίσης, κατά τον Χόισλερ (Θεσμοί τον γερμανικού δικαίον*********), η οικονομική μονάδα δεν ήταν αρχικά η ατομική οικογένεια με τη σύγχρονη έννοια, αλλά η «οικιακή συντροφιά», που αποτελείται από πολλές γενιές ή από ξεχωριστές οικογένειες και που αρκετά συχνά πλάι σ' αυτές περιλαμβάνει και ανελεύθερους. Και η ρωμαϊκή οικογένεια ανάγεται σ' αυτό τον τύπο και επομένως πολύ αμφισβητείται τελευταία η απόλυτη εξουσία του οικογενειάρχη, καθώς και το γεγονός ότι απέναντι του τα άλλα μέλη της οικογένειας δεν είχαν δικαιώματα. Φαίνεται ότι και οι Κέλτες είχαν τέτοιου είδους οικογενειακές συντροφιές στην Ιρλανδία. Στη Γαλλία διατηρήθηκαν στο Νιβερνέ με το όνομα parconneries ως τη Γαλλική Επανάσταση, και στη Φρανς-Κοντέ δεν εξαφανίστηκαν εντελώς ούτε και σήμερα. Στην περιφέρεια του Λουάν βλέπει κανείς μεγάλα σπίτια χωρικών με μια ψηλή κοινή κεντρική αίθουσα που φτάνει ως τη σκεπή, και γύρω-γύρω τις κρεβατοκάμαρες, όπου ανεβαίνει κανείς με σκάλες που έχουν έξι ως οκτώ σκαλιά, και όπου ζουν πολλές γενιές της ίδιας οικογένειας.
_______________________________________________________

 *. Η. Bancroft, The native races of the pacific states of North America τόμ. 1, Λειψία 1875, σελ. 352-353 (σημ. γερμ. σύντ.).
**. Λαϊκή γιορτή στην αρχαία Ρώμη, που γινόταν προς τιμή του ρωμαϊκού θεού Σατούρν (Κρόνος) τον καιρό του χειμερινού ηλιοστάσιου, μετά τον τελειωμό των αγροτικών εργασιών. Στη διάρκεια της γιορτής, όπου έπαιρναν μέρος και οι σκλάβοι και παρακάθονταν στο τραπέζι των ελεύθερων, γινόταν μαζικό φαγοπότι και όργια. Επικρατούσαν οι ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις. Η λέξη «σατουρνάλια» έγινε συνώνυμο των αχαλίνωτων οργίων (σημ. γερμ. σύντ.).
***. Το δικαίωμα της πρώτης νύχτας (λατ.).
 **** Πρόκειται για τη λεγόμενη Απόφαση της Γουαδαλούπης, με ημερομηνία 21 Απρίλη 1486, την τρίτη διαιτητική απόφαση του ισπανού βασιλιά Φερδινάνδου Ε' (του Καθολικού). Η εξέγερση των χωρικών στην Καταλονία ανάγκασε το βασιλιά να κάνει παραχωρήσεις στους χωρικούς, ενώ παράλληλα εμφανίστηκε σαν μεσολαβητής ανάμεσα στους εξεγερμένους χωρικούς και τους φεουδάρχες. Η απόφαση προέβλεπε την κατάργηση της δουλείας και των «κακών εθίμων» (ανάμεσα στ' άλλα το δικαίωμα στην πρώτη νύχτα, τα δοσίματα του μέλλοντα γαμπρού ή της νύφης) με όρο την εξαγορά (σημ. γερμ. σύντ.).
*****. Η. Μorgan Ancient society, Λονδίνο 1877, σελ. 465-466 (σημ. γερμ. σύντ.).
******. H. Morgan Ancient society, σελ. 470 (σημ. γερμ. σύντ.).
******. Βλέπε Μαξίμ Κοβαλέφσκι, Το πρωτόγονο δίκαιο, Μόσχα 1886. Στην εργασία αυτή ο Κοβαλέφσκι στηρίζεται στη δημοσίευση του Ορχάνσκι (1875) και του Γεφιμένκο (1878) για ζητήματα που αφορούν τις οικογενειακές συντροφιές στη Ρωσία (σημ. γερμ. σύντ.).
*******. Έτσι ονομάζεται το πρώτο μέρος της παλιότερης διατύπωσης της Ρωσικής Αλήθειας, της συλλογής νόμων των Ρους, που δημιουργήθηκε τον 11 ο και 12ο αιώνα στη βάση του εθιμικού δικαίου εκείνης της εποχής και εκφράζε τις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις της τότε κοινωνίας (σημ. γερμ. σύντ.).
********. Συλλογή νόμων που ίσχυαν το 15ο μέχρι και το 17ο αιώνα στην Πολίτσα, μια περιοχή της Δαλματίας, και ήταν γνωστή με την ονομασία Καταστατικό της Πολίτσα (σημ. γερμ. σύντ.).
*********. Α. Heusler, Instutionen des Deutschen Privatrechts, τόμ. 2, Λειψία 1886, σελ. 271 (σημ. γερμ. σύντ.).

ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Μοιράσου το :

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΙΣΤΟΡΙΑ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - All Rights Reserved
Proudly powered by Blogger